Supreme Court annuls labor court ruling dismissing claim as vague due to partial conversion to recognized debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision dismissing the plaintiffs' labor claim as vague. The plaintiffs had legally converted specific portions of their claim into recognized debt amounts, yet the appellate court incorrectly ruled the entire claim indeterminate. The court held that the plaintiffs' precise conversion did not render the claim vague, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A claim remains admissible and not vague even if partially converted to recognized debt, provided the remaining amount is clearly defined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 652 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 2) Γ. Μ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπαρμπούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ-ΨΥΧΙΚΟΥ" ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Μπραβάλκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-01-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1330/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1956/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-9-2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1956/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 15-10-2015 έφεση των ηττηθέντων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1330/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 10-1-2011 αγωγή τους και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε προς εκδίκαση την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίηση της με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 4335/2015, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ...Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.
Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ. Α.Π. 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο, από το άρθρο 297 ΚΠολΔ, τύπο.
Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Με την παραίτηση, βέβαια, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ ΑΠ 3/2008, 30/2007, Α.Π. 965/2020, 291/2015, 1817/2014).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το/ νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 322/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 10.01.2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, εκ των οποίων η πρώτη είναι ανώνυμη εταιρεία ελεγχόμενη και χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο και το δεύτερο ΝΠΔΔ αποτελεί OTA, απασχολούμενοι σ' αυτούς με την ειδικότητα του φύλακα σχολικών κτιρίων, με βάση διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που καταχρηστικώς χαρακτηρίστηκαν συμφωνητικά εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δεύτερου εναγομένου Δήμου, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του οποίου απασχολούνταν, όπως αναγνωρίστηκε με απόφαση του ΑΣΕΠ και με βάση την απόφαση αυτή από 01.12.2006, οπότε κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου Δήμου, συνέχισαν να εργάζονται με την ίδια ειδικότητα του σχολικού φύλακα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χωρίς όμως να τους έχει καταβληθεί για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2001 έως τον Νοέμβριο του έτους 2006 όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα και από τον Μάϊο του έτους 2001 έως τον Νοέμβριο του έτους 2006 όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα, οι νόμιμες αμοιβές τους για παράνομες υπερωρίες, για βραδινή εργασία, για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, για βραδινή εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες για έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου ετών 2001, 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και για επίδομα (δώρο) Πάσχα έτους 2006, όπως αναλυτικότερα για κάθε έτος εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής, συνολικού ποσού 30.505,36 ευρώ για τον πρώτο και 33.564,08 ευρώ για τον δεύτερο.
Με βάση το άνω ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ενεχόμενοι, κυρίως με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχε καταρτίσει ο καθένας εξ' αυτών με τους εναγομένους, επικουρικώς δε και σε περίπτωση που ήθελε κριθούν άκυρες οι ως άνω συμβάσεις, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να καταβάλουν στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 30.505,36 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 33.564,08 ευρώ για τις προαναφερόμενες αιτίες, κατά τα ειδικότερα αναλυτικά για κάθε αιτία ποσά, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μερικότερου κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η πληρεξούσια δικηγόρος των εναγόντων με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, περιόρισε το αίτημα της ως άνω αγωγής για κάθε ενάγοντα από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Ο πρώτος εξ' ημών Μ.
Ι. Ε., νόμιμα και παραδεκτά μετατρέπω το αίτημα της αγωγής μου για το ποσό άνω των 20.000 ευρώ, ήτοι για το ποσό των 10.505,36 ευρώ από καταψηφιστικό σε νομίμως εντόκως αναγνωριστικό - αναλόγως κατά ποσοστό 34,44% του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Ο δεύτερος εξ' ημών, Μ. Γ. Π., νόμιμα και παραδεκτά μετατρέπω το αίτημα της αγωγής μου για το ποσό άνω των 20.000 ευρώ, ήτοι για το ποσό των 13.564,08 ευρώ από καταψηφιστικό σε νομίμως εντόκως αναγνωριστικό -αναλόγως κατά ποσοστό 40,41% του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων".
Τον ανωτέρω περιορισμό επανέλαβαν και με τις νόμιμα κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις τους. Από τα παραπάνω προκύπτει ευκρινώς ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να καταστήσουν αόριστη την αγωγή ως προς τα αιτούμενα κονδύλια, δεδομένου ότι, όπως εκτιμάται η δήλωσή τους στα πρακτικά σε συνδυασμό και με την διευκρίνιση των προτάσεών τους, μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό το ποσό άνω των 20.000 ευρώ, ήτοι για το ποσό των 10.505,36 ευρώ ο πρώτος και για το ποσό των 13.564,08 ευρώ ο δεύτερος, διευκρινίζοντας ότι ο περιορισμός αυτός αντιστοιχεί σε ποσοστό 34,44% του όλου αιτήματος του πρώτου ενάγοντος και σε ποσοστό 40,41% του όλου αιτήματος του δευτέρου και ότι επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων κατά το παραπάνω ποσοστό για έκαστο αυτών.
Μετά ταύτα εσφαλμένα το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι λόγω του περιορισμού αυτού η αγωγή κατέστη αόριστη και απέρριψε αυτή. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που αφορά την επιδίκαση με την προσβαλλόμενη απόφαση σε βάρος των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το ήμισυ όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ΟΤΑ (αρθρ. 281 παρ.1, 2 του Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1956/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, τα οποία όμως ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο τα περιορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ