Supreme Court allows appeal against enforcement order, remanding case to find if debt remains certain under new laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to annul an enforcement order. The Court found the lower court erred in declaring the debt uncertain under new legislation regarding debt restructuring. Consequently, the appeal was upheld, the case was remanded for retrial, and the appellants were ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904, 915, 916 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: A debt remains certain for enforcement purposes if new laws do not explicitly establish a reduction or extinguishment of the principal amount, and the creditor has not provided alternative proof of uncertainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Η. Φ. του Α. και 2. Ε. συζ. Α. Φ. το γένος Η. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2751/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5134/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5134/2009 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η από 8-10-2008 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η 2751/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η από 8-2-2007 ανακοπή των τελευταίων κατά επιταγής προς πληρωμή. Στη συνέχεια με την εφετειακή αυτή απόφαση η ανακοπή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη επιταγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως κατά το άρθρο 904 του ιδίου Κώδικα, είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Δεν είναι βέβαιη η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση.
Η πλήρωση της αίρεσης ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακά, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ και το οποίο πρέπει να επιδίδεται στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτέλεσης.
Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, είναι δε εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων. Εξάλλου, η κατάσχεση που επιβλήθηκε και η με βάση αυτή επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, για ποσό μεγαλύτερου του τίτλου, δεν είναι άκυρη, μπορεί όμως να ακυρωθεί για το επί πλέον ποσό Περαιτέρω, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 ν. 2912/2001, α) ορίστηκε ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή σε καθυστέρηση από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έχουν κλείσει οριστικά μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβαίνει ορισμένο πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο, τριπλάσιο, διπλάσιο) του ληφθέντος κεφαλαίου συν συμβατικούς τόκους όχι πλέον του 50% του κεφαλαίου, β) καθορίστηκε ο τρόπος καταλογισμού των τμηματικών καταβολών που έγιναν από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, γ) προσδιορίστηκε ο τρόπος εκτοκισμού του προκύπτοντος ολικού ποσού, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό (ρύθμισης), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, δ) ανεστάλη η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης διαδοχικώς μέχρι 31.12.2001 και ήρθη ρητώς η αναστολή αυτή από 1.1.2002, ε) ορίστηκε ότι οι διατάξεις αυτές περί επαναπροσδιορισμού του ύψους της οφειλής και αναστολής δεν επηρεάζουν όσα σχετικώς κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με νόμο ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών, μέχρι 9.5.2001 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, στ) ορίστηκε ότι σε όσες περιπτώσεις το ύψος της απαίτησης είχε καθορισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσό ανώτερο του άνω πολλαπλασίου, και μετά την 31.12.2000 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο, πέραν του εν λόγω πολλαπλασίου, το υπόλοιπο αυτό, το επί πλέον δηλαδή του εν λόγω πολλαπλασίου, διαγράφεται, ποσά δε που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες ή τρίτους οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως ύψους, δεν αναζητούνται, ζ) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται όπως, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, χορηγούν στον οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής καθώς και αντίγραφα των υφισταμένων καρτελών και των παραστατικών, η) τέλος ορίστηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου της αυτοδίκαιης αναστολής έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (31.12.2001) και εφόσον με σχετικές συμφωνίες μεταξύ οφειλετών και των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με την προϋπόθεση ότι με δήλωσή τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσουν το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.
Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 4.8.2004, με το άρθρο 39 του οποίου επαναρρυθμίστηκαν εν μέρει οι προς τραπεζικά ιδρύματα οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4.8.2004. Ειδικότερα, με την τελευταία αυτή διάταξη ορίστηκε: α) ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 αυτού, η συνολική οφειλή από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης, προκειμένου δε περί αλληλόχρεων λογαριασμών δε δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και β) ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τα άνω και να μη προχωρήσουν σε έναρξη και συνέχιση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι 31.10.2004 ή και πέραν της προθεσμίας αυτής, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει γίνει ρύθμιση του τρόπου εξόφλησης της οφειλής με σχετική συμφωνία με τον πρωτοφειλέτη ή τον εγγυητή ή τους καθολικούς διαδόχους τους και αυτοί είναι ενήμεροι, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 30 ν. 2789/2000.
Από αυτά συνάγεται ότι από της 4.8.2004, που άρχισε να ισχύει η άνω διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ανεστάλη και πάλι, μέχρι 31.12.2004, αυτοδικαίως η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν από πιστωτικά ιδρύματα με τίτλο εκτελεστό, προς ικανοποίηση απαιτήσεών τους από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4.8.2004, εκτός εκείνων που είχαν επιδικασθεί τελεσιδίκως μέχρι 11.2.2000 (έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000) και υποχρεώθηκαν τα πιστωτικά ιδρύματα να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους αυτών, κατά τα άνω οριζόμενα, ως βάση δε για τον υπολογισμό του τριπλασίου λαμβάνεται υπόψιν το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού) και εφόσον δε συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ οφειλέτη και του δικαιούχου πιστωτικού ιδρύματος, μετά υποβολή σχετικής αίτησης από τους οφειλέτες, μέχρι 31.10.2004, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να προβεί σε έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, για την ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως αυτή διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις, θεωρουμένης ως αποσβεσθείσας της απαίτησης κατά το επί πλέον του εν λόγω πολλαπλασίου ποσό, υπό την προϋπόθεση ότι το επισπεύδον πιστωτικό ίδρυμα, με μονομερή δήλωσή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που γνωστοποιείται στον οφειλέτη, προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης.
Η μονομερής αυτή δήλωση του επισπεύδοντος αναγκαστική εκτέλεση πιστωτικού ιδρύματος συνιστά ex lege μεταγενέστερη αναβλητική αίρεση, για την έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πληρούται δε με μόνη τη γνωστοποίησή της στον καθ' ου η εκτέλεση, και δεν αναφέρεται στην απαίτηση, η οποία από τον εκτελεστό τίτλο είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού), παρέχεται δε στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, όπως και στις λοιπές περιπτώσεις που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στη δήλωση της τράπεζας, δεν είναι εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που αναφέρεται στη δήλωση του επισπεύδοντος.
Το ότι δε ο επαναπροσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004, δε συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκύπτουσας από τον εκτελεστό τίτλο απαίτησης του επισπεύδοντος, συνάγεται και από το ότι, με τις εν λόγω ρυθμίσεις αναπροσαρμογής του ποσού της οφειλής, δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη, για τις εν λόγω περιπτώσεις, στις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατάξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 17 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις (ΑΠ 1099/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη ανακοπή αυτών κατά της επισπευδόμενης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης, δέχθηκε ότι από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδείχθηκαν τα εξής: "Την 17-1-2007 η καθ' ης η ανακοπή κοινοποίησε στους ανακόπτοντες την από 15-1-2007 επιταγή με την οποία τους επέτασσε να καταβάλουν (ο πρώτος ως δανειολήπτης η δε δεύτερη ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη) το συνολικό ποσό των 14.517,09 ευρώ, εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας από 8,120% ετησίως, πλέον εξόδων της εκτέλεσης, δυνάμει των με αριθμ. .../1992 και .../1992 δανειστικών συμβολαίων και των με αριθμ. .../1992 και .../1998 πράξεων της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης Γκορίτσα Τριανταφύλλου, με τα οποία η αρχική δανείστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." -η οποία συγχωνεύθηκε με την καθ'ης η ανακοπή-είχε χορηγήσει ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά δάνεια κεφαλαίου 5.000.000 δρχ. (14.673,51 €) και 3.500.000 δρχ. (10.271,46 €) αντίστοιχα, εξοφλητέα με τόκο 24,50 % και 23,25% αντίστοιχα ετησίως.
Με την εν λόγω επιταγή η καθ'ης η ανακοπή ανέλυε τις οφειλές των ανακοπτόντων ως ακολούθως: Α) Από το πρώτο δάνειο: 1) Για χρεολύσια από την 25-9-2001 μέχρι την 4-8-2004 το ποσό των 4.346,10 € εντόκως νομίμως προς 8,120 % από την 15-12-2006 μέχρις εξοφλήσεως, 2) Για τόκους υπερημερίας από 25-9-2004 μέχρι την 15-12-2006 το ποσό των 883,61 ευρώ, ενώ τους γνωστοποιούσε ότι η συνολική οφειλή τους ελέγχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 και δεν προέκυψε ποσό διαγραφής, ότι η συνολική αυτή οφειλή τους επαναρρυθμίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001 και προέκυψε ποσό διαγραφής 13.476,56 ευρώ και ότι σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, (που τέθηκε σε ισχύ από 4-8-2004), η ληξιπρόθεσμη οφειλή τους σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση δανείου επαναπροσδιοριζόμενη και όπως αυτή εξελίχθηκε μέχρι τις 15-12-2006 διαμορφώθηκε στο ποσό των 5.229,74 €, όπως στην επισυναπτόμενη στην επιταγή από 18-12-2006 "Αναλυτική κατάσταση οφειλής Στεγαστικού Δανείου-Εφαρμογή του άρθρου 39 Ν. 3259/2004" και Β) Από το δεύτερο δάνειο: 1) Για χρεολύσια από την 20-9-2001 μέχρι την 4-8-2004, το ποσό των 7.901,86 € εντόκως νομίμως προς 8,120 % από την 15-12-2006 μέχρις εξοφλήσεως 2) Για τόκους κεφαλαίου από την 20-3-2002 μέχρι την 4-8-2004, το ποσό των 65,67 € εντόκως νομίμως προς 8,12 % από την 15-12- 2005 μέχρι την 15-12-2006 το ποσό των 1.619,85 €, γνωστοποιώντας τους επίσης ότι η συνολική οφειλή ελέγχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 και δεν προέκυψε ποσό διαγραφής, ότι η συνολική οφειλή επαναρρυθμίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν, 2912/2001 και προέκυψε ποσό διαγραφής 5.916,47 ευρώ και τέλος ότι σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 η ληξιπρόθεσμη οφειλή σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση δανείου επαναπροσδιοριζόμενη και όπως αυτή εξελίχθηκε μέχρι τις 15-12-2006 διαμορφώθηκε στο ποσό των 9.587,38 €, όπως στην επισυναπτόμενη στην επιταγή από 18-12-2006 "Αναλυτική κατάσταση οφειλής Στεγαστικού Δανείου-Εφαρμογή άρθρου 39 Ν. 3259/2004.
Από τις εν λόγω όμως καταστάσεις, που η καθ' ης η ανακοπή συγκοινοποίησε στους ανακόπτοντες με την προσβαλλόμενη επιταγή, δεν προαποδεικνύεται η βεβαιότητα των ως άνω οφειλών για τις οποίες οι ανακόπτοντες έχουν καταβάλει, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα γραμμάτια είσπραξης και όπως δεν αμφισβητείται από την καθ' ης, το συνολικό ποσό των 46.372,44 € και για τα δύο δάνεια, καθ' όσον στις καταστάσεις αυτές δεν εξειδικεύεται η βάση της οφειλής για τον αναφερόμενο σ' αυτές εκάστοτε επανακαθορισμό της, με τα άρθρα 30 Ν. 2789/11-2-2000 και 42 Ν. 2912/9-5-2001 σχετικά με την εφαρμογή των οποίων αναφέρεται μόνον ότι δεν προέκυψε ποσό διαγραφής από τον πρώτο δάνειο και ότι προέκυψαν από το δεύτερο τα αναφερόμενα και στην επιταγή ποσά.
Η καθ' ης η ανακοπή, εξάλλου, δεν προαποδεικνύει τις ως άνω οφειλές με άλλο ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο, όπως με δικαστική: αναγνωριστική των απαιτήσεών της απόφαση, επί της επικαλούμενης άλλωστε ασκηθείσης από 5-10-2005 σχετικής αγωγής των ανακοπτόντων. Επομένως, ακύρως προχώρησε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως με την προσβαλλόμενη επιταγή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο σχετικός (δεύτερος) λόγος της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων είναι και κατ' ουσίαν βάσιμος και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση των τελευταίων (αναιρεσιβλήτων) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επισπευδόμενη εκτέλεση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παράνομης ακύρωσης της κρίσιμης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας. Τούτο γιατί, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, η απαίτηση της αναιρεσείουσας, για την ικανοποίηση της οποίας επέδωσε την επίμαχη από 15-1-2007 επιταγή προς πληρωμή στους αναιρεσιβλήτους, δεν έχει καταστεί αβέβαιη, ούτε ανεκκαθάριστη μετά την ισχύ των Ν. 2789/2000, 2912/2001 και 3259/2004, ούτε, συνακόλουθα, ήταν αναγκαίο για τη συνέχιση της ένδικης εκτέλεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας η κοινοποίηση στους αναιρεσιβλήτους κάποιου επιπλέον εγγράφου, που να προαποδεικνύει την απαίτησή της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο αντίστοιχος μοναδικός λόγος αναίρεσης, υπαγόμενος, κατ' ορθή υπαγωγή, στη ρύθμιση του αριθμού 14 (και όχι και του αριθμού 1 που αναφέρεται στην αίτηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 (ΟλΑΠ 2/2013).
Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 5134/2009 απόφαση του Eφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ