Supreme Court dismisses appeal against court building fund's claim for photocopying fees as abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Court Buildings Funding Fund against a lower court judgment ordering it to pay photocopying fees. The court held that while the Fund had a right to use photocopying machines in court buildings, its exercise of this right was abusive given the financial burden imposed on the opposing party. Consequently, the lower court's decision to deny the Fund's claim was upheld as legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 8 of Law 3466/1955: The right to use court building facilities is not absolute and may be denied if its exercise constitutes an abuse of right, particularly when it imposes disproportionate financial burdens on others without legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από το Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 420/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 16/2006).
Εξάλλου κατά το άρθρο 8 ν.3466/1955 "Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους στεγάζονται δωρεάν εντός των κτιρίων εις α στεγάζονται τα δικαστήρια, εφ' όσον υπάρχει πλεονάζων χώρος και δεν κέκτηνται ίδια κατάλληλα προς τούτο οικήματα, αδιακρίτως εάν τα οικήματα εις α στεγάζονται τα δικαστήρια έχουν μισθωθή ή ανήκουν κατά κυριότητα εις το Ελληνικόν Δημόσιον ή τα οικεία Ταμεία Ανεγέρσεως Δικαστικών Μεγάρων και Φυλακών".
Κατά τη σαφή έννοια της πιο πάνω διατάξεως με αυτήν δεν παρέχεται δικαίωμα στους δικηγορικούς συλλόγους να παραχωρούν σε τρίτους τους πιο πάνω χώρους που τους παραχωρήθηκαν δωρεάν κατά τα ανωτέρω, προκειμένου εκείνοι (οι τρίτοι) ν' ασκούν εμπορική δραστηριότητα στους χώρους αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με την αριθμ.945/26-2-2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του καθ' ου η ανακοπή [ήδη αναιρεσείοντος] Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑΧΔΙΚ) εγκρίθηκε η διενέργεια δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκμίσθωση χώρου εμβαδού 7,4 τετραγωνικών μέτρων στο υπόγειο του νέου δικαστικού μεγάρου Κατερίνης για την εγκατάσταση φωτοτυπικών μηχανημάτων.
Στη συνέχεια με την 828/1-12-2004 διακήρυξη του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Κατερίνης διενεργήθηκε στις 20-1-2005 επαναληπτικός δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός για την εκμίσθωση του παραπάνω χώρου και στην 981/22-3-2005 συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του καθ' ου εγκρίθηκαν τα πρακτικά του επαναληπτικού δημόσιου διαγωνισμού και το αποτέλεσμα αυτού κατακυρώθηκε στην πλειοδότρια ανακόπτουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] με μηναίο μίσθωμα ύψους 473 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2002, σχεδόν ταυτόχρονα με την εγκατάσταση των δικαστικών υπηρεσιών στους χώρους του νέου δικαστικού μεγάρου Κατερίνης, σε δύο χώρους αυτού που παραχωρήθηκαν δωρεάν από το καθ' ου ΤΑΧΔΙΚ στο Δικηγορικό Σύλλογο Κατερίνης και συγκεκριμένα στο ισόγειο, δίπλα στην είσοδο του μεγάρου και στον πρώτο όροφο του κτιρίου, δίπλα στην είσοδο του πρωτοδικείου και της εισαγγελίας, εγκαταστάθηκαν φωτοτυπικά μηχανήματα από ιδιώτες, κατόπιν παραχώρησης των σχετικών χώρων από τον ως άνω δικηγορικό σύλλογο, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Η παραχώρηση στους δικηγορικούς συλλόγους της χρήσης χώρων μέσα σε δικαστικά μέγαρα που ανήκουν στο Δημόσιο ή στο ΤΑΧΔΙΚ γίνεται δυνάμει της διάταξης του άρθρου 8 του ν.3466/1955 ... Από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι δίνεται δυνατότητα στους δικηγορικούς συλλόγους να παραχωρούν σε τρίτους χώρους που τους παραχωρήθηκαν δωρεάν κατά τα ως άνω, προκειμένου αυτοί (τρίτοι) να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες εντός αυτών, όπως η εκμετάλλευση φωτοτυπικών μηχανημάτων, όπως και το ίδιο το καθ' ου δέχθηκε κατά την 996/1-3-2006 συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού (23ο θέμα).
Από το Δικηγορικό Σύλλογο Κατερίνης δηλώθηκε ότι η εγκατάσταση των ιδιωτών έγινε προσωρινά για να εξυπηρετηθούν τα μέλη του, γιατί δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα εντός του δικαστικού μεγάρου και δεν υπήρχε αντίστοιχη επιχείρηση σε κοντινή απόσταση. Με το 852/8-12-2004 έγγραφο του Πρωτοδικείου Κατερίνης γνωστοποιήθηκε στο καθ' ου η ανακοπή ΤΑΧΔΙΚ η ανωτέρω εγκατάσταση των ιδιωτών χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων.
Το τελευταίο όμως δεν έλαβε κανένα μέτρο ώστε να απομακρυνθούν οι ανωτέρω ιδιώτες μέχρι τις 20-1-2005 που έλαβε χώρα η διακήρυξη του προαναφερόμενου δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού ούτε και μετά την κατακύρωση του αποτελέσματος στην ανακόπτουσα στις 22-3-2005. Στα μέσα Μαΐου του 2005 κοινοποίησε στην τελευταία την κατακυρωτική του απόφαση και την κάλεσε ...
να προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης. Η ανακόπτουσα απέστειλε προς το καθ' ου και προς το Πρωτοδικείο Κατερίνης την από 30-5-2005 επιστολή της, με την οποία δήλωνε ότι προτίθεται να προβεί άμεσα στην υπογραφή της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι το ΤΑΧΔΙΚ θα της παρείχε εγγράφως την εξασφάλιση ότι θα παύσει η λειτουργία των φωτοτυπικών μηχανημάτων που λειτουργούν στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο του δικαστικού μεγάρου χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις.
Παρόλα αυτά το καθ' ου δεν απάντησε στο ως άνω έγγραφο της ανακόπτουσας και λόγω παρέλευσης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να προσέλθει η ανακόπτουσα για την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης, με απόφασή του που λήφθηκε κατά την 986/15-7-2005 συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού, την κήρυξε έκπτωτη, αν και αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ότι σε ανάλογη περίπτωση, όπως αυτή των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθηνών, όπου ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είχε εγκαταστήσει ιδιώτες στο χώρο που του είχε παραχωρηθεί, μετά από αίτημα του μισθωτή, ανατέθηκε το θέμα στο γραφείο του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη λήψη των απαραίτητων νόμιμων μέτρων προς αποβολή των ιδιωτών.
Παράλληλα αποφασίσθηκε η κατάπτωση της εγγύησης που είχε καταβάλει η ανακόπτουσα, η κατακύρωση του διαγωνισμού στον τελευταίο πλειοδότη Κ. Μ. με μηναίο μίσθωμα 350 ευρώ και ο καταλογισμός του ποσού των 17.712 ευρώ σε βάρος της ανακόπτουσας, που αποτελεί την επί το έλαττον διαφορά μεταξύ του μηνιαίου μισθώματος που είχε προσφέρει αυτή (473 ευρώ) και αυτού που προσέφερε ο αμέσως επόμενος από αυτήν πλειοδότης Κ.
Μ. (350 ευρώ) για χρονικό διάστημα 12 ετών, όση δηλαδή είχε οριστεί με τη διακήρυξη η διάρκεια της μίσθωσης. Το ποσό αυτό βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας για λογαριασμό του καθ' ου στην Α' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης και εκδόθηκε η αριθμ. 851/20-9-2005 προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση χρεών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω μισθωτής λόγω του κινδύνου επιβολής από το ΤΑΧΔΙΚ σε βάρος του των ίδιων ποινών που επιβλήθηκαν στην ανακόπτουσα ...
υπέγραψε την 706/2005 σύμβαση μίσθωσης στις 25-10-2005. Πριν περάσουν όμως δύο μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, με την από 12-12-2005 αναφορά του ο εν λόγω μισθωτής κατήγγειλε τους ανωτέρω ιδιώτες που λειτουργούσαν φωτοτυπικά μηχανήματα και ζήτησε από το διοικητικό συμβούλιο του καθ' ου να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την απομάκρυνσή τους, δεδομένου ότι ήταν αδύνατο να επιβιώσει οικονομικά.
Κατόπιν αυτών το καθ' ου ΤΑΧΔΙΚ αποφάσισε κατά την 996/1-3-2006 συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού την υποβολή αιτήματος από την Επιτροπή Διοίκησης, Διαχείρισης και Λειτουργίας του Δικαστικού Μεγάρου Κατερίνης προς το δικηγορικό σύλλογο για την άμεση απομάκρυνση των ιδιωτών που εκμεταλλεύονται τα φωτοτυπικά μηχανήματα και σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως του αιτήματος αυτού ανατέθηκε το θέμα στο αρμόδιο δικαστικό γραφείο για τη λήψη των απαραίτητων νομίμων μέτρων προς αποβολή των ανωτέρω ιδιωτών.
Ενόψει όλων όσων αποδείχθηκαν σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ανακόπτουσα υπέστη ζημία από τη μη εκτέλεση της σύμβασης, δεδομένου ότι κατέπεσε η εγγύηση που είχε καταβάλει και επιπλέον δαπάνησε διάφορα ποσά για την ασφάλισή της στο ΤΕΒΕ λόγω της έναρξης επιτηδεύματος στην οποία προέβη αφού πίστεψε ότι θα λειτουργούσε την παραπάνω επιχείρηση εκμετάλλευσης φωτοτυπικών μηχανημάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του καθ' ου που λήφθηκε στην 986/15-7-2005 συνεδρίαση αυτού κατά το σκέλος της που αφορά τον καταλογισμό σε βάρος της ανακόπτουσας του ποσού των 17.712 ευρώ και η 851/20-9-2005 ατομική ειδοποίηση χρεών της Α' Δ.Ο.Υ.
Κατερίνης, καθώς και η σχετική πράξη βεβαίωσης και καταλογισμού, είναι άκυρες γιατί προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος του καθ' ου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη. Η μη τήρηση της προθεσμίας εκ μέρους της ανακόπτουσας για την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή ανέμενε εύλογα την απάντηση του καθ' ου στην από 30-5-2005 επιστολή που του απέστειλε και την άρση της παραβίασης των σχετικών διατάξεων του νόμου, σύμφωνα με τις οποίες η χρήση χώρων εντός του δικαστικού μεγάρου παραχωρείται κατόπιν δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για να καταστεί δυνατή η οικονομική επιβίωσή της (ανακόπτουσας), η οποία δεν θα ήταν δυνατή με την παράλληλη λειτουργία των δύο άλλων επιχειρήσεων φωτοτυπικών μηχανημάτων.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από την αναφορά προς το ΤΑΧΔΙΚ για τη λήψη των νόμιμων μέτρων για την απομάκρυνση των δύο άλλων επιχειρήσεων εκμετάλλευσης φωτοτυπικών μηχανημάτων του επόμενου μετά την ανακόπτουσα πλειοδότη Κ. Μ. λόγω της οικονομικής ζημίας που υφίστατο από την παράλληλη λειτουργία τους, που είχε ως αποτέλεσμα την απόφαση από το καθ' ου λήψης μέτρων απομάκρυνσης των ως άνω επιχειρήσεων, όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς ο καταλογισμός του ανωτέρω ποσού των 17.712 ευρώ σε βάρος της ανακόπτουσας δημιουργεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός του και καθίσταται αντίθετος με τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ. Το γεγονός ότι η ανακόπτουσα γνώριζε την ύπαρξη των δύο άλλων επιχειρήσεων φωτοτυπικών μηχανημάτων όταν έλαβε μέρος στο διαγωνισμό δεν αναιρεί τα ανωτέρω, δεδομένου ότι αυτή, όπως και κάθε καλόπιστος ιδιώτης που συναλλάσσεται με το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εξομοιώνονται με αυτό, εύλογα αναμένει την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου όταν αυτές παραβιάζονται".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε τους λόγους της εφέσεως με τους οποίους το αναιρεσείον παραπονείτο για την παραδοχή της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, περαιτέρω δε δέχθηκε μερικώς την έφεση κατά το μέρος της που αφορούσε την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά τη σχετική διάταξή της, καταδίκασε το αναιρεσείον στο (κατώτερο του πρωτοδίκως επιδικασθέντος υπέρ της αναιρεσίβλητης) ποσό των 250 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα δεν ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 8 ν. 3466/1955, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, παρέχεται μεν δικαίωμα στους δικηγορικούς συλλόγους να στεγάζονται δωρεάν μέσα στα κτίρια στα οποία στεγάζονται τα δικαστήρια, όχι όμως και να παραχωρούν σε τρίτους τους πιο πάνω χώρους που τους παραχωρήθηκαν δωρεάν, προκειμένου εκείνοι (οι τρίτοι) ν' ασκούν εμπορική δραστηριότητα στους χώρους αυτούς.
Περαιτέρω το εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος. Δεν ήταν δε αναγκαίο για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της καταχρηστικότητας να αναφερθεί υποχρεωτικά στην απόφαση ότι το αναιρεσείον, με συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του που προηγήθηκαν της ασκήσεως του δικαιώματός του, δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα αυτό ή ότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την επίδοση στην αναιρεσίβλητη της κατακυρωτικής αποφάσεως μέχρι τη λήψη της αποφάσεως περί καταλογισμού, διαμορφώθηκε από προηγούμενη συμπεριφορά του μία πραγματική κατάσταση που δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την πιο πάνω εύλογη πεποίθηση, η οποία ανατράπηκε με την απόφαση καταλογισμού.
Εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται οι δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δηλαδή η οικονομική της ζημία και ειδικότερα η ήδη επελθούσα (κατάπτωση της εγγυήσεως, δαπάνη για την ασφάλισή της στο ΤΕΒΕ) αλλά και η επαπειλούμενη (καταλογισμός σε βάρος της με τις προσβαλλόμενες πράξεις του ποσού των 17.712 ευρώ), καθώς και το όφελος του αναιρεσείοντος ανερχόμενο στο ίδιο ποσό των 17.712 ευρώ.
Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης δεν ήταν αναγκαίο να περιέχεται σ' αυτήν παραδοχή ότι, κατά τη διακήρυξη του διαγωνισμού ή με βάση κάποια διάταξη του νόμου, η αναιρεσίβλητη ως πλειοδότρια θα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως φωτοτυπικών μηχανημάτων μέσα στο δικαστικό μέγαρο, αφού άλλωστε τέτοια παραδοχή θα συνεπαγόταν την ανυπαρξία και όχι την καταχρηστικότητα του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αλλά αντίθετα έγινε δεκτό ότι το αναιρεσείον είχε το δικαίωμα αυτό, η άσκηση του οποίου όμως ήταν καταχρηστική.
Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον, κατ' επίκληση πλημμέλειας, ρητώς μεν από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., εμμέσως δε αλλά σαφώς και από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να μην καταδικασθεί όμως το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης διότι η τελευταία, παραστάσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και μη έχοντας καταθέσει έγγραφες προτάσεις, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) για αναίρεση της 160/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 20 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ