Supreme Court reverses lower court for unclear will interpretation and insufficient reasoning under Article 559(19) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Patras Court of Appeal's decision regarding a will dispute over an oil mill estate. The appellant argued the lower court failed to definitively establish the testator's true intent and used contradictory reasoning to interpret ambiguous terms. Consequently, the court found the appellate judgment legally flawed and remanded the case for retrial by different judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 1781 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A will must be interpreted based on the testator's true intent rather than literal wording, and an appeal is admissible if the lower court's reasoning regarding this intent is vague, contradictory, or fails to establish a definitive finding of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 653 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 653/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Π. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου:Γ. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χαλή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/1998 μη οριστική,181/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 4-11-2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία διαθήκης αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική. Έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, παρέχεται όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η διατύπωση είναι ασαφής και δεν αποδίδει με πληρότητα εκείνο που ο διαθέτης πραγματικά ήθελε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται και όταν το πόρισμα που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν διατυπώνεται στην απόφαση με βεβαιότητα, αλλά ενδοιαστικά, αφού στην περίπτωση αυτή δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε πράγματι, ώστε το τελικό του πόρισμα δεν είναι αναμφίβολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο πατέρας των διαδίκων Α. Λ., που πέθανε στις 30.3.1978, με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, μεταξύ άλλων ακινήτων, άφησε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το βορειοδυτικό τμήμα μεγαλύτερου ελαιοστασίου του, που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας Κατούνας Λευκάδας, καθώς και το βορειοανατολικό ήμισυ οικίσκου που υπήρχε και χρησίμευε πάντοτε ως αποθήκη του ενιαίου κτήματος, ενώ στον αναιρεσείοντα εναγόμενο άφησε το νοτιοδυτικό και μεγαλύτερο τμήμα του ελαιοστασίου με το νοτιοδυτικό ήμισυ του ίδιου οικίσκου.
Το όλο ελαιοστάσιο χωρίζεται σε βαθμίδες με υψομετρικές διαφορές, οι οποίες στην τοπική διάλεκτο λέγονται "σκάλες" και διακρίνονται μεταξύ τους από τις "λιθιές" (τοιχεία από πέτρα και χώμα) που κατασκευάστηκαν με σκοπό να συγκρατούν το χώμα. Σύμφωνα με τις περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου "....... Προς την πλευρά που βρίσκεται το βορειοδυτικό ήμισυ του παραπάνω (πρώην ενιαίου) ελαιοστασίου, το οποίο με την επίμαχη διαθήκη καταλείπεται στον ενάγοντα, η επιφάνεια του εδάφους βρίσκεται πιο χαμηλά σε σχέση με αυτή του εδάφους του υπολοίπου τμήματος, το οποίο, κατά την ίδια διαθήκη, καταλείπεται στον εναγόμενο.
Αμέσως μετά το νοτιοδυτικό ήμισυ του ... οικίσκου και προς την πλευρά του βορειοδυτικού τμήματος του παραπάνω (πρώην ενιαίου) ελαιοστασίου υπάρχει βαθμίδα "σκάλα" με την προαναφερόμενη έννοια, εμβαδού 1.017,40 τ.μ., η οποία συνορεύει ............ (και) αποτελεί το επίδικο ακίνητο της ένδικης διαφοράς. Περαιτέρω, ενόψει του ότι α) με την επίμαχη δημόσια διαθήκη καταλείπονται στους διαδίκους τα περιγραφόμενα ακίνητα, β) το εμβαδόν της επίδικης εδαφικής λωρίδας είναι 1017,40 τ.μ., ενώ το εμβαδόν ........
των καταλιπομένων στους διαδίκους τμημάτων είναι 7409,07 τ.μ. του ενάγοντος και 13.670,70 τ.μ. του εναγομένου ....... γ) με την παραπάνω κατανομή στους διαδίκους των τμημάτων του οικίσκου ....... δεν απέμεινε προς διανομή άλλο τμήμα αυτού, δ) το βορειοανατολικό ήμισυ (επίδικο) του πιο πάνω οικίσκου βρίσκεται επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ε) ο ίδιος οικίσκος (συνολικού εμβαδού 46,60 τ.μ.) χρησίμευε πάντα ως αποθήκη, βοηθητικό δηλαδή κτίσμα της καλλιέργειας του περιβάλλοντος αυτό ελαιοκτήματος, η επικοινωνία του δε με τον πλησιέστερο κοινοτικό δρόμο γινόταν μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας .......
στ) το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελείται από δύο "σκάλες", μία μικρότερη εμβαδού 167,13 τ.μ. και μία ευρύτερη, εμβαδού 850,27 τ.μ. .......... ζ) δεν προβλέπεται στην εν λόγω διαθήκη, ούτε υποδεικνύεται παρά το λεπτομερές και με ακριβή γνώση του αντικειμένου της, περιεχόμενό της, ειδικός τρόπος ή δίοδος επικοινωνίας με το επίδικο βορειοανατολικό τμήμα του οικίσκου και η) με την ιδιοκτησία Βασιλείου Φωτεινού, η οποία αναφέρεται στην ανωτέρω διαθήκη ως όριο μόνο του καταλειπομένου με αυτή στον εναγόμενο τμήματος, συνορεύει και το κατά τον ίδιο τρόπο καταλειπόμενο στον ενάγοντα τμήμα, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν περιέχει και την επίδικη εδαφική λωρίδα, ενώ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η μη αναφορά της ιδιοκτησίας αυτής ως συνόρου της μερίδας του ενάγοντος, ακόμα και περιέχουσας την επίδικη εδαφική λωρίδα, λόγω του μικρού μήκους της δυτικής πλευράς της ..........
όπως και της μη επακριβούς, μέχρι τη σύνταξη της διαθήκης, εμβαδομέτρησης και οριοθέτησης, με αντίστοιχη αποτύπωση ...... του καταλειπομένου ελαιοκτήματος και με γνώμονα πάντα την αληθινή βούληση του διαθέτη Α. Γ.Λ. σχετικά με τα καταλειφθέντα στους διαδίκους περιουσιακά τους στοιχεία και ειδικότερα το ακριβές όριο μεταξύ των καταλειπομένων σ' αυτούς τμημάτων του ελαιοστασίου του, κρίνεται ότι τέτοια είναι η νοητή γραμμή, η οποία αρχίζει από το δυτικό άκρο της νότιας (κατά το σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα) λιθιάς της επίδικης εδαφικής λωρίδας και διασχίζοντας κατά μήκος το μέσον του προαναφερόμενου οικίσκου καταλήγει στην ανατολική πλευρά του πρώην ενιαίου ελαιοστασίου, ήτοι η εικονιζόμενη στο παραπάνω σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία ........
με αποτέλεσμα να συμπεριλαμβάνεται στο καταλειφθέν στον ενάγοντα τμήμα και η επίδικη εδαφική λωρίδα, αφού, ενόψει της ανισότητας των επί του ενιαίου ελαιοστασίου μεριδίων των διαδίκων, κριτήριο της διανομής του, λόγω της αναγκαίας, για την καλλιέργειά τους του μέχρι τότε τουλάχιστον χρησιμεύοντος ως αποθήκη, χρήσης του επ' αυτού οικίσκου, πρέπει να υπήρξε η χρήση των καταλειπομένων τμημάτων του οικίσκου σε σχέση με τα τμήματα του ελαιοστασίου που προοριζόταν καθένα από αυτά να εξυπηρετήσει και, συνεπώς, η ερμηνεία της διατάξεως της διαθήκης "διαχωριζόμενον ταύτης δια νοητής γραμμής ευθείας αρχομένης μίαν σκάλαν κάτωθεν του οικίσκου" πρέπει να γίνει με την αντικειμενική έννοια της λέξης κάτωθεν, αφού και η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί "σκάλαν" κατά την έννοια της διαθήκης, με την έννοιαν δηλαδή της διερχομένης κάτω από τον οικίσκο εδαφικής λωρίδος διαιρούσης αυτό σε δύο τμήματα και όχι με την έννοια της μορφολογίας του εδάφους, της κλίσης δηλαδή του εδάφους, ώστε η χαμηλότερη βαθμίδα από αυτή του οικίσκου να είναι αυτή που εννοείται με τη λέξη κάτωθεν του οικίσκου.
Κατά συνέπεια, με την ........... αποδοχή της κληρονομίας και τη μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δήλωσής του, ο ενάγων έγινε κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί κτήσης εκ μέρους του με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν...
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάμει δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της με ενδοιαστικές, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, για το κρίσιμο ζήτημα σε ποιόν από τους διαδίκους άφησε ο διαθέτης με τη διαθήκη του το επίδικο τμήμα του ελαιοστασίου εμβαδού 1017,40 τ.μ., το Εφετείο ως προς την επιλογή του σχετικού κριτηρίου διέλαβε ενδοιαστική αιτιολογία ότι τέτοιο "πρέπει να υπήρξε" η χρήση των τμημάτων του οικίσκου που επίσης τους άφησε.
Με τη διατύπωση όμως αυτή δεν καθίσταται βέβαιο τί δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε πράγματι και αν η επινόηση του κριτηρίου προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν έγινε αυθαίρετα, ώστε το αποδεικτικό του πόρισμα δεν είναι αναμφίβολο. Επίσης για το ίδιο ζήτημα, αν και αναφέρεται στην απόφαση ότι γνώμονας της δικαστικής κρίσης υπήρξε η αληθινή βούληση του διαθέτη, δεν προκύπτει αν η αναζήτηση αυτής έγινε, όπως απαιτεί ο νόμος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησε εκείνος και μόνο με βάση την υποκειμενική του άποψη.
Επιπλέον, ενώ η παραδοχή σύμφωνα με την οποία με τη διαθήκη ο διαθέτης άφησε στον ενάγοντα μη αμφισβητούμενο τμήμα του ελαιοστασίου εμβαδού 7.409,07 τ.μ. και στον εναγόμενο, επίσης μη αμφισβητούμενο τμήμα αυτού, εμβαδού 13.670,70 τ.μ., μαρτυρεί εύνοια του διαθέτη προς τον τελευταίο, στη συνέχεια υπάρχει αντίφαση αφού φαίνεται η απόφαση να χρησιμοποιεί την ανισότητα των μεριδίων των διαδίκων προς άντληση επιχειρήματος υπέρ των απόψεων του ενάγοντος σχετικά με το επίδικο.
Πρέπει επομένως, να γίνουν δεκτοί οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, που προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ προτείνοντας τις παραπάνω πλημμέλειες, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 194/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και ορίζει αυτά σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ