Legislator Case Law & Legislation
653/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute where employer withheld wages and employee delayed claims.

Case Number 653/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a lower court ruling in a labor dispute. The company argued that the court erred in accepting unpaid wages claims and the employee's testimony without proof. The court rejected these arguments, noting the employee's delay in claiming rights was justified by the need to secure their employment relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 325, 329, 353, 656, 281 of the Civil Code; Article 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the court accepting unproven facts without evidence is inadmissible if the appellant merely contests the court's evaluation of witness testimony rather than demonstrating a lack of evidentiary basis.

Keywords

AI generated
Labor dispute Unpaid wages Right of retention Appeal inadmissibility Evidence standard Witness testimony Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 648 of the Civil Code
Article 325 of the Civil Code
Articles 329, 353, 656 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559, number 1, item a of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 10 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 431/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 653 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Κουμάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Α. και 2) Δ. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7062/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 2/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού μεταξύ άλλων και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Όμως στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από το μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση.

Μάλιστα αν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και αν, λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (Α.Π. 324/2017).

Περαιτέρω κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν τη μεταγενέστερη άσκησή του μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.

Α.Π. 10/2012). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα]... διατηρεί και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο... "..." στο δάσος του ... . Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε την 1-9-2002 προσέλαβε τον πρώτο ενάγοντα [ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο]...

για να τον απασχολήσει στην άνω επιχείρησή της ως οδηγό λεωφορείου, ενώ στις 24-4-1997 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου το δεύτερο ενάγοντα [ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο]... για να τον απασχολήσει ως δενδροανθοκηπουρό. Η ως άνω σύμβαση του δεύτερου ενάγοντος μετά τη λήξη της στις 31-10-1997 κατέστη αορίστου χρόνου.

Οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του πρώτου των εναγόντων ανέρχονταν στο ποσό των 1.435 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2012, ενώ του δευτέρου των εναγόντων ανέρχονταν, με βάση τις από 29-5-2006, 5-6-2008 και 9-9-2010 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας δενδροανθοκηπουρών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων", στα ακόλουθα ποσά: 1) από 1-1-2007 έως 31-12-2007 με προϋπηρεσία 9-10 ετών στο ποσό των (β.

ημερ. 32,05 + επιδ. 10% ανά τριετία από 9,62 ευρώ + επιδ. γάμου 10% από 3,21 ευρώ + επιδ. ανθυγιεινής εργασίας 30% από 12,50 ευρώ = 57,38 ευρώ νομ. ημερομ. Χ 25 =) 1.434,50 ευρώ, 2) από 1-1-2008 έως 31-12-2008 με προϋπηρεσία 10-12 ετών στο ποσό των (35,53 + 10,66 + 3,55 + 13,86 = 63,60 Χ 25 =) 1.590 ευρώ, 3) από 1-1-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των (37,36 + 11,21 + 3,74 + 14,57 = 66,88 Χ 25 =) 1.672 ευρώ, 4) από 1-1-2010 έως 31-12-2010 με προϋπηρεσία 12-15 ετών στο ποσό των (39,21 + 15,68 + 3,92 + 16,47 = 75,28 Χ 25 =) 1.882 ευρώ, 5) από 1-1-2011 έως 31-12-2011 στο ποσό των 1.882 ευρώ και 6) από 1-1-2012 έως 29-2-2012 στο ποσό των (39,60 + 15,84 + 3,96 + 16,63 = 76 Χ 25 =) 1.900 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, σε εκτέλεση των ως άνω εργασιακών τους συμβάσεων, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη... η τελευταία όμως δεν κατέβαλε στον πρώτο των εναγόντων: 1) το μισθό του μηνός Ιανουαρίου 2011 από 1.435 ευρώ και 2) την προσαύξηση από 75% για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές της 2-1, 9-1, 16-1, 23-1 και 30-1-2011 και δη το ποσό των (1.435 : 25 = 57,40 Χ 75% = 43,05 Χ 5 =) 215,25 ευρώ, ήτοι δεν κατέβαλε σ' αυτόν για τις άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 1.650,25 ευρώ που του όφειλε αλλά κατέβαλε έναντι αυτού το ποσό των 300 ευρώ, εναπομείναντος έτσι ως υπολοίπου του ποσού των 1.350,25 ευρώ.

Επίσης δεν κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα: 1) το ποσό των 1.435 ευρώ για μισθό του μηνός Φεβρουαρίου 2011 και 2) το ποσό των (43,05 + 43,05 =) 86,10 ευρώ για προσαύξηση 75% για τις δύο Κυριακές που απασχολήθηκε (στις 6 και στις 13-2-2011), ήτοι δεν του κατέβαλε το οφειλόμενο συνολικό ποσό των (1.435 + 86,10 =) 1.521,10 ευρώ, καθώς και το επίδομα αδείας 2010 από (1.435 Χ 1/2 =) 717,50 ευρώ, ενώ δεν του κατέβαλε και τις δεδουλευμένες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-3 έως 14-3-2011, ανερχόμενες στο ποσό των (57,40 Χ 10 ημερομίσθια =) 574 ευρώ.

Στο δεύτερο των εναγόντων η εναγομένη δεν κατέβαλε: 1) τους μισθούς των μηνών Δεκεμβρίου 2010, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του έτους 2011, ανερχόμενους στο συνολικό ποσό των (1.882 Χ 3 =) 5.646 ευρώ, καθώς και το μισθό του για το χρονικό διάστημα από 1-3-2011 έως 14-3-2011, ανερχόμενο στο ποσό των (75,28 Χ 10=) 752,80 ευρώ και 2) το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010, ανερχόμενο στο ποσό των 1.882 ευρώ.

Ήτοι ειδικότερα στο δεύτερο των εναγόντων η εναγομένη οφείλει για τις αμέσως πιο πάνω αιτίες το συνολικό ποσό των (5.646 + 752,80 + 1.882 =) 8.280,80 ευρώ... Για τον ανωτέρω λόγο οι ενάγοντες, έχοντας τις ως άνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις κατά της εναγομένης... και ενόψει και του γεγονότος ότι ήδη από το φθινόπωρο του έτους 2010 η τελευταία είχε αρχίσει να καθυστερεί στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, με την από 14-3-2011 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 15-3-2011...

άσκησαν το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους, δηλώνοντας σαφώς ότι απέχουν από την εκτέλεση αυτής (εργασίας) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των πιο πάνω υποχρεώσεών της προς αυτούς. Παρά τα ανωτέρω η εναγομένη δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τις προαναφερόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους (για τις οποίες οι ενάγοντες προχώρησαν σε επίσχεση της εργασίας τους), τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα ότι αυτή περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας κατ' άρθρο 353 ΑΚ.

Η εναγομένη πρότεινε παραδεκτά... την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων να προβούν σε επίσχεση της εργασίας τους, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι περί τα τέλη του έτους 2010, αρχές του έτους 2011 αντιμετώπισε έντονα οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων αδυνατούσε να καταβάλει στους ενάγοντες το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών τους, το γεγονός δε αυτό ήταν σε απόλυτη γνώση των τελευταίων, οι οποίοι επανειλημμένα προσκλήθηκαν άτυπα (προφορικά) να επιστρέψουν στην εργασία τους, να πληρώνονται σε ημερήσια βάση, να λαμβάνουν συγκεκριμένα ποσά έναντι των οφειλομένων και να βρεθεί μία κοινά αποδεκτή λύση, αυτοί όμως αρνήθηκαν, προβάλλοντας αξιώσεις που ήταν αδύνατον να ικανοποιηθούν.

Ισχυρίζεται ακόμη ότι η καθυστέρηση καταβολής των μισθών στους ενάγοντες δεν είναι χρονικά αξιόλογη και δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της αλλά σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της, η ίδια δε εξακολουθεί να είναι φερέγγυα, ικανή να ικανοποιήσει όλες τις υφιστάμενες οικονομικές υποχρεώσεις της, τέλος ότι, λόγω της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, επιδεινώθηκε δραματικά η οικονομική κατάσταση της εταιρίας αφού υποχρεώνεται στην καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, καθώς επίσης και μισθών τόσο για τους ενάγοντες όσο και για τους εργαζομένους που προσέλαβε για να καλύψουν τα κενά τους.

Η ένσταση αυτή, παρότι νόμιμη (στηριζόμενη στο άρθρο 281 Α.Κ.), είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες άσκησαν το παρεχόμενο σ' αυτούς από το νόμο δικαίωμα επισχέσεως αποκλειστικά και μόνο για το λόγο ότι η εναγομένη καθυστερούσε να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, που ανέρχονταν κατά τα ανωτέρω: 1) στο συνολικό ποσό των 4.162,85 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 2) στο συνολικό ποσό των 8.280,80 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, ήτοι σε ποσά τα οποία αμφότερα είναι σημαντικά για εργαζόμενους, οι οποίοι τα μόνα έσοδα που έχουν για το βιοπορισμό τους είναι οι αποδοχές από την εργασία τους, αφορούσαν δε αυτά (οφειλόμενα ποσά) μεγάλο χρονικό διάστημα και δη δεδουλευμένες αποδοχές δύο και ημίσεος μηνών για τον πρώτο των εναγόντων (πλέον του επιδόματος αδείας του προηγούμενου έτους 2010) και τριών και ημίσεος μηνών για το δεύτερο των εναγόντων (πλέον του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010).

Βέβαια αποδείχθηκε ότι πράγματι υπήρξε μείωση των κρατήσεων και πτώση του τζίρου της εναγομένης... κατά τα κρίσιμα έτη 2010 και 2011, αφού τα έσοδα της έπεσαν από τα 2.393.000 ευρώ του έτους 2009 στα 1.678.000 ευρώ και στα 1.172.000 ευρώ αντίστοιχα, πλην όμως η καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων δεν οφειλόταν στους επικαλούμενους από αυτή λόγους αλλά σε δική της ασυνέπεια, αφού αποδείχθηκε ότι και προηγουμένως καθυστερούσε στην καταβολή των αποδοχών των εναγόντων.

Έτσι η εναγόμενη, η οποία αποδείχθηκε ότι αποκόμιζε σημαντικά ποσά από διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν στις κατάλληλες προς τούτο εγκαταστάσεις της (αίθουσες δεξιώσεων), όπως δεξιώσεις για γάμους, βαπτίσεις, αρραβώνες, όφειλε και μπορούσε να εξοφλήσει προεχόντως τις απαιτήσεις των εναγόντων.

Εξ άλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη έκανε προτάσεις στους ενάγοντες να επιστρέψουν στην εργασία τους και να πληρώνονται καθημερινά διάφορα χρηματικά ποσά έναντι των οφειλομένων, οι τελευταίοι δε αρνήθηκαν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Τέλος ουδόλως αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της επισχέσεως εργασίας των εναγόντων επιδεινώθηκε δραματικά η οικονομική κατάσταση της εναγομένης, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού αυτή, όπως και η ίδια συνομολογεί, προσέλαβε άλλους εργαζόμενους προς αναπλήρωση των εναγόντων που βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας.

Το γεγονός τούτο ενισχύει την πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου ότι η εναγομένη... καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων από δική της ασυνέπεια και όχι λόγω των επικαλουμένων οικονομικών προβλημάτων. Άλλωστε σε επίσχεση εργασίας προέβησαν όχι μόνο οι ενάγοντες αλλά και επτά...

ακόμη εργαζόμενοι στην επιχείρηση της εναγομένης, η οποία επίσης υπήρξε και έναντι αυτών ασυνεπής ως προς την καταβολή των αποδοχών τους, παρά το γεγονός ότι το ξενοδοχείο της εξακολουθεί να λειτουργεί, προσλαμβάνοντας μάλιστα (όπως προαναφέρθηκε) και άλλους εργαζόμενους... Εξαιτίας της ως άνω υπερημερίας, στην οποία περιήλθε η εναγομένη...

λόγω της προαναφερθείσας επίσχεσης εργασίας, η τελευταία οφείλει στον πρώτο των εναγόντων για αποδοχές υπερημερίας κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 15-3-2011, οπότε και κατά τα ανωτέρω ασκήθηκε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, μέχρι τις 29-2-2012, τα ακόλουθα ποσά: 1) από 15-3-2011 μέχρι 31-3-2011 το ποσό των (1.435 : 25 = 57,40 Χ 13 ημερομ. =) 746,20 ευρώ και β) από 1-4-2011 μέχρι 29-2-2012 το ποσό των (1.435 X 11 μήνες =) 15.785 ευρώ.

Ήτοι οφείλει για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των (15.785 + 746,20 =) 16.531,20 ευρώ. Ακόμη του οφείλει: 1) για επίδομα αδείας του έτους 2011 το ποσό των (1.435 X 1/2 =) 717,50 ευρώ, 2) για επίδομα αδείας του έτους 2012 επίσης το ποσό των 717,50 ευρώ, 3) για δώρο Χριστουγέννων 2011 το ποσό των 1.435 ευρώ, 4) για δώρο Χριστουγέννων 2012 το αυτό ποσό των 1.435 ευρώ, 5) για δώρο Πάσχα 2011 το ποσό των 717,50 ευρώ και 6) για δώρο Πάσχα 2012 επίσης το ποσό των 717,50.

Δηλαδή η εναγομένη οφείλει στον πρώτο των εναγόντων για την ανωτέρω αιτία (αποδοχές υπερημερίας) το συνολικό ποσό των (16.531,20 + 717,50 + 717,50 + 1.435 + 1.435 + 717,50 + 717,50 =) 22.271,20 ευρώ, ενώ του οφείλει και το επίδομα που χορηγείται στους ξενοδοχοϋπαλλήλους ως αντιστάθμισμα για το μεγάλο φόρτο εργασίας τους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, ανερχόμενο στο ποσό των 81 ευρώ για το έτος 2011 και στο ποσό των 81 ευρώ για το έτος 2012, ήτοι συνολικά 162 ευρώ.

Δικαιούται δηλαδή ο πρώτος των εναγόντων για όλες τις πιο πάνω αιτίες συνολικά το ποσό των (4.162,85 + 22.271,20 + 162 =) 26.596 ευρώ. Περαιτέρω η εναγομένη οφείλει στο δεύτερο των εναγόντων για αποδοχές υπερημερίας κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 15-3-2011 (οπότε και ασκήθηκε το δικαίωμα επίσχεσης) μέχρι τις 29-2-2012 τα ακόλουθα ποσά:

Α) Για μισθούς υπερημερίας: 1) από 15-3-2011 μέχρι 31-3-2011 το ποσό των (1.882 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός : 25 = 75,28 Χ 14 ημερομίσθια =) 1.053,92 ευρώ, 2) από 1-4-2011 έως 31-12-2011 το ποσό των (1.882 X 9 μήνες =) 16.938 ευρώ και 3) από 1-1-2012 έως 29-2-2012 το ποσό των (1.900 ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός Χ 2 μήνες =) 3.800 ευρώ, ήτοι η εναγομένη οφείλει στο δεύτερο των εναγόντων για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των (1.053,92 + 16.938 + 3.800 =) 21.791,92 ευρώ, Β) για επίδομα αδείας έτους 2011 και αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2012 τα εξής ποσά: 1) για επίδομα αδείας 2011 το ποσό των (1.882 X 1/2 =) 941 ευρώ, 2) για αποδοχές αδείας 2012 το ποσό των 1.900 ευρώ και 3) για επίδομα αδείας του ιδίου έτους το ποσό των (1900 Χ 1/2 =) 950 ευρώ, ήτοι συνολικά για την αιτία αυτή οφείλει το ποσό των (941 + 1.900 + 950 =) 3.791 ευρώ και Γ) για δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2011 και 2012 τα ποσά: 1) για δώρα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2011 και 2012 το συνολικό ποσό των (1.882 + 1.900 =) 3.782 ευρώ και 2) για δώρα εορτών Πάσχα των αυτών ως άνω ετών το συνολικό ποσό [1.882 Χ 1/2 = 941 + (1.900 Χ 1/2 =) 950 =] 1.891 ευρώ και συνολικά οφείλει για την πιο πάνω αιτία το ποσό των (3.782 + 1.891 =) 5.673 ευρώ.

Επομένως η ενάγουσα οφείλει στο δεύτερο των εναγόντων για αποδοχές υπερημερίας λόγω της επισχέσεως της εργασίας του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 15-3-2011 έως 29-2-2012) το συνολικό ποσό των (21.791,92 + 3.791 + 5.673 =) 31.255,92 ευρώ... Εξ άλλου από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στο δεύτερο των εναγόντων για μηνιαίο μισθό:

Α) Για το έτος 2007: 1) από 1-1-2007 έως 30-4-2007 το ποσό των 986,75 ευρώ, 2) από 1-5-2007 έως 30-6-2007 το ποσό των 970,96 ευρώ, 3) από 1-7 έως 31-7-2007 το ποσό των 1.065,69 ευρώ, 4) από 1-8 έως 30-9-2007 το ποσό των 1.121,04 ευρώ, 5) από 1-10 έως 31-12-2007 το ποσό των 1.157,76 ευρώ. Β) Για το έτος 2008: 1) από 1-1 έως 31-1-2008 το ποσό των 1.077,13 ευρώ, 2) από 1-2-2008 έως 30-6-2008 το ποσό των 1.163,30 ευρώ και 3) από 1-7 έως 31-12-2008 το ποσό των 1.236,15 ευρώ.

Γ) Για το έτος 2009: 1) από 1-1 έως 31-1-2009 το ποσό των 1.246,11 ευρώ, 2) από 1-2 έως 30-9-2009 το ποσό των 1.288,74 ευρώ και 3) από 1-10 έως 31-12-2009 το ποσό των 1.334,85 ευρώ. Δ) Για ολόκληρο το έτος 2010 το ποσό των 1.347,98 ευρώ και Ε) Για το έτος 2011 και δη από 1-1 έως 14-3-2011 το ποσό των 1.323,28 ευρώ. Πλην όμως οι καταβαλλόμενοι ως άνω μηνιαίοι μισθοί είναι κατώτεροι των νομίμων, ήτοι των προβλεπομένων από εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δενδροανθοκηπουρών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων", όπως αυτοί (νόμιμοι μηνιαίοι μισθοί) αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω.

Συνεπώς ο δεύτερος ενάγων δικαιούται τις διαφορές μεταξύ των καταβαλλόμενων και των νομίμων αποδοχών του ως ακολούθως: Α) Για το έτος 2007: 1) από 1-1-2007 έως 30-4-2007 (1.434,50 - 986,75 = 447,75 Χ 4 μήνες =) 1.791 ευρώ, 2) από 1-5 έως 30-6 2007 (1.434,50 - 970,96 = 464,54 Χ 2 =) 927,08 ευρώ, 3) από 1-7 έως 31-7-2007 (1.434,50 - 1.065,69 =) 368,81 ευρώ, 4) από 1-8 έως 30-9-2007 (1.434,50 - 1.121,04 = 313,46 X 2 =) 626,92 ευρώ και 5) από 1-10 έως 31-12-2007 (1.434,50 - 1.157,76 = 276,74 Χ 3 =) 830,22 ευρώ.

Β) Για το έτος 2008: 1) από 1-1 έως 31-1-2008 (1.590 - 1.077,13 =) 512,87 ευρώ, 2) από 1-2 έως 30-6-2008 (1.590 - 1.163,30 = 426,70 Χ 5 =) 2.133,50 ευρώ, 3) από 1-7 έως 31-12-2008 (1.590 - 1.236,15 = 353,85 X 6 =) 2.123,10 ευρώ. Γ) Για το έτος 2009: 1) από 1-1 έως 31-1-2009 (1.672 - 1.246,11 =) 425,89 ευρώ, 2) από 1-2 έως 30-9-2009 (1.672 - 1.288,74= 383,26 Χ 8 =) 3.066,08 ευρώ και 3) από 1-10 έως 31-12-2009 (1.672 - 1.334,85 = 337,15 Χ 3 =) 1.011,45 ευρώ και Δ) Για το έτος 2010: 1) από 1-1 έως 30-11-2010 (1.882 - 1.341,98 = 540,02 X 11 =) 5.940,22 ευρώ.

Ακόμη δικαιούται από 1-12 έως 31-12-2010 το ποσό των 1.882 ευρώ, δεδομένου ότι η εναγομένη για το μήνα αυτό ουδέν ποσό κατέβαλε κατά τα προεκτεθέντα στον ενάγοντα, ενώ δικαιούται για μηνιαίους μισθούς για το έτος 2011: 1) από 1-1 έως 28-2-2011 το ποσό των (1.882 Χ 2 =) 3.764 ευρώ και 2) από 1-3- έως 14-3-2011 το ποσό των (1.882: 25 = 75,28 Χ 10 ημερομ. =) 752,80 ευρώ.

Δικαιούται δηλαδή ο δεύτερος των εναγόντων για τις ανωτέρω αιτίες και δη για διαφορές μεταξύ των νόμιμων και των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών από 1-1-2007 έως 30-11-2010 και για δεδουλευμένες αποδοχές από 1-12-2010 έως 14-3-2011, το συνολικό ποσό των (1.791 + 927,08 + 368,81 + 626,92 + 830,22 + 512,87 + 2.133,50 + 2.123,10 + 425,89 + 3.066,08 + 1.011,45 + 5.940,22 + 1.882 + 3.764 + 752,80 =) 26.155,94 ευρώ.

Ακόμη δικαιούται: Α) Για διαφορές αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας τα ακόλουθα ποσά: 1) Για το έτος 2007: α) το ποσό των (1.434,50 - 1.121,04 =) 313,46 ευρώ για διαφορά αποδοχών αδείας και β) το ποσό των [1.434,50 Χ 1/2 = 717,25 - (1.121,04 Χ 1/2 =) 560,52 =] 156,73 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας, 2) για το έτος 2008: α) το ποσό των (1.590 - 1.236,15 =) 353,85 ευρώ για διαφορά αποδοχών αδείας και β) το ποσό των (795 - 618,13 =) 176,87 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας, 3) για το έτος 2009:

α) το ποσό των (1.672 - 1.288,74 =) 383,26 ευρώ για διαφορά αποδοχών αδείας και β) το ποσό των (836 - 644,38 =) 191,62 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας και 4) για το έτος 2010: α) το ποσό των (1.882 - 1.342,98 =) 540,02 ευρώ για διαφορά αποδοχών αδείας και β) το ποσό των (882 Χ 1/2 =) 941 ευρώ για επίδομα αδείας, δεδομένου ότι η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε στο δεύτερο ενάγοντα για την αιτία αυτή και Β) για διαφορές δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα τα πιο κάτω ποσά: 1) Για το έτος 2007:

α) το ποσό των (1.434,50 - 1.205,95 =) 229,55 ευρώ για διαφορά δώρου Χριστουγέννων και β) το ποσό των (717,25 - 538,93 =) 178,32 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα, 2) για το έτος 2008: α) το ποσό των (1.590 - 1.311,23 =) 278,77 ευρώ για διαφορά δώρου Χριστουγέννων και β) το ποσό των (795 - 621,42 =) 173,58 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα, 3) για το έτος 2009: α) για διαφορά δώρου Χριστουγέννων το ποσό των (1.672 - 1.413,23 =) 258,77 ευρώ και β) για διαφορά δώρου Πάσχα το ποσό των (836 - 672,44 =) 163,56 ευρώ και 4) για το έτος 2010:

α) το ποσό των 1.882 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων, δεδομένου ότι η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε στο δεύτερο των εναγόντων για την αιτία αυτή και β) το ποσό των (941 - 725,07 =) 215,93 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα. Η εναγομένη... πρότεινε παραδεκτά... την ένσταση καταχρηστικής άσκησης - αποδυνάμωσης του δικαιώματος του δευτέρου των εναγόντων περί καταβολής διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών για τα έτη 2007, 2008, 2009 και 2010, ισχυριζόμενη ότι από τη μακρόχρονη αδράνεια του ανωτέρω ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε την όχλησε για την καταβολή των διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών που αξιώνει με την αγωγή του και ουδέποτε προχώρησε στην οποιαδήποτε καταγγελία της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δημιουργήθηκε σ' αυτήν η αντικειμενικά δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθούν οι επίδικες αξιώσεις, η τυχόν ικανοποίηση των οποίων θα έχει αναμφισβήτητα δυσμενείς επιπτώσεις στην ήδη ιδιαίτερα βεβαρημένη οικονομική της κατάσταση, καθώς και ότι αυτές (δυσμενείς επιπτώσεις) θα είχαν αποτραπεί εάν ο δεύτερος των εναγόντων είχε ασκήσει εγκαίρως τις παραπάνω αξιώσεις του.

Η ένσταση αυτή της εναγομένης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., πρέπει όμως να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγόντων πολύ συχνά απευθυνόταν στο λογιστήριο της εναγομένης, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την καταβολή σ' αυτόν μικρότερων των νομίμων αποδοχών του...

Περαιτέρω η αδράνεια πράγματι του δευτέρου των εναγόντων (έγγαμου με ένα παιδί) να ασκήσει τα παραπάνω δικαιώματά του δεν ήταν προϊόν ελευθέρας επιλογής του αλλά επιβεβλημένης ανάγκης, ενόψει και της άμεσης επαγγελματικής του εξάρτησης από την εναγομένη. Επομένως η όποια διστακτικότητα και καθυστέρηση αυτού να ασκήσει τα ως άνω δικαιώματά του είναι κατανοητή και δικαιολογείται σε κάθε περίπτωση από την ανάγκη του δευτέρου την εναγόντων, όπως και κάθε εργαζομένου, να διασφαλίσει την εργασιακή του σχέση.

Έτσι και ενόψει την προαναφερθέντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προαναφερθείσα αδράνεια του δευτέρου των εναγόντων να ασκήσει τα ανωτέρω δικαιώματά του δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα τα διεκδικήσει αργότερα. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι, εάν ο δεύτερος των εναγόντων ασκούσε εγκαίρως τις αξιώσεις του, η εναγομένη θα ηδύνατο να ικανοποιήσει πλήρως και ολοσχερώς τις απαιτήσεις του αυτές, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η τελευταία, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού η εναγομένη ήδη από το έτος 2008 είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των 26.596 και 27.950 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των 19.238,50 και 57.325,15 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. σχετικά με τη μη καταχρηστικότητα της άσκησης αφενός μεν του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, αφετέρου δε του δικαιώματος του δευτέρου από αυτούς να αξιώσει τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2007-2010.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι οι ενάγοντες άσκησαν το παρεχόμενο σ' αυτούς από το νόμο δικαίωμα επίσχεσης αποκλειστικά και μόνο για το λόγο ότι η εναγομένη καθυστερούσε να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους που ανέρχονταν στα ποσά των 4.162,85 και 8.280,80 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία είναι σημαντικά για εργαζομένους οι οποίοι ως μόνα έσοδα που έχουν για το βιοπορισμό τους είναι οι αποδοχές από την εργασία τους, ότι τα οφειλόμενα ποσά αφορούσαν μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι δεδουλευμένες αποδοχές δύο και ημίσεος μηνών πλέον του επιδόματος αδείας του προηγούμενου έτους 2010 για τον πρώτο και τριών και ημίσεος μηνών πλέον του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010 για το δεύτερο, ότι η καθυστέρηση αυτή δεν οφειλόταν στους επικαλούμενους από την εναγομένη λόγους αλλά σε δική της ασυνέπεια και ότι δεν προέκυψε ότι η εναγομένη έκανε προτάσεις στους ενάγοντες να επιστρέψουν στην εργασία τους και να πληρώνονται καθημερινά διάφορα χρηματικά ποσά έναντι των οφειλομένων και ότι αυτοί αρνήθηκαν ούτε ότι, εξαιτίας της επισχέσεως εργασίας των εναγόντων, επιδεινώθηκε δραματικά η οικονομική κατάσταση της εναγομένης.

Εξ άλλου όσον αφορά τις αξιώσεις του δευτέρου ενάγοντος για καταβολή διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2007-2010 το εφετείο δέχθηκε ότι αυτός διαμαρτυρόταν στην εναγομένη για την καταβολή σ' αυτόν αποδοχών κατώτερων των νομίμων, ότι σε κάθε περίπτωση η διστακτικότητα και καθυστέρηση αυτού να ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά του δικαιολογείται από την ανάγκη αυτού, όπως και κάθε εργαζομένου, να διασφαλίσει την εργασιακή του σχέση και ότι συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αδράνειά του να ασκήσει τα ανωτέρω δικαιώματά του δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα τα διεκδικήσει αργότερα.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε το αγωγικό αίτημα του δευτέρου ενάγοντος για επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2007-2010 και απέρριψε την ένσταση της ιδίας για αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματός του, δεχόμενο ότι ο δεύτερος ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα σ' αυτήν για την καταβολή ποσών κατώτερων των οφειλομένων και ότι τούτο προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ενώ στην πραγματικότητα τούτο δεν προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με αυτόν η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι' αυτά καμμιά απόδειξη αλλά προβάλλει απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-4-20016 αίτηση για αναίρεση της 2/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα,στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ