Supreme Court dismisses appeal for being vague regarding substantive law violation and irrelevant to the case's main issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a Third Instance Court decision regarding a bank loan dispute. The appellants argued for a violation of substantive law concerning the loan contract, but the court found the appeal vague as it failed to specify the factual assumptions of the lower court. Furthermore, the court determined that the regularity of the loan issuance was not the central issue, which was instead the return of time deposits. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellants, and the deposit was returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly identify the violated substantive law rule and the specific legal error, while the subject matter of the appeal must be relevant to the case's core issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 652 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 652/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β.Α. του Α., 2) Α. Α. του Β. και 3) Χ. Α. του Β., απάντων κατοίκων ……... Οι 1ος και 3ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Βαχαβιόλο και Δημήτριο Γαβαλά, ενώ ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ".. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "…...", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 1-4-2013 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…………." και την από 14-5-2013 παρέμβαση - αναγνωριστική αγωγή ανυπαρξίας χρέους προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 435/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 ΑΚ προκύπτει ότι η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και εφαρμόζονται επ` αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του ( ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 854/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 7/2006). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών και ιδρύεται ο από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ.β' αναιρετικός λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ( ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 3/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αυτές αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πού συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟΛ ΑΠ 15/2006).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 1/2019, ΑΠ 346/2016).
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 650/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα εξής: .....Στις 9/3/2009 ο πρώτος εκκαλών μετέβη στο υποκατάστημα της "…..." και ζήτησε από τη δεύτερη εφεσίβλητη να εξοφλήσει το δάνειο προσκομίζοντας την υπ' αριθμ.
………… επιταγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "……", ποσού 700.000,00 ευρώ, το οποίο προέρχονταν από το τίμημα του 1.330.000,00 ευρώ, που οι εκκαλούντες είχαν εισπράξει από την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, τις οποίες είχαν αγοράσει, όπως προεκτέθηκε, με μέρος του προϊόντος του δανείου. Στο σημείο αυτό ας σημειωθεί ότι ενόψει της (re) κατάρτισης της σύμβασης δανείου (άρθρο 806 του ΑΚ) και του ότι τραπεζικές συμβάσεις είναι κατά κανόνα άτυπες, πλην των περιπτώσεων των άρθρων 50παρ.1 και 67 του ν.δ. 17.7/13-8- 1923 έστω και υπό τις συνθήκες αντικανονικής χορήγησης του ποσού των 780.700,00 ευρώ υφίσταται σύμβαση δανείου μεταξύ των εκκαλούντων και της "……….." που διέπεται από τους περιεχόμενους στο από 6/8/2008 έγγραφο στο οποίο συνήνεσαν, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, οι εκκαλούντες.
Επειδή, όμως, το δάνειο, σύμφωνα με την από 6/8/2008 σύμβαση είχε χορηγηθεί με σταθερό επιτόκιο 6%, δεκαετή περίοδο χάριτος και αρχική ημερομηνία λήξης 19/11/2048 υφίστατο ποινή προεξόφλησης και για το λόγο αυτό ο πρώτος εκκαλών υπέβαλε αίτημα μείωσης της ως άνω ποινής, συμφώνησε δε με τη δεύτερη εφεσίβλητη να πιστωθεί το ποσό της επιταγής στον υπ' αριθμ.
…………λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης, που ανοίχθηκε δυνάμει της από 9/3/2009 σύμβασης ανοίγματος προθεσμιακής κατάθεσης, όπως και έγινε και του παραδόθηκαν δύο αποδείξεις κατάθεσης επί προθεσμία, η υπ' αριθμ. …../2009, ποσού 500.000,000 ευρώ, και η υπ' αριθμ…./2009, ποσού 200.000,00 ευρώ, στις οποίες αναγράφονταν ως συμφωνημένο επιτόκιο το ποσοστό 3,10%.
Στη συνέχεια, πριν αποχωρήσει ο πρώτος εκκαλών από το υποκατάστημα, το ποσό των 700.000,00 ευρώ αντιλογίστηκε από τον προθεσμιακό λογαριασμό στον λογαριασμό ταμιευτηρίου των εκκαλούντων με τη συναίνεση του πρώτου, διότι δεν ήταν δυνατό να οριστικοποιηθεί αμέσως η πίστωση της επιταγής από την "…..", επειδή είχε αγοραστεί συμψηφιστικώς και το ποσό ήταν μεγάλο.
Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο αντιλογισμός έγινε χωρίς τη συναίνεση τους απορρίπτεται ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας. Ο πρώτος εκκαλών, έχοντας ευρεία εξουσία από τους λοιπούς, υιούς του, τους οποίους εκπροσωπούσε, ως προς τη διαχείριση του δανείου, καθώς, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, αυτός είχε τον ενεργό ρόλο στη λήψη του, όπως προεκτέθηκε, συμφώνησε στον αντιλογισμό έστω και εάν δεν υπέγραψε το αντίστοιχο παραστατικό και δεν αποτυπώθηκε στο βιβλιάριο κατάθεσης, που είχε εκδοθεί για τον υπ' αριθμ.
…….κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου. Εξάλλου, τα παραστατικά, που εκδίδουν οι τράπεζες κατά τις συναλλαγές τους, όπως και τα βιβλιάρια καταθέσεων αποτελούν ναι μεν πλήρη απόδειξη για ότι καταγράφεται σε αυτά πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη με κάθε αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση δε ο Μ. Κ., ταμίας στο επίδικο υποκατάστημα, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως, καθώς εργάζονταν την ημέρα εκείνη στο εν λόγω υποκατάστημα, ότι ο πρώτος εκκαλών συναίνεσε στον αντιλογισμό και την κατάθεση του ποσού στο κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου (βλ.
υπ' αριθμ …../2013 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Καφέζα). Το ποσό δεσμεύτηκε μέχρι την οριστική είσπραξη της επιταγής και ο πρώτος εκκαλών οπισθογράφησε την επιταγή, που απεστάλη στο κεντρικό υποκατάστημα στην Πάτρα για να εισπραχθεί μέσω ΔΗΣΥΕ. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι ο πρώτος εκκαλών εκτός από την ανωτέρω επιταγή έφερε μαζί του την ίδια ημέρα και το ποσό των 700.000,000 ευρώ σε μετρητά εντός μαύρης σακούλας, τα οποία κατέθεσε στον εν θέματι κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου προς εξόφληση του δανείου.
Ο μάρτυρας του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στήριξε την κατάθεσή του ως προς το αντίστοιχο σκέλος όχι σε ιδία αντίληψη και γνώση, αλλά σε πληροφορίες από τον ίδιο (πρώτο εκκαλούντα) στις οποίες βασίστηκαν και οι υπ' αριθμ. …/2013 …./2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών των Βασιλείου Χρυσανθόπουλου και Γεωργίου Μπάρλου, ενώ η υπ' αριθμ.
…./2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών του Δ.Κ. ελέγχεται ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, καθώς από τις ηλεκτρονικές απεικονίσεις της κίνησης του υποκαταστήματος την ημέρα εκείνη (9/3/2009) δεν προκύπτει κατάθεση 700.000,000 ευρώ σε μετρητά σε κάποιο από τα ταμεία, είτε της δεύτερης εφεσίβλητης, είτε των δύο υπαλλήλων Μ.
Κ. και Η. Χ., οι οποίοι, εργαζόμενοι την ημέρα εκείνη στο εν λόγω υποκατάστημα, ελάχιστης έκτασης, όπως συνομολογούν αμφότερα τα διάδικα μέρη, δεν αντιλήφθηκαν των πρώτο εκκαλούντα να φέρει χρήματα (βλ. την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Αναστασίας Καφέζα των Η. Χ. και Μ.
Κ.), σε συνδυασμό με το γραμμάτιο είσπραξης, ποσού 700.000,00 ευρώ με αριθμό πράξης …. και ταυτότητα πράξης ……, που πιστώθηκε στον λόγω κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ως από αγορά επιταγής και όχι από μετρητά. Εξάλλου, οι εκκαλούντες δεν δίνουν κάποια πειστική εξήγηση για την πηγή προέλευσης του ποσού των 700.000,00 ευρώ που ισχυρίζονται ότι κατατέθηκε σε μετρητά, στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου.
Το ποσό αυτό δεν μπορεί να προέρχονταν από το τίμημα πώλησης των οριζόντιων ιδιοκτησιών, καθώς από τα γραμμάτια της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " …." που νομίμως προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη εφεσίβλητη αποδεικνύεται ότι μέρος του τιμήματος ύψους 1.173.000,00 ευρώ, ο πρώτος εκκαλών κατέθεσε στις 5/3/2009 ποσό 1.150.000,00 ευρώ στον υπ' αριθμ.
…….. λογαριασμό του, ζήτησε δε την έκδοση επιταγής για το ποσό μόνο των 700.000,00 ευρώ. Το υπόλοιπο δε του τιμήματος-. (1.330.000,00-1.173.000,00 = )
157.000,00 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται ή προκαταβολή, που, όπως συνομολογούν, έλαβαν οι εκκαλούντες για την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών με την υπογραφή προσυμφώνου, υπολείπεται του ποσού των 700.000,00 ευρώ κατά 543.000,00 ευρώ, των οποίων τη πηγή προέλευσης δεν απέδειξαν οι εκκαλούντες, οι οποίοι αντιφατικώς άλλοτε αναφέρουν ότι στο ποσό συμποσούνταν η προκαταβολή που έλαβαν και ποσό, που φυλάσσονταν στην οικία τους σε χρηματοκιβώτιο ( βλ.
κατάθεση πρώτου εκκαλούντα κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1016/3-7-2013 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων , όπως καταγράφηκε στα πρόχειρα πρακτικά, που τηρήθηκαν από την Προεδρεύουσα Δικαστή επί του αντιγράφου της αίτησης, που φυλάσσεται στο φάκελο της δικογραφίας, σύμφωνα με τη δικαστηριακή πρακτική στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων στις οποίες δεν συμπράττει γραμματέας και δεν είναι υποχρεωτική η τήρηση πρακτικών) χωρίς ποτέ να κατονομάζουν και αποδεικνύουν την πηγή προέλευσης και άλλοτε, αβασίμως, όπως προεκτέθηκε, ότι αποτελούσε μέρος του τιμήματος των οριζόντιων ιδιοκτησιών (βλ.
το από 23/8/2013 σημείωμά τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών). Οι εκκαλούντες προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους περί κατάθεσης ποσού 700.000,00 ευρώ σε μετρητά στις 9-3-2009 μαζί με την επιταγή, που προσκομίσθηκε από τον πρώτο εκκαλούντα, επικαλούνται εξοφλητική απόδειξη, που τους χορηγήθηκε από τη δεύτερη εφεσίβλητη, την-οποία, όμως, ισχυρίζονται ότι αδυνατούν να προσκομίσουν ενώπιον, του Δικαστηρίου, διότι,, κατά τους ισχυρισμούς τους, την υπεξήγαγε, στις 16/3/2009, από το φάκελο της δικογραφίας, που υποβλήθηκε για την ανάκληση της απόφασης για χορήγηση άδειας εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ο τρίτος εφεσίβλητος.
Ο ισχυρισμός αυτός περί λήψης απόδειξης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι στις 16/3/2009 εκκρεμούσε ακόμη το αίτημα των εκκαλούντων για εξόφληση του δανείου λόγω αιτήματος, που είχαν υποβάλλει, όπως προεκτέθηκε, για μείωση της ποινής προεξόφλησης (βλ.
και από 8/4/2009 επιστολή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "………." προς τους εκκαλούντες με την οποία τους απαντά ότι η ποινή προεξόφλησης για το δάνειο ανέρχεται στο ποσό των 153.500,00 ευρώ). Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατό να τους είχε χορηγηθεί εξοφλητική απόδειξη. Ούτε ο τρίτος εφεσίβλητος παραδέχθηκε με την από 1/4/2012 δήλωσή του ότι οι εκκαλούντες είχαν κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ανάκλησης της ως άνω απόφασης (16/3/2009) εξοφλήσει το δάνειο και ότι τους είχε χορηγηθεί εξοφλητική απόδειξη.
Όπως προκύπτει από την ανάγνωση της ως άνω δήλωσης και το ρητό και σαφές περιεχόμενο ο τρίτος εφεσίβλητος δηλώνει όχι ότι έχει ιδία αντίληψη, αλλά ότι η δεύτερη εφεσίβλητη τον διαβεβαίωσε προφορικώς ότι οι εκκαλούντες έχουν καταθέσει τα χρήματα για την εξόφληση προκειμένου να συναινέσει για λογαριασμό της πρώτης στην ανάκληση της απόφασης.
Ποιος ο λόγος, άλλωστε, εάν στις 9/ 3 / 2 0 0 9 οι εκκαλούντες είχαν εξοφλήσει το δάνειο να επιτρέψουν την ανάληψη στις 16/6/2009 και στις 6/8/2009, ήτοι μετά τις 9/3/2009, των ποσών των 11.717,25 ευρώ και των 11.941,18 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου τους προς εξόφληση δύο (2) δόσεων. Κατά συνέπεια, δεν υφίστανται προθεσμιακές καταθέσεις, συνολικού ύψους (500.000,00 +200.000,00 =) 700.000,00 ευρώ στο όνομα των εκκαλούντων , που να λήγει στις 9/3/2010, και, άρα, ούτε αντίστοιχη υποχρέωση της πρώτης εφεσίβλητης ως καθολικής διάδοχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της αρχικής πρώτης εναγομένης "……." προς απόδοση του παραπάνω ποσού, καθώς και τόκων επ' αυτού ανεξάρτητα εάν εκδόθηκαν αντίστοιχες αποδείξεις κατάθεσης επί προθεσμία, τις οποίας νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες, διότι αυτές αποτελούν αποδεικτικά μέσα, όπως τέτοιο αποτελεί και το βιβλιάριο κατάθεσης που εκδόθηκε για τον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου τους, ακόμη και εάν δεν ανεγράφησαν όλες οι κινήσεις, ως ιδιωτικά έγγραφα κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη και όχι συστατικό τύπο τραπεζικής συναλλαγής.
Από δε την 5/11/2009 έκθεση ελέγχου του Επιθεωρητή Ν. Σ. και την υπ' αριθμ. …./2013 ένορκη βεβαίωση του Η. Χ.,, ταμία που χειρίσθηκε την αγορά της υπ' αριθμ. ……. επιταγής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…...", ποσού 700.000,00 ευρώ, αποδείχθηκε ανενδοίαστα, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, ότι το ποσό αυτής τελικώς κατατέθηκε στον λογαριασμό ταμιευτηρίου των εκκαλούντων" Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 24-8-2012 αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία να τους καταβάλει συνολικά το ποσό των 700.000 ευρώ ως κεφάλαιο των προθεσμιακών καταθέσεων που τηρούσαν στο κατάστημά της με τους αντίστοιχους επ' αυτού τόκους.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης του άρθρου 830 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 827 και 806 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι τα ποσά των επίμαχων προθεσμιακών καταθέσεων ποσού 500.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα, με τη συναίνεση του πρώτου ενάγοντος- αναιρεσείοντος, που εκροσωπούσε και τους λοιπούς, αντιλογίστηκαν αυθημερόν στο λογαριασμό ταμιευτηρίου των αναιρεσειόντων προς εξόφληση του ληφθέντος στεγαστικού δανείου.
Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα περί της ανυπαρξίας των προθεσμιακών καταθέσεων διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, έστω και έμμεσα, στη βούληση των αναιρεσειόντων ως προς τον αντιλογισμό, ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αφού ανενδοίαστα δέχεται ότι η αντιλογιστική αυτή πράξη έγινε προκειμένου να εισπραχθεί η επιταγή που ενσωμάτωνε το ποσό των 700.000 ευρώ.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο ζήτημα τόσο του υποστατού των προθεσμιακών καταθέσεων όσο και της επιπλέον κατάθεσης μετρητών χρημάτων. Ειδικότερα, χωρίς αντιφάσεις και κατά λογική ακολουθία των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, που οδήγησαν στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν υφίστανται οι ένδικες προθεσμιακές καταθέσεις, το Εφετείο αιτιολογημένα έκρινε ότι α) ο πρώτος αναιρεσείων με σκοπό την προεξόφληση του δανείου στις 9-3-2009 προσκόμισε στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης, με το οποίο συναλλασσόταν, την επιταγή ποσού 700.000 ευρώ, η οποία πιστώθηκε στον ανοιγέντα λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης και του παραδόθηκαν δύο αποδείξεις κατάθεσης επί προθεσμία ποσού 500.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα β) την ίδια ημέρα και πριν αποχωρήσει ο πρώτος αναιρεσείων από το υποκατάστημα με τη συναίνεσή του προκειμένου να εισπραχθεί η επιταγή, η οποία είχε αγοραστεί συμψηφιστικώς από άλλη τράπεζα, το ποσό των 700.000 ευρώ αντιλογίστηκε στον τηρούμενο κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου των αναιρεσειόντων γ) ο πρώτος αναιρεσείων την ίδια ημέρα δεν έφερε μέσα σε μαύρη σακούλα και μετρητά 700.000 ευρώ, τα οποία κατέθεσε στον εν θέματι λογαριασμό ταμιευτηρίου προς εξόφληση του δανείου, καθώς κατάθεση μετρητών την ημέρα εκείνη (9-3-2009) δεν προκύπτει ούτε από τις ηλεκτρονικές απεικονίσεις της κίνησης του υποκαταστήματος ούτε από το γραμμάτιο είσπραξης με αριθμό …..και ταυτότητα πράξης …../2009, ποσού 700.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό ταμιευτηρίου ως προερχόμενο από αγορά επιταγής και όχι από μετρητά και δ) δεν χορηγήθηκε στους αναιρεσείοντες στις 16-3-2009 εξοφλητική απόδειξη του δανείου.
Η επικαλούμενη εσφαλμένη αξιοποίηση και αξιολόγηση των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων απαραδέκτως πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η παραδοχή ότι έγινε αντιλογισμός της προθεσμιακής κατάθεσης στο λογαριασμό ταμιευτηρίου των αναιρεσειόντων, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ωστόσο σε κάθε περίπτωση προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.
Επομένως, ο πρώτος, ο τρίτος και ο πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, της έλλειψης αιτιολογίας ως προς το ανυπόστατο των προθεσμιακών καταθέσεων και τη μη κατάθεση μετρητών χρημάτων και ότι έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα ισχυρισμό περί αντιλογισμού, είναι αβάσιμοι.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 445 ιδίου κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά, συντεταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Με τους ίδιους όρους αυτά αποτελούν πλήρη απόδειξη και ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ` αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και επομένως και τους μάρτυρες (ΑΠ 857/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης με επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρέβη τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων προσδίδοντας στις δύο αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης ποσού 500.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ορίζει ο νόμος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι αποδείξεις αυτές ως ιδιωτικά έγγραφα, κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη, δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και ως προς τη αλήθεια του περιεχομένου τους εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ( μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη και ανταπόδειξη των ισχυρισμών τους.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως ,με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σε αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και έκτο (με ορθή αρίθμηση έβδομο ) λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να δεχθεί ότι δεν κατατέθηκαν μετρητά στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου και ότι το δάνειο δεν εξοφλήθηκε από την κατάθεση μετρητών, καταλήγοντας στο επιζήμιο γι' αυτούς αποτέλεσμα της ανυπαρξίας προθεσμιακών καταθέσεων, ανέγνωσε εσφαλμένα και παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του …/2009 με ταυτότητα πράξης ……. γραμματίου είσπραξης και β) της από 1/4/2012 δήλωσης του δικηγόρου της αναιρεσίβλητης τράπεζας Ευαγγέλου Στεφανάτου, από την ορθή ανάγνωση των οποίων προέκυπτε η κατάθεση μετρητών.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι στο μεν γραμμάτιο είσπραξης υπάρχει σημείωση στη θέση του καταθέτη ότι το αναγραφόμενο σ' αυτό ποσό προέρχεται από την αγορά επιταγής, στη δε από 1/4/2012 δήλωση αναφέρεται ότι ο δηλών μεταφέρει πληροφορία της διευθύντριας του υποκαταστήματος και δεν είχε ο ίδιος ιδία αντίληψη, όπως σαφώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, από τις παραδοχές της οποίας προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα διαμορφώθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρεται ειδικά η βαρύτητα των προαναφερόμενων εγγράφων και απλώς το συμπέρασμα είναι αντίθετο από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως η αναίρεση είναι αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Επίσης, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης ( ΑΠ 287/2018, ΑΠ 1145/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με τη δανειακή σύμβαση που συνήψαν οι αναιρεσείοντες με την αναιρεσίβλητη τράπεζα. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και αποσπασματικά οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου για τη χορήγηση του δανείου, αλλά και αλυσιτελής διότι αντικείμενο της δίκης και ζήτημα ουσιώδες για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος δεν ήταν η κανονικότητα της χορήγησης του στεγαστικού δανείου, αλλά το υποστατό των προθεσμιακών καταθέσεων, την απόδοση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ