Legislator Case Law & Legislation
652/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on family property claims but orders refund of wrongly paid appeal fee.

Case Number 652/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's ruling on a claim for spousal property participation under Article 1400 of the Civil Code. The appellants argued for the right to share in the increase of one spouse's assets, while the appellee contested the procedural standing. The court ruled that such claims fall under the new family dispute procedure introduced by Law 4335/2015, which exempts them from appeal fees, thereby ordering the refund of the wrongly paid amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591, 592 of the Civil Procedure Code; Article 1400 of the Civil Code: Claims for spousal property participation under Article 1400 of the Civil Code are included in the new family dispute procedure and do not require the payment of an appeal fee.

Keywords

AI generated
spousal property participation family dispute procedure appeal fee exemption Civil Code Article 1400 Civil Procedure Code refund of appeal fee family law dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 591 of the Civil Procedure Code
Article 592 of the Civil Procedure Code
Article 1400 of the Civil Code
Law 4335/2015
Article 552 of the Civil Procedure Code
Article 553 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 564 of the Civil Procedure Code
Article 566 of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Case 1548/2022 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ο. Φ., χήρας Δ. Φ., το γένος Μ., κατοίκου ..., 2) Π. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Κ. - Ν. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Σ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Βασιλείου Φουλατζικλίδη, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μακρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Βλάχου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17077/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1866/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4/10/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 591 παρ. 1, 592 επ. ΚΠολΔ) με αριθμό 1866/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 17.077/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειουσών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το άρθρο 1400 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1696/2018).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, και στην περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 492/2017).

Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1092/2021,ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα, στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1092/2021, 1473/2019, ΑΠ 43/2015).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1059/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017).

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1550/2018).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 101/2020).

Στον ισχυρισμό του εναγομένου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1037/2017).

Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής (ποσοτική αοριστία), την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή, αν παρά την επαρκή έκθεση των περιστατικών αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 43/2016).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 791/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της, ισχυρισμό, τον οποίο είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους πρωτοδίκως και με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής τον επανέφεραν νόμιμα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής :

Ότι με τον Β. Φ. του Ε. τέλεσε νόμιμο γάμο στις 19.10.2002, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα και ότι ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 14830/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας), η οποία κατέστη αμετάκλητη την 17.6.2016. Ότι ο σύζυγός της απεβίωσε στις 24.3.2017, καταλείποντας στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, Π.

Φ., δυνάμει της υπ' αριθ. ....2017 δημόσιας διαθήκης, ένα λεωφορείο δημόσιας χρήσης και στα αδέλφια του, Δ. Φ. και Σ. Φ. (τέταρτη εναγομένη και ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ένα επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης. Ότι στη συνέχεια απεβίωσε την 5.4.2017 και ο αδελφός του Δ. Φ., ο οποίος κατέλειπε ως κληρονόμους του, δυνάμει της υπ' αριθ. ...

δημόσιας διαθήκης, τη σύζυγό του Ο. Φ. και τα τέκνα του Π. Φ. και Κ. - Ν. Φ. (πρώτη, δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες). Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο σύζυγός της δεν είχε κανένα απολύτως περιουσιακό στοιχείο, ενώ, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, απέκτησε τα ως άνω λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή (κινητά) περιουσιακά στοιχεία, που υπήρχαν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, συνολικής αξίας, κατά τον ίδιο χρόνο, αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, 130.000,00 ευρώ, που αποτελούν τα αποκτήματα του συζύγου της.

Ότι τα άνω περιουσιακά στοιχεία του συζύγου της αποκτήθηκαν μόνο με τη δική της συμβολή, που ανέρχεται σε ποσοστό 100% της αξίας τους, με παροχή κεφαλαίων και εισοδημάτων, όπως και με την προσφορά των καθημερινών προσωπικών της υπηρεσιών για τη διεύθυνση και συντήρηση του συζυγικού οίκου, τη διεκπεραίωση των οικιακών εργασιών και τη φροντίδα του εναγομένου, κατά τρόπο που υπερέβαινε το μέτρο της νόμιμης υποχρέωσής της ως συζύγου στη συνεισφορά της για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, όπως ειδικότερα αποτιμά την αξία των υπηρεσιών που προσέφερε στο συζυγικό οίκο στο ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, επιλέγοντας, κυρίως, τον πραγματικό υπολογισμό για τη συμβολή της στην προαναφερθείσα περιουσιακή επαύξηση του συζύγου της, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της ανέρχεται σε ποσοστό 100% και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της αποδώσουν, ανάλογα με το κληρονομικό τους μερίδιο, αυτούσια τα άνω περιουσιακά στοιχεία, επικουρικά δε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν το ποσό των 1.250,00 ευρώ η πρώτη, 121.875,00 ευρώ η δεύτερη, 1.875,00 ευρώ η τρίτη και 5.000,00 ευρώ η τέταρτη.

Επικουρικά, ζητεί να της αποδώσουν, ανάλογα με το κληρονομικό τους μερίδιο, αυτούσιο το 1/3 των άνω περιουσιακών στοιχείων, άλλως να υποχρεωθούν να της καταβάλουν το ποσό των 416,67 ευρώ η πρώτη, 40.625,00 ευρώ η δεύτερη, 625,00 ευρώ η τρίτη και 1.666,67 ευρώ η τέταρτη, που αντιστοιχεί στο εν λόγω ποσοστό 1/3 της συμβολής της στα αποκτήματα του συζύγου της.

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ που εφαρμόστηκε για τη θεμελίωσή της και το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται για την κρίση του.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή για το ορισμένο της : α) η αμετάκλητη λύση του γάμου των άνω συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και, επιπλέον, κατά το μέρος που η αγωγή στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της δικαιούχου ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του υπόχρεου συζύγου της, το είδος και η έκταση της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της, εφόσον δε αυτή (συμβολή) συνίσταται και στην παροχή υπηρεσιών της ενάγουσας στο συζυγικό οίκο, η κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο χρηματική αποτίμησή τους, την οποία η ενάγουσα προσδιορίζει στο ποσό των 400,00 ευρώ μηνιαίως, καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να είναι περαιτέρω αναγκαία η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις διατάξεις του άρθρου 591 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, από 1-1-2016, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)... β)... γ) Οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση. δ) Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. ε) Οι διάδικοι το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα.

στ)...ζ).... 2. Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. 3.... 4...5... 6... 7. Κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο.

Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρ. 592 επ ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζήτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτα (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 666/2022, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 981/2018).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999, AΠ 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαραδέκτως (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1387/2011, ΑΠ 1146/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό τους περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του συζύγου της, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο παραπονούντο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο.

Από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν πρότειναν τον ως άνω ισχυρισμό τους προφορικά και συνοπτικά για να καταχωρηθεί στα πρακτικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1εδ. δ' ΚΠολΔ, με συνέπεια το απαράδεκτο αυτού.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1596/2022, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην προβληθείσα ένστασή τους περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της - κληρονομουμένου, άλλως περί περιορισμού της συνεισφοράς της σε ποσοστό 16,69%.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση και την απέρριψε ως απαράδεκτη, διότι οι αναιρεσείουσες δεν την πρότειναν συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι στις εργασίες της οικίας συνεισέφερε και ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης, ότι οι μηνιαίες οικογενειακές δαπάνες τους ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 3.000 ευρώ και ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της ανέρχεται σε ποσοστό 16,69%, είναι απαράδεκτος, αφενός διότι τα ως άνω επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της εξετασθείσας στην ουσία κύριας βάσης της αγωγής και αφετέρου διότι, υπό την επίφαση της παράβασης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί την εκτίμηση των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

Με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας, αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 677 και 681 Β` ΚΠολΔ.

Οι αναφερόμενες στο ήδη καταργηθέν με τον Ν. 4335/2015 άρθρο 681 Β` ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούσαν διαφορές σχετικά με τη διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων, δεν περιελάμβαναν και την περιουσιακή διαφορά, που γεννάται κατά το άρθρο 1400 ΑΚ από την αξίωση συμμετοχής ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, εφόσον ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή συμπληρωθεί τριετής διάσταση αυτών και συνεπώς για τις διαφορές αυτές δεν είχε εφαρμογή η ανωτέρω εξαίρεση και υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση ενδίκου μέσου.

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, το οποίο κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθ. 1 και 3 ΚΠολΔ.

Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, καθιερώνει την εισαχθείσα με το νόμο αυτό νέα ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τη σχέση γονέων και τέκνων και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων, κατά το εδάφιο δ` της παρ. 3, περιλαμβάνεται και "κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων".

Από τη γενικότητα της διατύπωσης του εδαφίου αυτού, συνδυαζόμενη και προς τη βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι οικογενειακές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές που δικάζονται κατά τη νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, γιατί πρόκειται για περιουσιακή διαφορά, που απορρέει αμέσως από τη σχέση των συζύγων και συνεπώς, αφού η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, αν δε κατατεθεί, πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως. (βλ.

ΑΠ1548/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επί διαφοράς εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, οι αναιρεσείουσες κατέθεσαν, κατά την άσκησή της, παράβολο ποσού 450 ευρώ. Σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν υπήρχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1.1.2016 και αφορά διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ, γι' αυτό πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που αχρεωστήτως κατέβαλαν αυτές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.10.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1866/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στις αναιρεσείουσες.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ