Legislator Case Law & Legislation
653/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to lack of acceptance of lower court judgment.

Case Number 653/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's request to annul the appellate court's decision dismissing the appeal. The appellant had previously accepted the first-instance judgment but later contested the appellate ruling without explicitly accepting it. The court held that the appellant's participation in the appeal proceedings without reservation did not constitute acceptance of the appellate judgment, rendering the subsequent appeal admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 299 and 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the party has accepted the challenged judgment, but participation in the appeal proceedings without reservation does not constitute acceptance of the appellate judgment.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal acceptance of judgment silence as acceptance appellate proceedings Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 299 and 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 342 of the Civil Code
Articles 340, 345 para. a and 346 of the Civil Code
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 653 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653 /2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ - MITSIS COMPANY Ανώνυμος Εταιρεία" που εδρεύει στο Κιοτάρι Δήμου Νοτίας Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Άνθιμου.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με τις από 16 Αυγούστου 1988 και 29 Αυγούστου 1988 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και β)την από 16 Αυγούστου 1988 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 999/1989 πράξη, με την οποία διέταξε αποδείξεις, 5059/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8322/1999 μη οριστική και η 6450/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2002 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 681/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την 3077/2005 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14-7-2005 αίτησή του, η οποία απορρίφθηκε με την 1130/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2007 αίτησή της ζητεί την αναίρεση της ίδιας ως άνω Εφετειακής απόφασης (3077/2005 του Εφετείου Αθηνών).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 297, 298, 299 και 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, άρα και εκείνο της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτο, αν ο διάδικος που το άσκησε αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση είτε ρητά είτε σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις που φανερώνουν τη βούλησή του για αποδοχή της Εξ άλλου, η παράσταση από τον αναιρεσείοντα, χωρίς επιφύλαξη, κατά τη συζήτηση αίτησης αναιρέσεως του αναιρεσίβλητου κατά αποφάσεως του Εφετείου, δεν συνιστά και αποδοχή της αποφάσεως αυτής, ώστε το μεταγενεστέρως ασκηθέν από αυτόν ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως, να είναι απαράδεκτο Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, προβάλλει ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση και η ασκηθείσα από αυτή αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι κατά τη συζήτηση της από 14-7-2005 αιτησέως αναιρέσεως που αυτός (αναιρεσίβλητος) άσκησε κατά της υπ' αριθ. 3077/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε νομίμως μετά από κλήτευσή της, χωρίς να επιφυλαχθεί του δικαιώματός της να ασκήσει και αυτή αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως, σε τρόπον ώστε η συμπεριφορά της αυτή να υποδηλώνει την βούλησή της να αποδεχθεί την παραπάνω απόφαση.

Τα ως άνω προβαλλόμενα από τον αναιρεσίβλητο δεν συνιστούν αποδοχή της προσβαλομένης αποφάσεως από την αναιρεσείουσα, ώστε η μεταγενεστέρως ασκηθείσα από αυτήν αναίρεση να είναι απαράδεκτη και επομένως, τα όσα υποστηρίζονται απ' αυτόν είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 παρ. 1, 180, 346, 369, 513, 904, 910 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρου προσυμφώνου, όπως είναι εκείνο που καταρτίσθηκε με ιδιωτικό έγγραφο-συμφωνητικό, πώλησης ακινήτου, η καταβολή του τιμήματος σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή.

Στην περίπτωση αυτή, της αξιώσεως δηλαδή του αγοραστή προς απόδοση της ωφέλειας που αποκτήθηκε από τον πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία ο λήπτης της χρηματικής παροχής οφείλει τόκους από την επίδοση της αγωγή, εκτός εάν είχε γίνει υπερήμερος περί την απόδοση της ωφέλειας κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 340 επ.

ΑΚ από κάποιο χρονικό σημείο προγενέστερο της αγωγής. Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο (340 Α.Κ.), ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, ενώ κατά το άρθρο 345 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδαφ. α` και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρος της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους, χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 ΑΚ) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ, και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της ασκήσεως της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που και όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει (ΑΠ 23/2004).

Όμως κατά το άρθρο 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερομένη συνέπειά της, όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους, την έλλειψη δε της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και ν' αποδείξει ο οφειλέτης.

Απαιτείται δε για την εύλογη αιτία καθυστερήσεως - η οποία αποτελεί έννοια νομική, ελεγκτή από τον Αρειο Πάγο - η συνδρομή περιστάσεων που να δικαιολογούν την αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3077/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και σε ότι αφορά το κεφάλαιο των τόκων επί του επιδικασθέντος στην αναιρεσείουσα κεφαλαίου, το οποίο μόνο ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:

Μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και της εναγομένης, δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείουσας, περί τα τέλη του έτους 1987, μετά από διαπραγμετεύσεις, συμφωνήθηκε ο πρώτος (εναγόμενος) να πωλήσει στη δεύτερη (ενάγουσα) μια οικοπεδική έκταση της κυριότητάς του, επιφάνειας 25.926,81 τ.μ., η οποία βρίσκεται στα ...

της νήσου ...), αντί τιμήματος 175.000.000 δραχμών, προκειμένου η ενάγουσα να προβεί στην ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας, δυναμικότητας 500-600 κλινών. Προς τούτο, παραδόθηκαν στην ενάγουσα όλα τα νομιμοποιητικά του ακινήτου έγγραφα και συμφωνήθηκε το συμβόλαιο να υπογραφεί στις 12-2-1988, προκειμένου η ενάγουσα να ελέγξει τους τίτλους του οικοπέδου, αλλά και τις πολεοδομικές δυνατότες αυτού για το σκοπό που το προόριζε, ενόψει του ότι επρόκειτο για έκταση που είχε ενταχθεί πρόσφατα στο σχέδιο πόλεως.

Ωστόσο, κατά την άνω ημερομηνία δεν υπογράφηκε το οριστικό συμβόλαιο γιατί η εναγομένη δεν ήταν ακόμη έτοιμη και κυρίως δεν είχαν ολοκληρωθεί ακόμη οι διαδικασίες ίδρυσης της αρχικώς ενάγουσας αγοράστριας εταιρίας και δεν είχε λάβει την απαιτούμενη άδεια για την αγορά του οικοπέδου, ενόψει του ότι αυτό θεωρείτο ότι βρίσκεται σε παραμεθόριο περιοχή.

Ενόψει αυτών, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν η υπογραφή του συμβολαίου να γίνει περί τα τέλη Ιουνίου 1988, ώστε να έχουν συμπληρωθεί οι παραπάνω ελλείψεις, ενώ καθόρισαν την προκαταβολή του τιμήματος, το οποίο είχε συμφωνηθεί, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 175.000.000 δραχμών. Με βάση τη συμφωνία αυτή, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικώς ενάγουσας κατέβαβαλε στο νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου, κατά μεν το χρονικό διάστημα από 12 έως 15-3-1988 το ποσό των 20.000.000 δραχμών και την 15-3-1988 το ποσό επίσης των 20.000.000 δραχμών, με την έκδοση και την πληρωμή τους στη συνέχεια τεσσάρων τραπεζικών επιταγών συνολικού ποσού 40.000.000 δραχμών, πληρωτέων όλων από την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελάδος ΑΕ.

Για τη συμφωνία αυτή, καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών το στερούμενο χρονολογίας ιδιωτικό συμφωνητικό με τον τίτλο "Απόδειξη Δραχμών 20.000.000", με το οποίο δήλωσαν ότι το τίμημα των τριών ακινήτων που επρόκειτο να πωληθούν (από τα οποία απαρτιζόταν η άνω οικοπεδική έκταση), συμφωνήθηκε στο ποσό των 175.000.000 δραχμών, από το οποίο ο ήδη αναιρεσίβλητος έλαβε ως προκαταβολή ποσό 20.000.000 δραχμών, ενώ ίσο ποσό θα καταβαλόταν σ' αυτόν μετά ένα μήνα, όπως πράγματι καταβλήθηκε.

Με το ίδιο έγγραφο ρυθμίσθηκε ο χρόνος και ο τρόπος εξοφλήσεως του υπόλοιπου τιμήματος, δηλώθηκε ότι η τύχη των καταβολών εξαρτάται από την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων και ορίσθηκε ότι αν ματαιωθεί η οριστική αγοραπωλησία για λόγους που οφείλονται σε υπαιτιότητα του αγοραστή, το προκαταβληθέν ποσό των 20.000.000 δραχμών θα κρατηθεί ως ποινική ρήτρα και για κάλυψη των πάσης φύσεως θετικών και αποθετικών ζημιών.

Στη συνέχεια, και ενώ είχε ήδη καταβληθεί στον πωλητή το ποσό των 40.000.000 δραχμών ως προκαταβολή, επιδόθηκε στον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αρχικώς ενάγουσα, η από 6-6-1988 εξώδικη δήλωση, με την οποία του δήλωνε ότι η τελευταία δεν θα προβεί τελικώς στην αγορά του προαναφερόμενου ακινήτου, διότι πέραν του ότι καθυστερούσε η έκδοση της προδιαληφθείσης άδειας για την αγορά, η ένταξη του ακινήτου στο σχέδιο πόλης είχε ως αποτέλεσμα τη μείωσή του στο μισό και πλέον, καθώς και τον κατακερματισμό του, έτσι ώστε να μη αποτελεί αυτή πλέον ενιαία έκταση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας 500-600 κλινών, ενώ στην περιοχή δεν επιτρέποταν η ανέγερση μεγάλων ξενοδοχείων, παράλληλα δε τον καλούσε εντός προθεσμίας πέντε(5) ημερών από της επιδόσεως του εξωδίκου να της επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής των 40.000.000 δραχμών, που του έχει καταβάλει.

Με εξώδικο που επέδωσε ο εναγόμενος στην αρχικώς ενάγουσα στις 4-7-1988 αμφισβήτησε καλόπιστα την βασιμότητα των ισχυρισμών του, ενώ τελικά την 1-9-1988 της επέστρεψε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, παρακράτησε δε το υπόλοιπο ποσό των 20.000.000 δραχμών της προκαταβολής, ισχυριζόμενος ότι το τελευταίο δεν είναι αποδοτέο, διότι αποτελεί καταπεσούσα υπέρ αυτού ποινή (ποινική ρήτρα), λόγω αθετήσεως απ' αυτήν ενδοσυμβατικής υποχρέωσης από υπαιτιότητά της.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι, α) η με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης ακινήτου και η σ' αυτό διαλαμβανόμενη ποινική ρήτρα για το ποσό των 20.000.000 δραχμών, είναι άκυρη (άρθρο 408 ΑΚ), β) ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) δεν απέκτησε κάποιο δικαίωμα από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού αυτό δεν είναι δεσμευτικό για όλους τους συμβαλλόμενους, ενόψει της μη τήρησης του έγραφου τύπου για την κατάρτισή του και γ) το ποσό των 20.000.000 δραχμών που καταβλήθηκε στον εναγόμενο από την αρχικώς ενάγουσα, πρέπει να επιστραφεί στην τελευταία, καθόσον κατά το ποσό αυτό πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας της.

Δεν αποδείχθηκε δε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι ότι η αρχικώς ενάγουσα επέδειξε κατά τις διαπραγματεύσεις πώλησης του ακινήτου αντισυναλλακτική και αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης συμπεριφορά, αλλ' αντιθέτως, ενόψει του ότι διαπίστωσε ότι λόγω της πρόσφατης ρυμοτόμησης της περιοχής ήταν ασύμφορη γι' αυτήν η αγορά του, αφού δεν εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο το προόριζε, ειδοποίησε έγκαιρα τον εναγόμενο για ματαίωση της κατάρτισης της οριστικής συμβάσεως αγοραπωλησίας.

Ακολούθως το Εφετείο, ως προς το χρόνο έναρξη τοκοφορίας του ανωτέρω οφειλομένου στην αναιρεσείουσα από τον αναιρεσίβλητο ποσού των 20.000.000 δραχμών, δέχεται τα ακόλουθα: "Πράγματι ο εναγόμενος δεν βαρύνεται με κάποια υπαιτιότητα και ότι αυτός είχε εύλογα δικαιολογημένη αμφιβολία μέχρι τη δημοσίευση της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως ως προς την υποχρέωσή του για απόδοση του ποσού των 20.000.000 δραχμών, ενόψει του ότι κάθε πλευρά των διαδίκων έχοντας κατά τις διαπραγματεύσεις έμπειρους νομικούς ως συμπαραστάτες της πίστευε καλόπιστα ότι το δίκαιο ήταν με το μέρος της και δεν απέβλεπε αυτός στην τελική απόκτηση του ποσού αυτού.

Γι' αυτό και ο εναγόμενος έσπευσε και κατέβαλε την 13-10-1998 το ποσό των 10.000.000 δραχμών κατά το οποίο είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή με σχετική διάταξη η εκκαλουμένη απόφαση, συμμορφούμενος εκούσια προς αυτήν. Δηλονότι ο εκκαλών (αναιρεσίβλητος) δεν κατέστη υπερήμερος από την 29-6-1988 με την επίδοση σ' αυτόν την 23-6-1988 της σχετικής ως άνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης της ενάγουσας και της τασσόμενης με αυτήν πενθήμερης προθεσμίας για επιστροφή όλου του ποσού που είχε καταβάλει σ' εκείνον, αφού η καθυστέρηση απόδοσης της παροχής αυτής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη, ενόψει της δικαιολογημένης αμφιβολίας του ως προς την ύπαρξη τοιαύτης υποχρεώσεως για επιστροφή του αρχικά καταβληθέντος σ' αυτόν από την αντίδικό του ποσού των 20.000.000 δραχμών λόγω της ακυρότητας καθ' ολοκληρία του κατά το μήνα Φεβρουάριο 1988 καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, την εύλογη δε αυτή αμφιβολία, είχε και μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, όμως, κρίνεται ότι παρά το μακροχρόνιο και ευνοϊκά εξελισσόμενο πότε υπέρ του ενός και πότε υπέρ του άλλου διαδίκου δικαστικού αγώνα δεν δικαιολογείται η παράταση της αμφιβολίας του για την επιστροφή στην ενάγουσα του ποσού των 20.000.000 δραχμών, για το μετά την 11-6-1998 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εξελίσσεται η υπόθεση στο δεύτερο βαθμό και στον Άρειο Πάγο.

Η 11-6-1998 είναι η ημέρα δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης και συγχρόνως της γνώσης του εναγομένου, γι' αυτήν, κατά της οποίας έσπευσε και άσκησε την 1-7-1998 κρινομένη έφεση, χωρίς όμως να προβεί σε ολοσχερή εξόφληση του επιδικαζόμενου υπέρ της ενάγουσας χρηματικού ποσού, εμμένοντας πλέον μετά την οριστική κρίση του Δικαστηρίου, με όχι δικαιολογημένη αμφιβολία, στην άποψή του ότι δεν έχει τοιαύτη υποχρέωση".

Με βάση τα ανωτέρω, και μετά την παραδοχή του ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, περί έλλειψης ευθύνης αυτού για την καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την υποχρέωσή του αυτή, η οποία εξαντλείται με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επεδίκασε στην αναιρεσείουσα, το ισόποσο των 20.000.000 δραχμών σε ευρώ (58.694,06 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από 11-6-1998, χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, την οποία κατά τούτο εξαφάνισε, και όχι από του χρόνου επιδόσεως του άνω εξωδίκου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο και της παρέλευσης της πενθήμερης προθεσμίας που τάσσεται μ' αυτήν (29-6-1988), άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με το αίτημα της τελευταίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως με το να εφαρμόσει το άρθρο 342 ΑΚ, αφού μόνη έλλειψη δικαστικής αποφάσεως, που να αναγνωρίζει την ύπαρξη της οφειλής δεν δικαιολογεί αμφιβολία του οφειλέτη περί την οφειλή και δεν αίρει την υπερημερία του, ενώ παράλληλα, παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 εδ.

α'και 346 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3077/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3077/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές,πλήν εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ,

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στις 13-4-2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 2-5-2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ