Supreme Court annuls lower court decision for failing to verify identity of claims under public works law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a public works dispute between Metro Athens and a consortium including Siemens. The lower court incorrectly accepted that the preliminary objection and appeal claims were merely 'basically identical' without verifying if they were substantively identical. The Court ruled that this vague phrasing violated substantive law provisions requiring strict claim identity, thereby depriving the appellant of legal protection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12 and 13 of Law 418/1984: The court established that lower courts must verify substantive claim identity between preliminary objections and appeals; accepting vague 'basically identical' phrasing without distinguishing essential differences violates substantive law and deprives parties of legal protection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αρθρα 12,13 ν. 418/1984: Προδικασία για την άσκηση προσφυγής στο Εφετείο από την εκτέλεση δημοσίου έργου.Ταυτότητα αιτημάτων στην ένσταση αίτηση θεραπείας και προσφυγή στο Εφετείο. Η φράση ότι είναι κατά βάση ταυτόσημα τα εν λόγω αιτήματα έχει σημαντικό βαθμό απροσδιοριστίας όταν δεν προκύπτει αν είναι ουσιώδεις ή επουσιώδεις οι διαφοροποιήσεις. Παραβίαση εκ πλαγίου ως άνω διατάξεων που είναι ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρησή τους συνεπάγεται απώλεια του αξιου δικαστικής προστασίας δικαιώματος προσφυγής. Δικαίωμα αναίρεσης και μη νικήσαντος διαδίκου άν βλάπτεται από τις εσφαλμένες αιτιολογίες.
Αριθμός 653/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Αρβανίτη και Γεώργιο Στρούζα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε - SIEMENS A.G - VINCI CONSTRUCTION GRANDS PROJETS", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα και των εταιρειών μελών της : 1."ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2.SIEMENS AKTIENGESELLSCHAFT", που εδρεύει στο ... και το ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. "VINCI CONSTRUCTION GRANDS PROJETS" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Απαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναταλία Χασαποδήμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουνίου 2007 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1943/2008 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 12 παρ.1, 2, 3, 4, 7 και 8 του ν, 1418/1984, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους, η παρ. 1 με το άρθρο 3 του ν.2940/2001 και 15 του ν.3212/2003, η παρ.3 με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.2229/1994 και η παρ. 8 με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 2229/1994, "1. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, χωρεί ένσταση.
Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών, από την κοινοποίηση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή τα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του.". 2.
Η ένσταση απευθύνεται στην προϊσταμένη αρχή εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εκδώσει την απόφασή της μέσα σε δύο μήνες από την κατάθεση της ένστασης. 3. Αν η ένσταση απορριφθεί στο σύνολό της ή μερικώς ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο του διμήνου.
Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ενστάσεως μετά την πάροδο του διμήνου δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση αίτησης θεραπείας. 4. Αίτηση θεραπείας ασκείται επίσης και κατά αποφάσεων ή πράξεων της προϊσταμένης αρχής ή του κυρίου του έργου εφόσον με τις αποφάσεις ή πράξεις αυτές δημιουργείται για πρώτη φορά διαφωνία.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν απαιτείται να προηγηθεί ένσταση και η τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης θεραπείας αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης ή της πράξης στον ανάδοχο. Η αίτηση θεραπείας απευθύνεται στον Υπουργό Δημοσίων Έργων (εκτός από τις αιτήσεις θεραπείας του αναδόχου που ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου. 12 του Ν, 1418/1984, για τις οποίες κατά το άρθρο 6 του πδ 413/1981 αποφασίζει ο Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου της Εταιρείας)..... 7.
Σε κάθε αίτηση θεραπείας αποφασίζει ο Υπουργός Δημοσίων 'Εργων ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της αίτησης θεραπείας. 8. Αν η αίτηση θεραπείας απορριφθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων 'Εργων ή αν ο Υπουργός δεν εκδώσει και κοινοποιήσει την απόφασή του μέσα στην τρίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται αυτός που υπέβαλε την αίτηση θεραπείας να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου, Η κοινοποίηση της απόφασης γίνεται μέσα στην ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία...".
Κατά δε το άρθρο 13 παρ. 1, 3 και 6 του ίδιου ν.1418/1984, όπως οι παρ. 1 και 3 τροποποιήθηκαν από τό άρθρο 4 παρ.3α του ν.3481/2006, "1.Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
Η κατά τον Kώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, 3.
Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη, Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου.
Εάν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, η αίτηση για τον καθορισμό του αρμόδιου εφετείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλεται μέσα στην ίδια δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή ή δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για άσκηση προσφυγής αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου.
Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. 6. Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας...".
Από τις ανωτέρω διατάξεις, από τις οποίες οι ρυθμίζουσες την ακολουθητέα προδικασία διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1, 3 του ν. 1418/1984 παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου" είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΑΠ 1432/2007, 873/1992, βλ.
όμως και ΑΠ 14/2005), συνάγεται ότι ενώπιον του Εφετείου φέρεται η προκαλούμενη διαφορά από πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας εκτελούμενου δημόσιου έργου και της Προϊσταμένης Αρχής, που προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, με προσφυγή του τελευταίου, αφού προηγουμένως τηρηθεί η διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία, δηλαδή, αφού ασκηθούν επί ποινή απαραδέκτου, τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές δύο επάλληλα ενδικοφανή μέσα της ενστάσεως και της αιτήσεως θεραπείας, ενώ δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στα επόμενα ενδικοφανή μέσα ή στην προσφυγή αιτήματα διαφορετικά ή περισσότερα από εκείνα που περιελήφθησαν στα προηγούμενα ενδικοφανή μέσα και τα οποία το αρμόδιο να αποφανθεί επ' αυτών όργανο απέρριψε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης σχετικής προθεσμίας.
Συνεπώς, αιτήματα τα οποία δεν περιελήφθησαν σε προηγηθέν ενδικοφανές μέσο ή υποβλήθηκαν αόριστα και τα οποία προβάλλονται το πρώτον σε επόμενο ενδικοφανές μέσο ή με την προσφυγή, είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως προδικασίας. Επίσης σε περίπτωση που η διευθύνουσα το έργο υπηρεσία εκδώσει διαδοχικές πράξεις με το αυτό αντικείμενο,.βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου, κατά της προγενέστερης δε βλαπτικής πράξεως ο ανάδοχος δεν άσκησε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς τα νόμιμα ενδικοφανή μέσα και τελικώς προσφυγή ενώπιον του Εφετείου, απαραδέκτως στρέφεται κατά της μεταγενέστερης πράξης της διευθύνουσας υπηρεσίας με τα προβλεπόμενα ενδικοφανή μέσα και στη συνέχεια με προσφυγή, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη πράξη, ως επιβεβαιωτική της προηγουμένης, στερείται εκτελεστικού χαρακτήρα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη απαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δε μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου σε αυτή προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της απόφασης, κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 525/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ν.1418/1984, διότι εσφαλμένως απέρριψε την από εκτελούμενο δημόσιο έργο προσφυγή της αναιρεσίβλητης ως αόριστη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές ενδικοφανούς διοικητικής διαδικασίας, δημιουργώντας δυσμενές σε βάρος της αναιρεσείουσας δεδικασμένο με τη διατήρηση ενεργού της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης παρά την απόρριψη της προσφυγής της.
Ειδικότερα προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, με την από 7.3.2006 έγγραφη σύμβαση ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη κοινοπραξία την εκτέλεση του έργου με τίτλο "Επέκταση της Γραμμής 2 - Τμήμα ..." του υπογείου σιδηροδρόμου (μετρό) των Αθηνών, αλλά μετά την υπογραφή της συμβάσεως η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν ενέκρινε την πρόταση της αναιρεσίβλητης ως προς τη Μελέτη Προσωρινής Αντιστήριξης για το Σταθμό "Ελληνικό", ως μη πληρούσα τις συμβατικές απαιτήσεις, ενέκρινε απλώς την έναρξη της κατασκευής των πασσάλων για λόγους επιτάχυνσης των εργασιών με την από 14.9.2006 επιστολή προς την αναιρεσίβλητη και η τελευταία με την από 27.9.2006 ένστασή της ζήτησε:
α) να ακυρωθεί η από 14.9.2006 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας κατά το μέρος που αφορούσε τις οριζόμενες ελάχιστες διαστάσεις, διάταξη και βάθος έμπηξης πασσάλων, με βάση το Σταθμό "... και την υποβολή επικαιροποιημένου σχεδίου ως προς αυτά τα στοιχεία και β) να διαταχθεί η Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει την από 17.7.2006 μελέτη αυτής (αναιρεσίβλητης), ενώ μετά την απόρριψη της ενστάσεώς της με την 977/15.11.2006 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής υπέβαλε κατ' αυτής της αποφάσεως την από 14.2.2007 αίτηση θεραπείας, με την οποία ζήτησε:
α) να ανακληθεί η αμέσως προηγούμενη απόφαση, β) να διαταχθεί η Διευθύνουσα Υπηρεσία να εγκρίνει τη για το εκτελούμενο έργο μελέτη της αναιρεσίβλητης και να καταβληθούν στην ανάδοχο τα ποσά των 222.786 και 63.388 ευρώ για αναίτιες πρόσθετες εργασίες και επανασύνταξη μελετών, με αναγνώριση πρόσθετου χρόνου 92 ημερών και τέλος μετά την τρίμηνη σιωπή του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ υπέβαλε την ένδικη, δεύτερη κατά σειρά προσφυγή της, με ανάλογα προς την αίτηση θεραπείας αιτήματα, τα οποία ήταν διαφορετικά από εκείνα της ενστάσεως, δημιουργώντας απαράδεκτο της προσφυγής για έλλειψη προδικασίας.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 21.6.2007 προσφυγή της αναιρεσίβλητης, με αιτήματα: "1. να αναγνωρισθεί ότι: α) η με αριθμό CON - 06/003 - ΑΜ- 209/14-9-2006 πράξη - επιστολή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας καθ' ο μέρος απέρριψε τα αιτήματα εκείνης, β) η με αριθμ. ΠΑ 977/15-11-2006 απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ καθ' ο μέρος απέρριψε τα αιτήματα εκείνης και γ) η σιωπηρή απόρριψη (λόγω παρέλευσης τριμήνου) του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ της από 12-2-2007 αιτήσεως θεραπείας κατά της ΠΑ 977/15.11.2006 αποφάσεως της προϊσταμένης Αρχής είναι μη νόμιμες, δ) η (προσφεύγουσα) κοινοπραξία κλήθηκε, από την αντίδικο ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, εκτός συμβατικής υποχρεώσεως να συντάξει πρόσθετες μελέτες αξίας 63.388,37 ευρώ και να εκτελέσει εργασίες με επί πλέον δαπάνη 222.786,42 ευρώ (πλέον αναθεώρηση, πλέον ΦΠΑ), ε) απαιτείται πρόσθετος χρόνος των εργασιών αυτών ενενήντα δύο (92) ημερών και 2) να υποχρεωθεί δικαστικά η καθ' ης να προβεί στις προβλεπόμενες από τη σύμβαση και το νόμο ενέργειες, ώστε να αναγνωριστεί και χορηγηθεί η παραπάνω αποζημίωση νομιμότοκα", το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα για το παραδεκτό της προσφυγής αυτής πριν καταλήξει στην απόρριψή της ως αόριστη : "Από την αντιπαραβολή των προσκομιζόμενων σε αντίγραφα και επικαλουμένων α) από 27-9-2006 ένστασης των προσφευγουσών, β) υπ' αριθμό CON - 06/003 - AM - 009/14-9-2006 προσβαλλόμενης πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του επίδικου έργου, γ) από 12-2-2007 ένδικης αιτήσεως θεραπείας και δ) υπό κρίση προσφυγής, προκύπτει ότι τα αιτήματα των προαναφερομένων ενδικοφανών μέσων και της υπό κρίση προσφυγής είναι κατά βάση ταυτόσημα και όχι νέα και μη περιλαμβανόμενα στα προηγούμενα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η καθής, της οποίας οι αντίθετοι, σχετικοί και στηριζόμενοι στις παραπάνω διατάξεις περί ελλείψεως προδικασίας και απαραδέκτου ισχυρισμοί, κρίνονται απορριπτέοι".
Έτσι, όμως, όπως, έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1-4, 7, 8 και 13 παρ. 1, 3 του ν.1418/1984, καθ' όσον προκειμένου να κρίνει την ύπαρξη (νομική ισχύ) του προβαλλόμενου με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης (προσφυγή) δικαιώματος των προσφευγουσών - αναιρεσιβλήτων, μετά από εξέταση των αποδεικτικών εγγράφων, των σχετικών με την τήρηση της αναγκαίας προδικασίας και μετά από συσχετισμό τους με το περιεχόμενο της προσφυγής, με το οποίο έπρεπε αυτά να ταυτίζονται, αφενός μεν δέχθηκε ότι για το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής αρκεί, κατά τις άνω διατάξεις, τα αιτήματα των ενδικοφανών μέσων και της προσφυγής να είναι "κατά βάση ταυτόσημα", ενώ κατά τις εν λόγω διατάξεις πρέπει να είναι τα ίδια (ταυτόσημα), αφετέρου δε διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Διότι, αντί της απαιτούμενης με τις διατάξεις αυτές ταυτότητας αιτημάτων ενδικοφανών μέσων προδικασίας και κρινόμενης προσφυγής, ως αναγκαίας προϋποθέσεως για την ύπαρξη του υποβαλλόμενου σε δικαστική διάγνωση δικαιώματος, περιλαμβάνεται στις παραδοχές του Εφετείου η με σημαντικό βαθμό απροσδιοριστίας φραστική διατύπωση "κατά βάση ταυτόσημα" (αιτήματα προσφυγής, αιτήσεως θεραπείας και ενστάσεως, χωρίς να αφήνεται να εννοηθεί σε τί συνίστανται, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά τους, οι διαφοροποιήσεις των αιτημάτων της προσφυγής και των ενδικοφανών μέσων προδικασίας, ενώ και από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσφυγής καθεαυτής στη συνέχεια καταλήγει στην περί αοριστίας αυτής κρίση του, χωρίς να προκύπτει μάλιστα αν η ίδια αοριστία συνοδεύει και τα ενδικοφανή μέσα προδικασίας και σε καταφατική περίπτωση, αν ασκούσε επιρροή στο δικαίωμα των προσφευγουσών.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Εξάλλου,, εφόσον προϋπόθεση της υπάρξεως (και μη απώλειας) του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή δικαιώματος των προσφευγουσών - αναιρεσιβλήτων αποτελούσε η και λογικώς προηγούμενη κρίση του Εφετείου για την ταυτότητα αιτημάτων προσφυγής και ενδικοφανών μέσων προδικασίας, που διατυπώθηκε πλημμελώς, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η στη συνέχεια απόρριψη της προσφυγής ως αόριστης, με την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υπήρχε το προβαλλόμενο δικαίωμα, δημιουργεί δυσμενές σε βάρος της αναιρεσείουσας δεδικασμένο και υφίσταται γι' αυτό έννομο συμφέρον της για την ανατροπή αυτού του δεδικασμένου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1943/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ