Supreme Court annuls lower court's cadastral correction ruling due to lack of statutory prerequisite for property owners' benefit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the second instance court's decision to correct the cadastral map regarding specific properties. The lower court failed to verify that the property owners met the statutory prerequisite of acquiring their land adjacent to the newly opened roads before assessing other benefits. Consequently, the court ruled that the correction lacked a legal basis and ordered the annulment of the specific correction clause while assigning costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(3) and 559(1) of the Law on Cadastral Maps and Land Registry; The court must first verify the statutory prerequisite of acquiring land adjacent to newly opened roads before assessing potential benefits for property owners, and a correction of the cadastral map is invalid if this prerequisite is absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Βασιλείου Κυριαζόπουλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - των καθού η κλήση: 1 Δ. Κ. , κατοίκου ... , 2. Γ. Θ. του Χ., κατοίκου ... , 3. Τ. Μ. του Γ. , κατοίκου ... , 4.Δ. Σ. του Τ., κατοίκου ... , 5. Η. Π. του Β., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 220 και 225) 6. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στο .., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεοφάνη Παντελιά, και κατέθεσε προτάσεις, 7.
Σ. Α. του Κ., κατοίκου ... , 8. Σ. Ε. συζ. Ι. Σ. , κατοίκου ... 9. Σ. Σ. χήρας Ρ. Κ. κατοίκου ... , (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 102), 10. Μ. Κ. του Ρ. , κατοίκου ... (αρ.ιδ.102) 11. Ν. Α. συζ. Ε., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 104), 12. Τ. Δ. του Θ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 123), 13.
Μ. Ε. χήρα Δ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 124, 125 και 126). 14. Π. Λ. του Σ., 15 Π. Θ. του Σ. , αμφοτέρων, κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 130), 16. Μ. Κ. του Ν. , κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 135,136,139,140), 17. Γ. Σ. του Β., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 137), 18.
Λ. Ε. του Α. 19 Λ. Θ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 144). 20. Μ. Σ. του Δ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 147), 21. Β. συζ. Ι. Ρ. το γένος Α. Μ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 156), 22. Ε. Α. του Δ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 175), 23.
Ε. Θ. του Ι., 24 Ε. Π. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ... …25. Π. Η. του Α. , κατοίκου ... , (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 188), 26. Ν. Α. του Ε., κατοίκου ... , (ιδιοκτησίες με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 189 και 191), 27. Λ. Γ. του Σ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 192), 28. Κ. Κ. συζ. Ν. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 193), 29.Ι.
Π. του Γ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμ. κτημ. πιν. 183), 30. Κ. συζ. Β. Τ. κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183), 31. Χ. Τ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183), 32. Λ. Τ. του Β., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183), 33. Λ. συζ. Β. Β., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183), 34.
Κληρονόμων του αποβιώσαντος πριν από την από 7-11-208 αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου, Α. Α. του Α. (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183): 1. Α. Α., χήρας Α. το γένος Ε. Μ., 2 Δ. Α. του Α. 3. Α. Α. του Α. , κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην ... , 4. Κ. Α. του Α. , κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην ... . 35.
Η. Κ. του Σ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183), 36. Κ. Κ. του Σ. , κατοίκου εξωτερικού (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 183), 37. Μ. Τ. του Γ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησίας με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 201), 38. Μ. Δ. του Γ. , κατοίκου ... ( ιδιοκτησίας με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 201), 39.
Κ. Τ. του Α. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 206), 40. Ρ. Α. του Σ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 205), 41. Π. Κ. του Α. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 210), 42 Ζ. Α. του Α. , (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 211), 43. Γ. Χ. του Β. , κατοίκων ... , (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 211), 44.
Σ. Δ. του Τ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 214, 212, 217 και 219), 45. Κ. Γ. του Σ., 46. Κ. Σ. του Σ. , κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 216), 47. Ε. Γ. του Θ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 226), 48. Γ. Θ. του Η. , κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 226), 49.
Κ. Γ. του Φ. , κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς 221, 223).
Από τους αναιρεσίβλητους οι: 1ος, 2ος, 30ος, 31η, 32ος, 33η, 34οι (1,2,3,4), 47ος δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η υπό στοιχείο 6 αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσε προτάσεις, άπαντες οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θρασύβουλου Κονταξή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τέσσερες αντίθετες αιτήσεις περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως: η με αριθ. Εκθ. Κατ. 177/2006 του ήδη αναιρεσείοντος και οι με αρ εκθ. Κατ. 282/2006, 61/2008, 69/2008 των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας. Μετά από συνεκδίκαση των αιτήσεων καθώς και των κύριων παρεμβάσεων εκδόθηκε η απόφαση 137/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2008 αίτησή του καθώς και με την από 18-7-2011 κλήση του.
Εκδόθηκε η 862/2012 απόφαση που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση το αναιρεσείον με την από 7-6-2013 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 5-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λαμπρόπουλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου και την παραδοχή των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του 6ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62§1 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατο του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 §1 εδάφ. δ' Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573§1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωση της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικαστικές πράξεις εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
α' Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
Α.Π. 27/1987, Α.Π. 1318/2010, 923/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση 54/11-11-2008 αίτηση αναίρεσης κατά της 137/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, απευθύνεται και κατά του τριακοστού τέταρτου αναιρεσίβλητου Α. Α. , ο οποίος, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, έχει αποβιώσει στις 4-6-2008, ήτοι μετά το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Λαμίας προς έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (11-3-2008) και πριν την άσκηση της αναίρεσης.
Από τα αυτά δε στοιχεία και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός για γνωστοποίηση στο αναιρεσείον του θανάτου τούτου κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της αναίρεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αναίρεση κατ' αυτών, τους οποίους κάλεσε το πρώτον με την από 18-7-2011 κλήση να παραστούν στη δικάσιμο της 27-1-2012, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η 862/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους, λόγω μη επίδοσης στους εν λόγω κληρονόμους, πέραν της ως άνω κλήσης, και της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, είναι έγκυρη και ισχυρή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παρόλο που στρέφεται και κατά προσώπου αποβιώσαντος.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι Δ. Κ., Γ. Θ., Κ. Τ., Χ. Τ., Λ. Τ., Λ. Β., οι κληρονόμοι Α. Α. , δηλαδή οι Α. Α., Δ. Α., Α. Α. και Κ. Α., και ο Ε. Γ., οι οποίοι, όπως προκύπτει από την από 26-9-2013 έκθεση τοιχοκόλλησης της Προϊσταμένης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, περί δημοσιεύσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του Α.Π. επικυρωμένων αντιγράφων της 54/11-11-2008 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και της από 7-6-2013 κλήσης αυτού, την από 27-9-2013 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δήμου Δομοκού Ν. Φθιώτιδος Γ. Κ., περί δημοσιεύσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του ως άνω Δήμου επικυρωμένων αντιγράφων των ανωτέρω δικογράφων, την από 30-9-2013 έκθεσης τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δήμου Λαμιέων Ε.. Σ. και τη δημοσίευση ειδοποιήσεως των απόντων αναιρεσιβλήτων σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα (Γενική Δημοπρασιών, Ηχώ των Δημοπρασιών και Εφημερίς Δημοπρασιών και Πλειστηριασμών) και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην Λαμία (Λαμιακός Τύπος), κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.4 ν. 2882/2001, όπως προστέθηκε με άρθρο 131 παρ.2 ν. 4070/2012, για να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη 54/11-11-2008 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 137/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 29-1-2004 αίτηση του ζήτησε τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης της εδαφικής έκτασης, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Π.Ε.Ο. Λαμίας - Λάρισας τμήμα διασταύρωση Παλαμά έως διασταύρωση Ομβριακής πλην περιοχής Μεταλλείων χ.θ. 21 + 140 -χ.θ.27+873 και χ.θ. 28+928 - χ.θ. 32 + 220. Επί της αίτησης αυτής του Δημοσίου και των ανταιτήσεων και παρεμβάσεων των καθ' ών -αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η 31/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο τις έκανε εν μέρει δεκτές και καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας των ένδικων ακινήτων στα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.
Το Δημόσιο άσκησε την από 19-4-2006 αίτηση προς το Εφετείο Λαμίας, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων και των επικειμένων τους. Η αίτηση αυτή συνεκδικάσθηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις των α) Κ. Χ. κ.λ.π., β) Α. Σ. κ.λ.π., γ) Α. Π. κ.λ.π. και δ) "….", επ' αυτών δε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτή το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων ως εξής: Α. Για τα υπ' αρ. 220 και 240 ακίνητα σε 30 ευρώ το τ.μ. Β. Για τα λοιπά ακίνητα σε 14 ευρώ ανά τ.μ. τα ξηρικά και σε 20 ευρώ ανά τ.μ. τα ποτιστικά. Επίσης καθόρισε οριστική αποζημίωση για τα επικείμενα συστατικά των απαλλοτριωθέντων στα διαλαμβανόμενα σ' αυτή ποσά, διόρθωσε τον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως προς ορισμένα ακίνητα, δεχόμενο σχετικά αιτήματα ανατροπής τεκμηρίου ωφελείας και αναγνωρίζοντας ότι οι αιτούντες δικαιούνται αποζημίωση για το σύνολο των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων των ακινήτων τους, ενώ διόρθωσε τον εν λόγω πίνακα και ως προς τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις των υπ' αρ. 15, 32, 201 και 214 ακινήτων αυτού.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του ν. 2882/2001 "1. Για την έκδοση απόφασης κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης απαιτούνται: "α) κτηματολογικό διάγραμμα, το οποίο να απεικονίζει την απαλλοτριούμενη έκταση και τις ιδιοκτησίες, ύστερα από έλεγχο και εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας, εκτός των περιπτώσεων όπου έχουν οριστικοποιηθεί οι κτηματολογικές εγγραφές" β) κτηματολογικός πίνακας ο οποίος να εμφανίζει τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων ακινήτων, το εμβαδόν κάθε ιδιοκτησίας, καθώς και όλα τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία των κατασκευών και λοιπών συστατικών που τυχόν υπάρχουν σε κάθε ιδιοκτησία ... 2. "Το κτηματολογικό διάγραμμα και ο πίνακας συντάσσονται υποχρεωτικά με βάση τις τελευταίες αποτυπώσεις των ιδιοκτησιών από δημόσια αρχή ...
Αν η αρχή που είναι αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης κρίνει ότι τα στοιχεία των περιπτώσεων α' και β' της προηγούμενης παραγράφου είναι ατελή ή έχουν ανάγκη διόρθωσης, τα αναπέμπει στην υπηρεσία που τα συνέταξε ή ενέκρινε προς συμπλήρωση ή διόρθωση.". Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του ίδιου νόμου "1.
Ο προσδιορισμός της αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 18 και επόμενα και η αναγνώριση των δικαιούχων, κατά τα άρθρα 26 και επόμενα, χωρούν με βάση τα κατά το άρθρο 3 παράγραφος 1 κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα. 2. Σε περίπτωση που ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή κάθε ενδιαφερόμενος θεωρεί ότι το διάγραμμα και ο πίνακας είναι εσφαλμένα, μπορούν με αίτηση τους να ζητήσουν τη διόρθωση ή συμπλήρωση.
Το ίδιο δικαίωμα έχει το κατά περίπτωση αρμόδιο, κατά το άρθρο 1, για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης όργανο, η οικεία Κτηματική Υπηρεσία, ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και ο υπόχρεος να καταβάλλει την αποζημίωση.....8. Κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή την πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και του πίνακα, λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, υπό την προϋπόθεση να έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα, τουλάχιστον ενενήντα (90) ημέρες πριν από την αρχική ή την μετ' αναβολή δικάσιμο, στην αρχή που τα συνέταξε, προκειμένου να τηρηθεί η διαδικασία διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων κατά τις προηγούμενες παραγράφους".
Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Έτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή κρίθηκε ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (Ολ.
ΑΠ 10/2004, 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.
Α.Π. 10/2004 και 11/2004). Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις που ισχύουν για το κράτος μέλος.
Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης (Α.Π. 528/2009, 591/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ,9 Κ.Πολ.Δ,, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα της εν λόγω απαλλοτρίωσης κατά τις ανακριβείς αναφορές του, ως προς την απαλλοτριωθείσα έκταση των ακινήτων με τους αριθμούς 15 (από 441 τ.μ.
σε 455,16 τ.μ.), 32 (από 1.450 τ.μ. σε 2.193 τ.μ.), 201 (από 3.792 τ.μ. σε 4.007 τ.μ.) και 214 (από 1.095 τ.μ. σε 1.300,75 τ.μ.), χωρίς οι φερόμενοι ως κύριοι αυτών Δ. Κ., Γ. Θ., Τ. Μ. και Δ. Σ. , αντίστοιχα, να έχουν υποβάλει αίτημα ούτε για αναγνώριση τους, ως δικαιούχων, ούτε για τη συγκεκριμένη διόρθωση. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο τούτο, διότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., η οποία προσήκει, και όχι σε εκείνες του άρθρου 559 αρ. 1 ή αρ. 5 Κ.Πολ,Δ.,τις οποίες αποδίδει το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αφού αρμοδίως και νομίμως θα μπορούσε το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας να επιληφθεί του σχετικού αιτήματος, αν είχε υποβληθεί κατά τη δίκη για αναγνώριση δικαιούχων.
Όμως ο τέταρτος λόγος καθ' όσο μέρος αφορά στην υποτιθέμενη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα, κατά την ανακριβή αναφορά του ως προς την απαλλοτριωθείσα έκταση του υπ' αριθμόν 240 ακινήτου της αναιρεσίβλητης εταιρείας .., πρέπει να απορριφθεί, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι, ως προς το ακίνητο αυτό δεν διατάχθηκε με την προσβαλλομένη η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, την οποία η αναιρεσίβλητη εταιρεία ζήτησε μεταγενέστερα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά τη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων, και η οποία διατάχθηκε με την 387/2009 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη στη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα και περιέλαβε στην ιδιοκτησία του πέμπτου αναιρεσίβλητου Η. Π. και το υπ' αρ. 220 ακίνητο, το οποίο δεν περιλαμβανόταν στον κτηματολογικό πίνακα, αλλά μόνο στο οικείο κτηματολογικό διάγραμμα, κρίνοντας ότι η παράλειψη της αναφοράς του στον ως άνω πίνακα έγινε από προφανή παραδρομή. Είναι δε απορριπτέος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχει διάταξη διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα κατά το στοιχείο τούτο, αντιθέτως η εν λόγω διόρθωση έγινε με την 91/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε την οικεία αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων.
Κατά το άρθρο 25 του "ΚΑΑΑ", ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 8/1999).Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.
Α.Π. 7/2006, Α.Π. 71/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης των υπ' αριθ. 220, 225 και 240 ιδιοκτησιών του κτηματολογικού πίνακα, έλαβε υπόψη του ότι τα ακίνητα αυτά δεν είναι απλές ακάλυπτες αγροτικές εκτάσεις, αλλά ήδη διαμορφωμένες και λειτουργούσες επαγγελματικές εγκαταστάσεις (επιχειρήσεις πρατηρίου καυσίμων και βιοτεχνία παραγωγής και διάθεσης σκυροδέματος και άλλων οικοδομικών υλικών).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και λαμβάνοντας υπόψη για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης, ως προς τα ακίνητα αυτά, τα προαναφερόμενα στοιχεία, που συνδέονται με τη πρόσοδο τους, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο".
Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια ... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.)περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.Α.Π. 5/2002).
Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν1 αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.
Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 5/2002, Α.Π. 300/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του για το υπ' αρ. 240 ακίνητο, της εταιρείας "…", προσδιόρισε και αποζημίωση, ύψους 13.232,78 ευρώ, επίχωσης του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου (και όχι όλου του ακινήτου, όπως διατείνεται το αναιρεσείον) με φερτό υλικό, το οποίο αγόρασε και μετέφερε η εν λόγω αναιρεσίβλητη με σκοπό τη δημιουργία οριζοντίου επιπέδου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατασκευή των εγκαταστάσεων της βιοτεχνίας παραγωγής και διάθεσης σκυροδέματος και άλλων οικοδομικών υλικών, ως συστατικού, δεν έσφαλε στην εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, 9/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κ.λ.π ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων, νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών, ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι είκοσι μέτρων πλάτους αυτών προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεως εθνικών οδών, πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, ορίστηκε, ότι ως παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του, ως άνω, άρθρου παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ 53/1974., αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης δ/άταξης του ημεδαπού δικαίου και επομένως και της, ως άνω, διάταξης του Ν. 653/1977, Κατά συνέπεια το ανωτέρω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.
Με την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, ορίστηκε ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. Κατά την παρ 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης, ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του Κτηματολογικού Πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.
Κατά την παρ 3 του ίδιου άρθρου η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας σε προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή. Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι η ισχύς του παρόντος νόμου α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεστεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι το χρόνο της έναρξης ισχύος του (Α,Π. 401/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι φερόμενοι ως κύριοι των υπ' αρ. Κ.Π. 102, 104, 105, 123, 124, 125, 126, 130, 137, 135, 136, 139, 140, 144, 147, 156, 158, 175, 160, 187, 188, 189, 191, 192, 193, 183, 201, 205, 206, 210, 211, 212, 215, 217, 219, 216, 226, 221, 223 ακινήτων, υπέβαλαν αίτημα περί ανατροπής του μαχητού τεκμηρίου ότι,ως παρόδιοι, ωφελήθηκαν από Την απαλλοτρίωση.
Επί του αιτήματος αυτού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα εξής; "Σύμφωνα με τη βάσιμα αιτιολογημένη έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 33 ν. 2971/2001, όλα τα ανωτέρω ακίνητα, τα οποία ανήκουν στους αιτούντες κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αίτηση τους, είχαν και πριν την κατασκευή του έργου, χάριν του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, πρόσωπο επί της εθνικής οδού Λαμίας - Δομοκού.
Συνεπώς καμία επί πλέον ωφέλεια δεν απέκτησαν από την κατασκευή του έργου. Γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτά τα σχετικά αιτήματα τους και να κριθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977. Πρέπει, επίσης, να διορθωθεί ο οικείος κτηματολογικός πίνακας κήρυξης της απαλλοτρίωσης και να ορισθεί ότι οι προαναφερόμενοι αιτούντες δικαιούνται αποζημίωση για όλη την έκταση που απαλλοτριώθηκε από τα κτήματα τους, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Και με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το αίτημα, διόρθωσε τον οικείο κτηματολογικό πίνακα και όρισε ότι οι αιτούντες, κύριοι των ανωτέρω ακινήτων δικαιούνται αποζημίωση για το σύνολο των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων των ακινήτων τους.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ' αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφελείας των εικαζομένων ιδιοκτητών των προαναφερόμενων ακινήτων, διότι δεν συντρέχει σ' αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977,δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων τους προσώπου επί των διανοιγομένων οδών, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας, και μόνο τότε, θα έπρεπε να εξετασθούν και άλλα στοιχεία (αρτιότητα, οικοδομησιμότητα, δυνατότητες χρήσης των ακινήτων κ,λ.π,), προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν ωφέλεια των εν λόγω ιδιοκτητών.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 (από το αναιρεσείον) και 19 (κατά την εκτίμηση του εισηγητή) Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την διάταξή της περί διορθώσεως του οικείου κτηματολογικού πίνακα ως προς την απαλλοτριωθείσα έκταση των υπ' αριθμ. 15, 32, 201 και 214 ακινήτων, χωρίς να συντρέχει δικαιολογητικός λόγος παραπομπής κατά τούτο της υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας προς περαιτέρω εκδίκαση, ελλείψει κατά τούτο αντικειμένου προς έρευνα.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (α) το αναιρεσείον Ι. των παρόντων αναιρεσίβλητων, παραστάντων απάντων, πλην της έκτης, δια του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου, τα οποία κατανέμει κατά το λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας και προσδιορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183,178§1) και II της αυτοτελής παράστασης εκ των αναιρεσίβλητων, ως προς την οποία απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183) και (β) οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι Δ.
Κ. και Γ. Θ. (ΚΠ 15) και Γ. Θ. (ΚΠ32) σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των 300,00 Ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 137/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά την διάταξη αυτή περί διορθώσεως του οικείου κτηματολογικού πίνακα ως προς τα υπ' αρθρ. (15), (32), (201) και (214) ακίνητα.
Καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα (α) το αναιρεσείον I. των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000,00) Ευρώ και II της έκτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ και (β) τους αναιρεσίβλητους Δ. Κ. και Γ. Θ. , του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ