Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding vague claim and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting the municipality's claim of abuse of right. The appellant argued the lower court erred by deeming the claim vague under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure, but the court found the vagueness was quantitative or qualitative rather than legal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 966, 967, 968, 972, 1033, 1192(1A) and 157 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a defect where the court required more or less evidence than the law demands is inadmissible if the claim's vagueness is merely quantitative or qualitative, not legal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Μαλίων, που εδρεύει στα Μάλια Ηρακλείου, νόμιμα εκπροσωπομένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παχιαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 594/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968,972, 1033 και 1192 εδ. 1ΑΚ προκύπτει, ότι πράγμα ακίνητο αποκτά την ιδιότητα του κοινόχρηστου και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία πρέπει να γίνει με μονομερή δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγγραφή.
Από δε τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140, 141, 142, 147, 148, 154, και 155 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαίωμα του πλανηθέντος ή απατηθέντος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας υπόκειται σε διετή αποσβεστική προθεσμία από τη δικαιοπραξία, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και η οποία διετία αν η πλάνη ή η απάτη εξακολούθησαν και μετά τη διετία, αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή, δηλαδή από τότε που ο πλανηθείς ή απατηθείς έλαβε γνώση της πραγματικής κατάστασης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αυτός υπολάμβανε ως αληθινά ή ασυνείδητα αγνοούσε, κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, με βάση την οποία διαμορφώθηκε η βούλησή του προς κατάρτιση αυτής.
Ο ισχυρισμός του πλανηθέντος, που ζητεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μετά την παρέλευση διετίας, ότι η πλάνη του διήρκησε και μετά την παρέλευση διετίας από της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, αποτελεί αντέσταση από το άρθρο 157 εδ. β' ΑΚ. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μίας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Στην οικιστική περιοχή της Σταλίδας, πρώην κοινότητας Μοχού και νυν Δήμου Μαλίων Ηρακλείου και συγκεκριμένα μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του οικισμού Σταλίδας στη θέση "Αποκατωστράτι" , ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Μαλίων) είχε την κυριότητα ενός ακινήτου 193,66 τ.μ., το οποίο συνορεύει ...
και αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με χρονολογία Οκτώβριος 2003 του πολιτικού μηχανικού Δ. Σ. με τα στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ρ...Β. Το ακίνητο αυτό το απέκτησε ο ενάγων με παραχώρηση στην κοινή χρήση από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) δυνάμει της με αριθμό .../12-8-1994 δήλωσης ρυμοτομίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Βασιλάκη, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου (τόμος ...
και αριθμ. Μετ. 72168). Με τον επανακαθορισμό της γραμμής του αιγιαλού που έγινε από τις αρμόδιες υπηρεσίες το 2001, το προς βορρά τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 55 τ.μ., το οποίο φαίνεται με τα στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Ο-Ν-Ε στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ενσωματώθηκε στον αιγιαλό και απέμεινε στην ιδιοκτησία του το υπόλοιπο τμήμα των 138,66 τ.μ.
Η παραχώρηση αυτή από τον εναγόμενο ήταν υποχρεωτική για να καταστεί δυνατή η έκδοση βεβαίωσης από την κοινότητα Μοχού, η οποία απαιτείτο για την έκδοση οικοδομικής άδειας στο υπόλοιπο ακίνητο του εναγομένου. Τη δήλωση αυτή παραχώρησης με αριθμό .../12-8-1994 ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, αποδέχτηκε η πρώην κοινότητα Μοχού και εξέδωσε τη με αριθμό πρωτ. 1003/7-9-1994 βεβαίωση, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος στο Τ.Π.
και ΠΕ Νομού ηρακλείου. Έτσι κατέστη κυρία του ακινήτου αυτού (εφόσον κατά τα άνω απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου) η κοινότητα Μοχού, την οποία διαδέχτηκε ως καθολικός διάδοχος ο ενάγων Δήμος Μαλίων". Στη συνέχεια δέχτηκε το Εφετείο, ότι "ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) με τη με αριθμό .../13-7-1995 δήλωση ρυμοτομίας ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου (αριθ.
μετ. 73.105), ανακάλεσε την παραχώρηση του βορείου τμήματος του παραχωρηθέντος ακινήτου εμβαδού 157, 66 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο. Τη δήλωση αυτή μερικής ανάκλησης της με αριθμό .../1994 δήλωσης, επέδωσε στην κοινότητα Μοχού, προκειμένου να λάβει γνώση στις 9-11-1995 (σχετ. η με αριθμό 15635/9-11-1995 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Ηρακλείου ...).
Η δήλωση όμως αυτή (όπως δέχτηκε το Εφετείο) ουδεμία ενέργεια έχει ... αφού περιήλθε σε γνώση αυτού που απευθύνεται μεταγενέστερα της ανακαλουμένης. Συγκεκριμένα η ανακαλούμενη δήλωση βούλησης έλαβε χώρα στις 12-8-1994 (και περιήλθε σε γνώση της κοινότητας Μοχού το αργότερο μέχρι τις 9-1-1995, ημερομηνία κατά την οποία με το με αριθμό πρωτ. 15-9-1995 έγγραφό της, η τελευταία τον καλεί (εναγόμενο) να απελευθερώσει τα παραχωρηθέντα τμήματα σύμφωνα με το με αριθμό .../1994 δηλωτικό ρυμοτομίας.
Η ανάκληση δε της δήλωσης αυτής, δυνάμει της με αριθμό .../13-7-1995 δήλωσης ρυμοτομίας, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα πολλούς μήνες αργότερα, ήτοι στις 9-11-1995 με τη με αριθμό 156356/9-11-1995 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ...". Δέχτηκε δηλαδή το Εφετείο, ότι: "Για να έχει έννομες συνέπειες η δήλωση ανάκλησης, θα έπρεπε να είχε περιέλθει στην κοινότητα "πρότερον ή συγχρόνως" με την ανακαλούμενη δήλωση κατ' άρθρο 168 ΑΚ, πράγμα, που όπως αποδείχτηκε, δεν συνέβη".
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής: "Ο εναγόμενος με τον 1ο λόγο της έφεσής του επανέφερε τον πρωτοδίκως προβαλλόμενο ισχυρισμό, ότι η ανωτέρω υπ' αριθμ. .../12-8-1994 δήλωση ρυμοτομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Βασιλάκη είναι άκυρη, αφού, κατόπιν πλάνης, προέβη στην κατάρτισή της. Συγκεκριμένα, σκοπός κατάρτισης της με αριθμό .../12-8-1994 δήλωσης ρυμοτομίας, με την οποία παραχωρούσε το επίδικο στην κοινότητα Μοχού, υπήρξε κατά τη βούλησή του ο χαρακτηρισμός του υπόλοιπου ακινήτου αρτίου και οικοδομησίμου, όπως όμως εκ των υστέρων ενημερώθηκε από τη Δ/νση πολεοδομίας Ηρακλείου, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 25/1987 εγκύκλιο του ΥΠΕΧΩΔΕ, η έκδοση άδειας στο ακίνητό του ήταν δυνατή με μόνη τη παραχώρηση του ρυμοτομούμενου τμήματος από την ανατολική πλευρά του ακινήτου και αν αυτός γνώριζε ότι δεν ήταν αναγκαία η παραχώρηση και τα ου βόρειου τμήματος ( επιδίκου) δεν θα είχε προχωρήσει σ'αυτή".
Το λόγο αυτό έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν, εφόσον δέχτηκε, ότι: "το δικαίωμά του προς ακύρωση της μονομερούς αυτής δικαιοπραξίας λόγω πλάνης πέραν του ότι ελέγχεται κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση του ακινήτου υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να μπορεί να αφήσει το ρυμοτομούμενο τμήμα της μίας μόνο πλευράς (κάλυψη νόμιμων υποχρεώσεων σε εισφορά σε γη και δόμηση του ακινήτου ως γωνιαίον), αφού όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. 6392/3429Π-11-1994 βεβαίωση της πολεοδομίας η υποχρέωση σε γη του ακινήτου ανέρχεται σε 50,66 τ.μ.
άρα δεν καλύπτεται από την παραχώρηση του ανατολικού τμήματος, το εμβαδόν του οποίου ανέρχεται σε 36 τ.μ., έχει αποσβεστεί λόγω παρόδου διετίας. Ειδικότερα, από τότε που ο εναγόμενος, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται, έλαβε θετικώς γνώση της πλάνης, υπό την οποία κατάρτισε τη δικαιοπραξία, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επήλθε αργότερα από τις 13-7-1995, που προέβη στην .../1995 κατάρτιση νέας δήλωσης ρυμοτομίας, με την οποία τροποποιεί την προηγουμένη (με αριθμό .../12-8-1994), μέχρι την άσκηση της αγωγής (27-1-2004), έχουν παρέλθει δύο (2) έτη και έτσι αποσβέστηκε το δικαίωμά του για ακύρωση λόγω πλάνης της άνω δήλωσης βουλήσεώς του, όπως βάσιμα υποστήριξε και πρωτοδίκως κατ' αντέσταση ο εφεσίβλητος (άρθρο 157 ΑΚ)".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά την προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρο 157 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, επίσης από τον αριθμό1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ γιατί το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, και 142 ΑΚ "σε σχέση και με το άρθρο 168 ΑΚ, το οποίο, επίσης, εσφαλμένα εφάρμοσε", αφοού " δεν προέβη σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της 381.1995 οικοδομικής άδειας" και δεν συσχετίστηκαν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις" με τη συνταγματικώς ιδρυθείσα Αρχή της Αναλογικότητας υπό την έννοια ότι η πλάνη του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) ήταν ουσιώδης με βάση την καλή πίστη, καθόσον κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο δεν θα επιχειρούσε την αρχική δήλωση ρυμοτομίας, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, όπως αυτή προσδιοριζόταν από την 25/16777/2577/23-12-1987 Εγκύκλιο του "ΥΠΕΧΩΔΕ" ούτε "ερμήνευσε ορθώς τις επίδικες δικαιοπραξίες- δηλωτικά ρυμοτομίας, που αφορούν στην παραχώρηση τμήματος ιδιοκτησίας του για κοινή χρήση, υπό το πρίσμα τόσο της ανωτέρω Εγκυκλίου του ΥΠΕΧΩΔΕ όσο και του καθόλου Δικαίου περί Πολεοδομίας, το οποίο συνιστά κανονιστικό πλαίσιο αυστηρών κανόνων δικαίου" ούτε " οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ......
υπήχθησαν στην ερμηνευτική εκδοχή του άρθρου 200 ΑΚ πολλώ δε μάλλον όταν α) ούτε η κοινότητα Μοχού αλλά και στη συνέχεια ούτε ο Δήμος Μαλίων, αφότου έλαβαν γνώση της πρώτης παραχώρησης, ενημέρωσαν τον αναιρεσείοντα για το εσφαλμένο και σε κάθε περίπτωση το πεπλανημένο της αρχικής του δήλωσης και β) όταν η συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση, που είχε διαμορφωθεί μετά την αρχική του δήλωση- δικαιοπραξία, ενσωμάτωνε για το Σχέδιο πόλης τόσο πλάνη περί το δίκαιον όσο και πλάνη περί τα πράγματα", πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί απόσβεσης του δικαιώματος του ήδη αναιρεσείοντος (εναγομένου) για ακύρωση λόγω πλάνης της δικαιοπραξίας, περί της οποία η ανωτέρω .../12-8-1994 δήλωση ρυμοτομίας, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. Α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοστική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής η ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων ( εναγόμενος) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένστασή του από την ΑΚ 281 περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, έχοντας ισχυριστεί προς θεμελίωσή της, ότι "μετά την πάροδο μεγάλου χρόνου από την παραχώρηση του επιδίκου στην κοινή χρήση, που έγινε το 1994 και έχοντας στρώσει αυτό με πλάκες, δεν πίστευε ότι ο ενάγων θα προέβαινε στη διεκδίκησή του", ως αόριστη, διότι έκρινε ότι δεν επικαλέστηκε "και άλλα περιστατικά αναγόμενα στη συμπεριφορά του ενάγοντος, τα οποία του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, ώστε με την άσκησή του να ανατρέπεται η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και να επέρχονται δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντά του".
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφερόμενες σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής και συνακόλουθα, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216§1 στοιχ. Β' Κ.Πολ.Δ., δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) από την ΑΚ 281 ως αόριστη, ορθά έκρινε, αφού πράγματι, υπό τα ανωτέρω περιστατικά τα οποία αυτός- αναιρεσείων- επικαλείται ότι ισχυρίστηκε προς θεμελίωσή της, η ένσταση αυτή είναι αόριστη. Έτσι - το Εφετείο - δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την άνω ένσταση λόγω αοριστίας και συνεπώς ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ότι με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-1-2010 αίτηση του Μ. Δ., για αναίρεση της 301/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ