Legislator Case Law & Legislation
652/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific legal error and untimely appeal against cost allocation.

Case Number 652/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment as inadmissible. The appellant failed to specify the exact substantive law violated and the specific legal error in the lower court's decision on cost allocation. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the required specificity under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged legal error is vague and fails to identify the specific substantive law violated and the precise judicial mistake regarding its interpretation or application.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal error cost allocation review substantive law violation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of the Municipalities and Communities Code
Article 518(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 17/2013
Supreme Court 20/2005
Supreme Court 192/2016
Supreme Court 68/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 652/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία " ..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντία Μαμούρα και Αλέξανδρο Κοσμά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκε η 60/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-10-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 19-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 30-10-2015 αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσης 60/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με επιμέλεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στις 8-9-2015 (βλ. την .../8-9-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Γ. Μ.) χωρίς να ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα έφεση μέσα στη νόμιμη τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (βλ. το .../12-10-2015 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Βόλου).

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 30-10-2015 (βλ. την ...10-2015 πράξη κατάθεσης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Βόλου), δηλαδή μετά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, στρέφεται κατά τελεσίδικης απόφασης και είναι παραδεκτή.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 161 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3584/2007, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο: "1. Δήμοι με πληθυσμό πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους και Δήμοι που είναι πρωτεύουσες νομών ως και Σύνδεσμοι Δήμων, Δήμων και Κοινοτήτων ή Κοινοτήτων με συνολικό πληθυσμό των μελών τους πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) κατοίκους, εφόσον έχουν ανάλογη οικονομική δυνατότητα, μπορούν με τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας τους να συνιστούν θέση μετακλητού Γενικού Γραμματέα.

Δήμοι που συνέστησαν θέση μετακλητού Γενικού Γραμματέα βάσει του προηγούμενου εδαφίου, μπορούν να διατηρήσουν τη θέση αυτή ανεξαρτήτως πληθυσμιακού μεγέθους. 2. Ο Γενικός Γραμματέας διορίζεται και απολύεται με απόφαση του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Γενικός Γραμματέας παύει να ασκεί τα καθήκοντα του και απολύεται αυτοδικαίως όταν ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος του Συνδέσμου που τον προσέλαβε απολέσει την ιδιότητά του για οποιονδήποτε λόγο. Ο Γενικός Γραμματέας πρέπει να κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα σχολής Πανεπιστημιακής ή Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΠΕ ή ΤΕ), όπως προβλέπεται στο άρθρο 82. 3.

Στις θέσεις αυτές επιτρέπεται και ο διορισμός υπαλλήλων και λειτουργών του δημόσιου τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία υπηρετούν σε αυτές. Επίσης στις θέσεις αυτές επιτρέπεται και ο διορισμός υπαλλήλων των Ν.Α. Εξαιρούνται οι υπάλληλοι οι οποίοι υπηρετούν στον ίδιο Δήμο ή Σύνδεσμο.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους που διανύεται στις θέσεις αυτές λογίζεται, για όλες τις συνέπειες, ως πραγματική υπηρεσία στην οργανική τους θέση. Σε περίπτωση αποχώρησης τους από την παραπάνω θέση επανέρχονται αυτοδικαίως στη θέση που κατείχαν πριν από το διορισμό τους. Αν η θέση αυτή δεν είναι κενή, θεωρούνται ότι κατέχουν ομοιόβαθμη προσωρινή θέση, που συνιστάται αυτοδικαίως και καταργείται επίσης αυτοδικαίως, όταν αποχωρήσουν από την υπηρεσία. 4.

Οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., η οποία παρέχεται εντός μηνός αφότου ζητηθεί. Τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου δεν λαμβάνουν τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης. 5.

Ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος του Συνδέσμου μπορεί με απόφασή του να αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα την υπογραφή με εντολή του εγγράφων και πιστοποιητικών, πλην χρηματικών ενταλμάτων. 6. Ο Γενικός Γραμματέας του Δήμου ή του Συνδέσμου έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Υπογράφει τις αποφάσεις χορήγησης αδειών με ή χωρίς αποδοχές και μετακίνησης εκτός έδρας στο εσωτερικό και εξωτερικό των υπαλλήλων του Δήμου.

β. Παρέχει οδηγίες, δίνει κατευθύνσεις και, γενικότερα, συντονίζει τις υπηρεσίες του Δήμου κατά την άσκηση του έργου τους. γ. Προβαίνει στη μελέτη και εισήγηση μέτρων για τη βελτίωση και προαγωγή των λειτουργιών του Δήμου. δ. Μεριμνά για την επεξεργασία από τις αρμόδιες υπηρεσίες των θεμάτων που είναι προς συζήτηση ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής σύμφωνα με την ημερήσια διάταξη ή έχουν ήδη συζητηθεί σε αυτά, καθώς και να τα υποστηρίζει ενώπιον των ανωτέρω οργάνων, εφόσον κρίνεται απαραίτητο από τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου ή της Δημαρχιακής Επιτροπής.

ε. Παρακολουθεί τη διαδικασία εφαρμογής των αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου και της Δημαρχιακής Επιτροπής από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου. στ. Μεριμνά για την έγκαιρη ετοιμασία των περιοδικών απολογισμών δράσης του Δήμου σύμφωνα προς τα αντίστοιχα προγράμματα ή τις συγκεκριμένες αποφάσεις και ενημερώνει σχετικά το Δημοτικό Συμβούλιο και τη Δημαρχιακή Επιτροπή.

ζ. Μεριμνά για τη συνεχή βελτίωση της αποτελεσματικής δράσης των υπηρεσιών του Δήμου, την προσαρμογή της λειτουργίας τους στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και τη βελτίωση της απόδοσης του στελεχικού δυναμικού και των τεχνικών μέσων του Δήμου. η. Οργανώνει κάθε νέα υπηρεσία που δημιουργείτο στο Δήμο.

Ο Δήμαρχος μπορεί, με απόφαση του, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος, να εκχωρεί και άλλες αρμοδιότητες στον Γενικό Γραμματέα του Δήμου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο γενικός γραμματέας του δήμου, ο οποίος διορίζεται και απολύεται από το δήμαρχο με σχετική απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί ως εκ τούτου συστατική ατομική διοικητική πράξη, είναι μετακλητός υπάλληλος.

Με την ιδιότητά του αυτή καταλαμβάνει θέση που προβλέπεται από τον οργανισμό του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, προΐσταται, αμέσως μετά από το δήμαρχο, όλων των υπηρεσιών του οικείου δήμου, υπόκειται δηλαδή ιεραρχικά στο δήμαρχο, ο οποίος κατά το νόμο είναι προϊστάμενος όλου του προσωπικού του δήμου και αρμόδιος για την έκδοση πράξεων που αφορούν τις κάθε είδους υπηρεσιακές μεταβολές.

Συνεπώς ο γενικός γραμματέας του δήμου προσλαμβάνεται για την πλήρωση οργανικής θέσης ρητά προβλεπόμενης από το νόμο και αποκλειστικά βάσει κανόνων δημοσίου δικαίου (Σ.τ.Ε. 117/2004). Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 παρ. 2 ν. 3900/2010, του οποίου η ισχύς κατά το άρθρο 70 του ίδιου νόμου άρχισε από 1-1-2011, εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν το διορισμό και την παύση των μετακλητών ή επί θητεία ανωτάτων υπαλλήλων (Σ.τ.Ε. 1077/2016). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υπόθεσης που κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Α.Π. 59/2017). Αντίθετα όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 741/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 28-1-2015 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με την ...9-2014 απόφαση του ..., η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Γ’ .../7-11-2014), διορίσθηκε στη θέση του μετακλητού γενικού γραμματέα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου .... Ότι στη συνέχεια μεταξύ αυτού και του ανωτέρω δημάρχου καταρτίσθηκε η .../13-11-2014 έγγραφη ειδική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, της οποίας το περιεχόμενο παρατίθεται αυτούσιο στην αγωγή.

Ότι σε εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είχε καταληκτική ημερομηνία αυτή της λήξης της θητείας του δημάρχου (31-8-2019), προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο από τον κατά τ’ ανωτέρω χρόνο της πρόσληψής του μέχρι τις 5-1-2015, οπότε με απόφαση του δημάρχου καταγγέλθηκε η ένδικη σύμβαση, με την προσχηματική αιτιολογία ότι αυτός δεν ανταποκρίθηκε πλήρως στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ως γενικού γραμματέα, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη αφενός μεν διότι αντίκειται στο νόμο και στον αναφερόμενο όρο της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης σύμβασης εργασίας, με τον οποίο προβλέπονται περιοριστικά οι περιπτώσεις λύσης αυτής, αφετέρου δε διότι είναι καταχρηστική. Ότι με την ως άνω καταγγελία ο εναγόμενος έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και συνακόλουθα του οφείλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία μέχρι και τη συμβατική λήξη της ένδικης σύμβασης το ποσό των 2.740,32 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 153.071,20 ευρώ.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό των 153.071,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή εισάγει διοικητική διαφορά ουσίας και υπάγεται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Τούτο διότι η απόφαση του δημάρχου περί διορισμού του ενάγοντος αποτελεί συστατική διοικητική πράξη και η δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποτελεί συστατικό στοιχείο για τη νόμιμη υπόστασή της. Το γεγονός ότι, εκτός του διορισμού του ενάγοντος με απόφαση του δημάρχου που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίσθηκε και έγγραφη σύμβαση που χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν αναιρεί τον πιο πάνω χαρακτήρα της, αφού ο ενάγων με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή του διορίσθηκε ως μετακλητός υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνεται η άσκηση δημόσιας εξουσίας, η οποία εκχωρείται κατά το νόμο σ’ αυτόν από το δήμαρχο που είναι προϊστάμενός του.

Με βάση τα ανωτέρω το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας: α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 23 παρ. 2 ν. 1264/1982, 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, 161 ν. 3584/2007, 174, 200, 281, 288, 648, 656, 669 Α.Κ.

και 70 Κ.Πολ.Δ. και β) δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.

Συνεπώς όλοι οι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων 559 αριθ. 1 εδ. α και 14 περ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος τους με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και όχι σε εκείνη της υπέρβασης εξουσίας του άρθρου 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι μεταξύ αυτού και του εναγομένου είχε καταρτισθεί εγγράφως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι κατά τη συνοπτική παράθεση του περιεχομένου της αγωγής στην προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας εξέθεσε ότι ο ενάγων επικαλέσθηκε έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και συνεπώς έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε, δεχόμενο ότι με την κατάρτιση της σύμβασης αυτής δεν αναιρείται ο χαρακτήρας του διορισμού του ενάγοντος ως μετακλητού υπαλλήλου.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997).

Συνεπώς ο πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την ένδικη έγγραφη σύμβαση εργασίας, την οποία αυτός ενσωμάτωσε στο δικόγραφο της αγωγής του και την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι μεταξύ αυτού και του εναγομένου είχε καταρτισθεί σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Εξ άλλου η κρίση του δικαστηρίου για επιβολή ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 192/2016, 68/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει και των ανωτέρω παραδοχών, με το να συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα και να μην τα επιβάλλει αποκλειστικά σε βάρος του αντιδίκου, καταδήλως ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού από αυτόν δεν προκύπτει ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. επιχειρεί να θεμελιώσει ο αναιρεσείων. Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ., και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού σ’ αυτόν δεν εκτίθεται ποιες είναι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και ποιο είναι το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή τους. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για επιβολή ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά και του ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης, η οποία τον ευνοεί.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 60/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ