Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court correctly rejected inadmissible counterclaims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider evidence and improperly declared counterclaims inadmissible. The court ruled that since the lower court's decision to reject the counterclaims was based on valid procedural grounds, the appeal was inadmissible and the appellant's arguments were irrelevant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11 lit. c Civil Procedure Code; Art. 559 para. 14 Civil Procedure Code: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision to reject counterclaims as inadmissible is legally sound, rendering the appeal arguments irrelevant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 653/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν.-Λ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Θεμιστοκλή Κλουκίνα .
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Ν. Δ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αστέριου Μωραϊτη, 2) Γ. συζ. Π. Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Παπασταύρου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-10-2008 αγωγή-αίτηση επαναφοράς-ανακοπή, από 22-10-2008 ανακοίνωση δίκης, της ήδη αναιρεσείουσας, και από 2-1-2009 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7898/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 3845/2013 οριστική του καθύλην αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2371/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την 23-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 22-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 γ’ ΚΠολΔ.
πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του επικληθέντα με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας και προσκομισθέντα απ’ αυτήν αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της, ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά το χρόνο επίδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, είχαν θετική γνώση περί του τόπου κατοικίας της στο Μικρό Βαθύ του Αγίου Νικολάου Κρήτης και ότι δεν ήταν άγνωστης διαμονής, κατά την έννοια του άρθρου 135 παρ. 1 ΚΠολΔ., και, παρά ταύτα, προέβησαν στις επίμαχες - κρίσιμες επιδόσεις σ’ αυτήν, εκ δόλου, ως άγνωστης διαμονής, με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση αυτών και έτσι να απωλέσει την προθεσμία άσκησης ένδικου βοηθήματος και να υποστεί δικονομική βλάβη, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το ακριβές αντίγραφο του πρακτικού γενικής συνέλευσης της 3ης Ιουνίου 2003 των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, μετά της επισυναπτόμενης σε αυτό από 1-6-2003 εξουσιοδότησης αυτής (αναιρεσείουσας), στην οποία αναγραφόταν ρητά ο τόπος κατοικίας της, από τα οποία προκύπτει α) η αυτοπρόσωπη εμφάνιση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά την ως άνω γενική συνέλευση και β) η γνωστοποίηση, σε όλους τους παρισταμένους, της παράστασης της αναιρεσείουσας δια της συγκεκριμένης εξουσιοδότησης, λόγω της κατοικίας της στο ως άνω μέρος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: " Η Γ. Χ. (ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα - δεύτερη εφεσίβλητη) άσκησε κατά της Ν. - Λ. Γ. (ήδη αιτούσας - ανακόπτουσας - ενάγουσας - εκκαλούσας) την από 3-4-2001 με αρ. κατ. 45573/2557/4-4-2001 αγωγή της, με τα σε αυτή αιτήματα, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η συζήτηση της αγωγής προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 31-5-2001 και κοινοποιήθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στη φερόμενη στο δικόγραφο αυτής διεύθυνση της εναγόμενης, ήτοι στην οδό ... στην Καισαριανή. Κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο η εναγόμενη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια αυτής δικηγόρο Μ. Ν.
και στις προτάσεις της, που κατέθεσε, δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας της την αναγραφόμενη και στην αγωγή (... - Καισαριανή). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 3955/2001 μη οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε με την παρουσία της εναγόμενης στο πιο πάνω διαμέρισμά της.
Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση από την ενάγουσα με την από 25-2-2003 κλήση της, για τη δικάσιμο της 20-11-2003. Ακριβές αντίγραφο της κλήσης αυτής με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε στην εναγομένη, φερόμενη στην κλήση ως κάτοικος ομοίως ως άνω (...-Καισαριανή), στις 21-5-2003, από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.
Κ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, ως αγνώστου διαμονής και δη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις υποδειχθείσες δύο εφημερίδες κατ’ άρθρο 135 παρ. 1 σε συνδυασμό με 134 παρ. 1 ΚΠολΔ, (βλ. την 341Β/21-5-2003 έκθεση επίδοσης), όπου στην τελευταία γίνεται ειδική μνεία ότι "είναι άγνωστης διαμονής" με τελευταία πρώην κατοικία την παραπάνω (... - Καισαριανή).
Ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής μάλιστα στο από 19-5-2003 "Υπηρεσιακό Σημείωμα", πριν από τη γενόμενη ως άνω επίδοση, αναφέρει ότι μετέβη στην παραπάνω διεύθυνση προκειμένου να επιδώσει την κλήση και στο διαμέρισμα της εναγομένης, πλην όμως άγνωστη γυναίκα από το διαμέρισμα αυτό τον βεβαίωσε ότι πράγματι το εν λόγω διαμέρισμα ανήκε στην εναγομένη, όμως του δήλωσε ότι δεν "γνωρίζει ακριβώς τη νέα διεύθυνσή της" ώστε ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής επέστρεψε το δικόγραφο στον δικηγόρο που παρήγγειλε την επίδοση.
Ακολούθως, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ερήμην της εναγόμενης, (σαν να ήταν όμως και αυτή παρούσα), εκδόθηκε η 869/2004 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία, έγινε δεκτή , κατά ένα μέρος η αγωγή και διατάχθηκε η εναγομένη με την απόφαση αυτή, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, να προβεί στις αναφερόμενες σε αυτήν εργασίες στα διαμερίσματα της ίδιας και της ενάγουσας στην πολυκατοικία της οδού ... - Καισαριανή, στην περίπτωση δε μη συμμόρφωσής της, να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.561,98 ευρώ.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εναγόμενη, ως αγνώστου διαμονής, στις 6-12-2005 από τον ίδιο παραπάνω δικαστικό επιμελητή Ν. Κ., κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας και δη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στις υποδειχθείσες δύο εφημερίδες κατ’ άρθρο 135 παρ. 1 σε συνδυασμό με 134 παρ. 1 ΚΠολΔ. (βλ.
την 2543Β/6-12-2005 έκθεση επίδοσης και τις σχετικές εφημερίδες). Κατά της απόφασης αυτής ουδένα ένδικο μέσο ασκήθηκε και έτσι κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη και περιβλήθηκε τον εκτελεστήριο τύπο στις 17-7-2007, ενώ χορηγήθηκε το 415/19-7-2007 πρώτο απόγραφο εκτελεστό στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας. Έχοντας η τελευταία (ενάγουσα) Γ.
Χ. στα χέρια της, τον παραπάνω εκτελεστό τίτλο, που είχε τον εκτελεστήριο τύπο, επέσπευσε σε βάρος της εναγομένης Ν. - Λ. Γ. αναγκαστική εκτέλεση. Η αναγκαστική αυτή εκτέλεση, άρχισε με την από 19-7-2007 επιταγή προς πληρωμή (εκτέλεση) κάτω από το Α απόγραφο εκτελεστό της παραπάνω απόφασης και ακολούθως την από 11-2-2008 εντολή προς εκτέλεση, που συνέταξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, προς τον δικαστικό Επιμελητή Ν.
Κ.. Το Α απόγραφο εκτελεστό με την κάτω από αυτό επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής για την καθής η εκτέλεση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 30-7-2007 και δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ..., όπως αυτό προκύπτει από την .../30-7-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή Ν. Κ.. Στη συνέχεια ο εν λόγω δικαστικός Επιμελητής συνέταξε την ...19-2-2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, την οποία ομοίως επέδωσε πάλι, ως αγνώστου διαμονής για την καθής η εκτέλεση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 20-2-2008 και δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ..., όπως αυτό προκύπτει από την .../20-2-2008 έκθεση επίδοσης του ιδίου παραπάνω δικαστικού Επιμελητή.
Μετά ταύτα, ο ίδιος δικαστικός Επιμελητής εξέδωσε την .../3-3-2008 περίληψη της άνω ...2008 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, που είχε συντάξει ο ίδιος. Στη συνέχεια, μετά την από 2-4-2008 εντολή του πληρεξουσίου της επισπεύδουσας προς αυτόν για την έκδοση Α επαναληπτικής Περίληψης, εκδόθηκε απ’ αυτόν (δικαστικό επιμελητή) η ...2-4-2008 Α επαναληπτική περίληψη της άνω ...2008 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, που είχε συντάξει ο ίδιος, και ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 14-5-2008, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12 - 14 μ.μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Φλώρου.
Την περίληψη αυτή ο ίδιος δικαστικός επιμελητής, επέδωσε πάλι, ως αγνώστου διαμονής για την καθ’ ης η εκτέλεση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ..., όπως αυτό προκύπτει από την .../14-4-200Γ έκθεση επίδοσης του ιδίου παραπάνω δικαστικού Επιμελητή. Τέλος, με βάση την παραπάνω επαναληπτική περίληψη έγινε πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου και συντάχθηκε η .../14-5-2008 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Φλώρου, ενώπιον της οποίας και διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός αυτός.
Στον πλειστηριασμό αυτό ανακηρύχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο ήδη εναγόμενος - 1ος εφεσίβλητος Κ. Δ.. Η συμβολαιογράφος αυτή, κατόπιν αίτησής του, εξέδωσε και του παρέδωσε την .../20-5-2008 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, μετά την καταβολή από αυτόν του πλειστηριάσματος, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου στις 20-5-2008 (βλ.
κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου του Κτηματολογικού Γραφείου Ζωγράφου). Το ακίνητο που κατασχέθηκε ως άνω και ακολούθως εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στον τελευταίο υπερθεματιστή, στον οποίο χορηγήθηκε και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ήδη εναγόμενο - 1° εφεσίβλητο Κ. Δ., είναι το ΣΤ1 διαμέρισμα του δώματος της επί της οδού ...
και ... πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Καισαριανή, εμβαδού 55 τμ, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της εναγόμενης και καθ’ ης η εκτέλεση Ν. - Λ. Γ. και αποτελεί το επίδικο στη διεκδικητική αγωγή. Η τελευταία, ήδη αιτούσα - ανακόπτουσα - ενάγουσα - εκκαλούσα, αφού άφησε να περάσουν άπρακτες οι προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, και δη της σταδιακής προσβολής των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας πράξεων εκτέλεσης με την άσκηση εμπρόθεσμων ανακοπών κατ’ αυτών, άσκησε ήδη την ένδικη από 9-10-2008 εκπρόθεσμη ανακοπή κατά των πιο πάνω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως και η ίδια ομολογεί το εκπρόθεσμο, στην οποία σωρεύει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η ανακοπή της και συγκεκριμένα οι σωρευόμενες στο δικόγραφο ανακοπές, προβάλλοντας ουσιαστικά ως λόγο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση την ακυρότητα των πιο πάνω επιδόσεων σε αυτήν των αναφερόμενων ειδικότερα πράξεων εκτέλεσης (επιταγής προς πληρωμή, έκθεσης κατάσχεσης και Α επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης) "ως αγνώστου διαμονής", ενώ κατά τα εκτιθέμενα, αυτή, κατά τους κρίσιμους χρόνους, ήταν "γνωστής διαμονής".
Τέτοια ακυρότητα προβάλλει έμμεσα και κατά των επιδόσεων "ως αγνώστου διαμονής", κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, τόσο της κλήσης που επαναφέρθηκε για συζήτηση η κατ’ αυτής αγωγή και εκδόθηκε η 869/2004 απόφαση που αποτέλεσε τον εκτελεστό κατ’ αυτής τίτλο, όσο και της επίδοσης της εν λόγω απόφασης, με την επίκληση ότι αυτή "ήταν γνωστής διαμονής".
Κατά το μέρος που προβάλλεται ακυρότητα των επιδόσεων της κλήσης και της απόφασης, δεν μπορεί να θεμελιώσει αυτή λόγο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτή (επαναφορά) δεν είναι επιτρεπτή μετά την τελεσιδικία της απόφασης (Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Τ. Α, έκδοση 1994, σε άρθρο 152, αρ. 10).
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους της 30-7-2007, 20-2-2008 και 14-4-2008, που επιδόθηκαν στην ήδη αιτούσα - ανακόπτουσα - ενάγουσα - εκκαλούσα αντίστοιχα οι ως άνω πράξεις της εκτέλεσης, ήτοι της επιταγής προς πληρωμή, έκθεσης κατάσχεσης και Α’ Επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης αντίστοιχα, ως αγνώστου διαμονής, αυτή ήταν πραγματικά "άγνωστης διαμονής", με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας και οι επιδόσεις ήταν έγκυρες.
Ειδικότερα, η τελευταία, η οποία κατοικούσε στο πιο πάνω διαμέρισμα, είχε μετοικήσει στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο Μικρό Βαθύ Αγίου Νικολάου, από την άνοιξη του 2000, πλην όμως εξακολουθούσε να δηλώνει στα δικόγραφα της εκκρεμούς τότε δίκης τη διεύθυνση αυτής και δη της προηγούμενης κατοικίας της, ... στην Καισαριανή, ενόψει του ότι κατά τη διετία 2000 - 2002 παρέμεινε εκεί η κόρη της.
Κατά τους κρίσιμους πιο πάνω χρόνους, που εξακολουθούσε να διαμένει στην Κρήτη, η πιο πάνω κατοικία της ήταν άγνωστη τόσο στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας και επισπεύδουσας την εκτέλεση, όσο και στην τελευταία, καθώς και τον δικαστικό επιμελητή που διενήργησε τις επιδόσεις, οι οποίοι παρά την επιμέλεια που επέδειξαν για την εξακρίβωση του τόπου κατοικίας ή διαμονής της, δεν κατέστη δυνατή η εν λόγω εξακρίβωση και πληροφορία για τη νέα της κατοικία.
Αυτή, (κατοικία ή διαμονή της εναγόμενης και καθ’ ης η εκτέλεση) ήταν άγνωστη κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, κατά τους κρίσιμους χρόνους, όπως άγνωστη ήταν, όπως προαναφέρθηκε, και κατά το χρόνο επίδοσης της κλήσης για μετ’ απόδειξη συζήτηση της αγωγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η 869/2004 απόφαση ερήμην της εναγόμενης, που αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο, όσο και κατά το χρόνο επίδοσης της απόφασης, που κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη, αφού σε αυτήν αναφέρεται ότι νόμιμα και έγκυρα χώρησε η ερημοδικία της εναγόμενης, που κλητεύθηκε "ως αγνώστου διαμονής".
Τη νέα της κατοικία ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας και επισπεύδουσας την εκτέλεση, η ίδια η ενάγουσα και ο δικαστικός επιμελητής που διενήργησε την επίδοση δεν μπόρεσε να πληροφορηθεί ούτε από τον πρώην μισθωτή του πιο πάνω διαμερίσματος κατά το χρονικό διάστημα 15-8-2002 ως 18-8-2004, Η. Μ., ούτε από το νέο μισθωτή Σ.
Μ. για το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 μέχρι και τον πλειστηριασμό αυτού, για λόγους που οφείλονταν στους ίδιους, που είτε αγνοούσαν τη νέα της κατοικία ή διαμονή της ή δεν ήθελαν να γνωστοποιήσουν αυτήν σε τρίτους κατά παράκληση ή εντολή της εναγομένης και καθ’ ης η εκτέλεση, παρά τα όσα αντίθετα βεβαίωσε ο πρώτος στην ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου.
Επίσης, τη νέα κατοικία της τελευταίας δεν μπόρεσαν να πληροφορηθούν τα πιο πάνω πρόσωπα (πληρεξούσιος δικηγόρος ενάγουσας - επισπεύδουσας - η ίδια η επισπεύδουσα και ο δικαστικός επιμελητής), ούτε από το διαχειριστή της πολυκατοικίας, Γ. Μ.. Ο τελευταίος, που εξετάστηκε ένορκα με επιμέλεια της πρώτης και ήδη αιτούσας - ανακόπτουσας - ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου είχε εισαχθεί αρχικά η επίδικη αίτηση - ανακοπή - αγωγή και είχε προταθεί με το δικόγραφο, όπως άλλωστε απαιτείτο κατ’ άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠολΔ , κατέθεσε ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν η Ν. - Λ.
Γ. αφότου έφυγε από την οικία της στην οδό ... και ότι είχε μόνο ένα νούμερο κινητού τηλεφώνου, το οποίο έδωσε στην ενάγουσα - επισπεύδουσα, που όμως σε σχετικές κλήσεις δεν απαντούσε. Συνακόλουθα των ανωτέρω, οι γενόμενες πιο πάνω επιδόσεις στην εναγομένη - καθ’ ης η εκτέλεση και ήδη αιτούσα - ανακόπτουσα - ενάγουσα των προαναφερόμενων πράξεων εκτέλεσης (επιταγής προς πληρωμή, έκθεσης κατάσχεσης και Α’ Επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης), "ως αγνώστου διαμονής" και δη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τη δημοσίευση σε δύο εφημερίδες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 135 παρ. 1 σε συνδυασμό με 134 παρ.1 ΚΠολΔ είναι καθόλα έγκυρες.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα και επισπεύδουσα την εκτέλεση, πριν από την επίδοση, ως αγνώστου διαμονής, κατ’ άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην εναγομένη και καθ’ ης η εκτέλεση στις 14-4-2008 της Α’ επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, που ορίστηκε και διενεργήθηκε ως άνω στις 14-5-2008, τήρησε τη διαδικασία πρόσκλησης μέσω εφημερίδων κατ’ άρθρο 135 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, (βλ.
φύλλα εφημερίδων ... της 1-4-2008 και ίδια της 11-4-2008), χωρίς να γίνει γνωστοποίηση των στοιχείων της κατοικίας της εναγομένης και καθ’ ης η εκτέλεση, με συνέπεια η ακριβής διεύθυνση αυτής να τεκμαίρεται άγνωστη για τον κρίσιμο εκείνο χρόνο της επίδοσης της εν λόγω πράξης εκτέλεσης και να μη χωρεί ανταπόδειξη.
Εξάλλου, ως προς τις επίμαχες επιδόσεις των πράξεων εκτέλεσης, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δη επίδοση στην προηγούμενη κατοικία της εναγομένης - καθ’ ης η εκτέλεση, ήτοι ... στην Καισαριανή, καθόσον η δυνατότητα τέτοιας έγκυρης επίδοσης στην παλαιά διεύθυνση εξαντλείται στα έγγραφα που αφορούν εκκρεμή δίκη (όπως και η οριστική απόφαση), όπως αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, και όχι, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που πρόκειται, για επιδόσεις πράξεων εκτέλεσης χωρίς να έχει γίνει γνωστή η κατοικία του καθ’ ου η εκτέλεση ή να είχαν γίνει επιδόσεις προηγούμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας σε γνωστή του κατοικία.
Επίσης, δεν μπορούσε να χωρήσει επίδοση των επίμαχων ως άνω πράξεων της εκτέλεσης στην αναφερόμενη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής πληρεξούσια δικηγόρο της εναγομένης - καθ’ ης η εκτέλεση Μ. Ν., που την είχε εκπροσωπήσει, η οποία προεχόντως δεν είχε την ιδιότητα του αντικλήτου κατ’ άρθρο 143 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα.
Συνακόλουθα και η σωρευόμενη με αυτήν ανακοπή κατά των πράξεων εκτέλεσης ήταν απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη και ως εκ τούτου απορριπτέα". Έτσι, προς σχηματισμό της ως άνω ουσιαστικής του κρίσης το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση σ’ αυτήν (απόφαση) ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων, οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίστηκαν από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και αναφέρονται ιδιαιτέρως στην απόφαση καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους κρίσιμους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, μολονότι δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα αναφορικά με ορισμένα από τα αποδεικτέα περιστατικά.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως πιο πάνω εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.
Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στα πλαίσια του πρώτου αναιρετικού λόγου, απέρριψε τις σωρευόμενες ως άνω ανακοπές και ως απαράδεκτες με επάλληλη αιτιολογία, δεχόμενο τα εξής: "Σε κάθε περίπτωση, η σωρευόμενη ανακοπή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά μεν το μέρος που διώκεται με αυτήν η ακύρωση όλων των πράξεων εκτέλεσης των προγενέστερων του πλειστηριασμού, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, καθόσον αυτή έπρεπε να στέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή και στην προκειμένη περίπτωση κατά της Γ.
Χ., και όχι κατά του υπερθεματιστή Κ. Δ., κατά δε το μέρος που διώκεται η ακύρωση του πλειστηριασμού, έπρεπε να στρέφεται τόσο κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή, όσο και κατά του υπερθεματιστή, δηλαδή και των δύο, που τελούν σε αναγκαστική ομοδικία και η απεύθυνση μόνο κατά του ενός συνεπάγεται το απαράδεκτο της ανακοπής".
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της απόφασης την αμέσως ανωτέρω κρίση του, για όσους λόγους εκτίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης, που αφορά την επάλληλη αιτιολογία της.
Ο λόγος, όμως, αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναιρέσεως επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι οι ανωτέρω ανακοπές απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, κατά τα προεκτεθέντα, στον από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
πρώτο αναιρετικό λόγο, ως εκ του εκπροθέσμου της ασκήσεώς τους, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, έτσι ώστε να μη τίθεται θέμα αναιρετικού ελέγχου της ως άνω επάλληλης αιτιολογίας. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 - 11 - 2015 αίτηση της Ν. - Λ. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2371/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει για μεν τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Ν. Δ. στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Γ. σύζ. Π. Χ., σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ