Supreme Court dismisses appeal on public road status, citing procedural inadmissibility and lack of jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a road's legal status. The appellant argued the lower court erred in evaluating administrative documents and relied on an invalid municipal certificate, but the Court held that reviewing the content of such documents falls outside its jurisdiction. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 966 and 967 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substantive content of administrative documents or the validity of evidence admitted in lower courts decided on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 652 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Αποστολόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ν. Θ. του Π., 2)Θ. θυγ. Β. Φ., συζ. Ν. Θ., 3)Β. Ε. του Α., 4)Ε. θυγ. Ν. Μ., συζ. Β. Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Λουράντο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-2-2006 και 13-7-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:203/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 102/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 4-5-2015 αίτησή της, τη συζήτηση της οποίας επανέφερε μετά από ματαίωση, με την από 17-9-2015 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό. Οι οδοί, σύμφωνα με την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ περιλαμβάνονται μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων. Στην παλαιότερη νομοθεσία, όπως στο ΠΔ 25/28 Νοεμβρίου 1929 "περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων" οι οδοί διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές και αγροτικές (άρθρο 1) που είναι "αι άγουσαι από χωρίων προς κτηματικούς αυτών περιφερείας", στον δε νεώτερο ν.3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" οι δρόμοι διακρίνονται σε εθνικούς, επαρχιακούς και δημοτικούς 'η κοινοτικούς, χωρίς να αναφέρονται οι αγροτικοί δρόμοι.
Η μη αναφορά αυτή οφείλεται προφανώς στο ότι οι εν λόγω δρόμοι, εφόσον είναι κοινόχρηστοι, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν ειδικότερη κατηγορία των δημοτικών ή κοινοτικών δρόμων, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στο νόμο αυτό η έννοια των δημοτικών ή κοινοτικών δρόμων είναι ευρεία, ήτοι περιλαμβάνει τις οδούς που εξυπηρετούν τις "πάσης φύσεως ανάγκες του Δήμου ή μιας Κοινότητας μέσα στα δημοτικά όρια αυτών".
Περαιτέρω στο άρθρο 6 παρ.2 εδ.γ'(προτελευταίο) του Ν.720/1977 οριζόταν ότι "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του Ν.651/1977 και εμφαινόμεναι εις τοπογραφικά διαγράμματα κατατεθειμένα ως συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του Ν.651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικοί προς εξυπηρέτησιν των παρ'αυτούς αγροτεμαχίων", ενώ το άρθρο 43 παρ.7 του Ν.1337/1983 ορίζει ότι "τα δύο τελευταία εδάφια της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν.720/1977 καταργούνται" και το άρθρο 44 του ίδιου Ν.1337/1983, ότι "η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη, απαιτείται, αφενός να σχηματίστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977 και αφετέρου να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977, η ιδιότητα δε της οδού ως αγροτικής διατηρείται και μετά την ισχύ του Ν.1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά.
Εξάλλου με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Με τη χρήση αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ.α του ΑΚ, κατά το οποίο "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον".
Εξ ετέρου από καμμιά διάταξη της κειμένης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αγροτικοί) και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο ή τον Δήμαρχο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, δεν έχει καμμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, ως αποδεικτικό όμως μέσο και εφόσον ανελέγκτως κρίθηκε ότι δεν λήφθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη, λαμβάνεται υπόψη προς έμμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 και ΚΠολΔ, (όπως τουτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση) η απόφαση Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ'αποφάσεως Ειρηνοδικείου, υπόκειται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά (NUMERUS CLANSUS) στη διάταξη αυτή και ειδικότερα αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε νόμιμα ή υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'υλη αρμοδιότητα και αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ο ίδιος λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως του κανόνα δικαίου, να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ'αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την από 28.2.2008 αναγνωστικής κυριότητας ιδιωτικής οδού και του ομόρου σ'αυτήν πρανούς της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων (που αποτέλεσε αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης, ενώ η σωρευθείσα με αυτήν αρνητική παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο) καθώς και την συνεκδικασθείσα με αυτήν αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως ως κοινόχρηστης της ένδικης οδού και προστασίας της προσωπικότητάς τους λόγω παράνομης προσβολής του δικαιώματος χρήσης της οδού αυτής από την αναιρεσείουσα και επικουρικά για καθορισμό ορίων "Συνομολογείται καθώς ουδόλως αμφισβητήθηκε μεταξύ των διαδίκων, η κτήση κυριότητάς τους με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους ίδιους, συμβόλαια, τα οποία όλα έχουν νόμιμα μεταγραφεί, των εκατέρωθεν της επίδικης οδού αγροτεμαχίων, κειμένων στην περιοχή ...
Αττικής στη θέση Μ. Μ., των οποίων είναι αποκλειστικοί κύριοι. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες είναι αποκλειστικοί συγκύριοι και συννομείς ακινήτου εμβαδού 2514 τ.μ., δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ά. Β. και η εφεσίβλητη Ε. Κ. είναι αποκλειστική κυρία τεσσάρων όμορων αγροτεμαχίων δυνάμει των με αριθμούς 27217/1996, 27218/1996, 27439/1996, 27666/1996 πωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου … Ο.
Γ., τα οποία έχουν νόμιμα μεταγραφεί. Η ιδιοκτησία των εκκαλούντων συνορεύει με αυτήν της εφεσίβλητης στο ανατολικό όριο.ενώ μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών διέρχεται (δίπλα στο επίδικο πρανές) η επίδικη οδός που ξεκινά από την κοινοτικό οδό ... - παραλία ..., μήκους περίπου 226 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων, η οποία επιπλέον διέρχεται κατά μήκος ολοκλήρου του δυτικού ορίου της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης [βλ.
σχετικά την γραμμοσκιασμένη επίδικη οδό στο από Οκτωβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα οδού του πραγματογνώμονα Σ. Σ.], αποδείχθηκε ότι τα δύο ακίνητα, έχουν μεγάλη υψομετρική διαφορά, περίπου δύο μέτρων, έτσι ώστε στο φυσικό όριο του πρανούς να υπάρχει κλίση 45 μοιρών και άνω. Η διαφορά μεταξύ των αντιδίκων κυρίως προήλθε από την στιγμή που οι εκκαλούντες ανήγειραν τις οικίες τους δυνάμει της 779/2009 άδειας οικοδομής και ακολούθως προέκυψε η ανάγκη παροχέτευσης ομβρίων υδάτων από τις νεόδμητες οικίες προς την επίδικη οδό, στην οποία εφόσον είναι αγροτική και επομένως κοινόχρηστη, η πολεοδομία Κ.
επίτρεψε στους ίδιους (όπως η εφεσίβλητη αναφέρει σχετικά στην αγωγή της) να παροχετεύουν τα όμβρια ύδατα εφόσον κατά τα λοιπά τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα παρακάτω αναφερόμενα προσκομισθέντα συμβόλαια ενώ και η εφεσίβλητη το συνομολογεί [βλ σελίδα 26 της αγωγής της και σελίδα 70 στις προτάσεις της στο Δικαστήριο τούτο], ότι στα συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της Β.
Σ. - Γ. και Ν. Κ., τα οποία έχουν καταρτισθεί πριν από το έτος 1977, δηλαδή στα με αριθμούς 7467/21-5-1974 και 7518/10-6-1974 πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου … Α. Ο., υπάρχουν συνημμένα τοπογραφικά διαγράμματα - ήτοι στο με αριθμό 7467/1974 συμβόλαιο, το από 30-5-1973 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Μ. και στο με αριθμό 7518/1974 συμβόλαιό, το από Μαΐου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.
Α. - στα οποία η επίδικη οδός αναφέρεται ως ιδιωτική. Περαιτέρω, η ύπαρξη της οδού αυτής επαναλαμβάνεται και στο μεταγενέστερο και με αριθμό 22175/1981 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Α. Ο., των δικαιοπαρόχων της Ε. Κ., Γ. Λ., Α. Λ. και Β. Σ. με συνημμένο το από 20-3-1981 τοπογραφικό του μηχανικού Ι. Π.. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η οδός αυτή εξυπηρετούσε από τότε .που δημιουργήθηκε ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1974, το οποίο [έτος] συνομολογεί η Ε.
Κ. στην αγωγή της, και την κοινή χρήση καθώς παλαιότερα έφθανε μέχρι την παραλία, έτσι ώστε κάτοικοι του ... πέρα από τους κληρονόμους Κ., τους οποίους καταρχήν εξυπηρετούσε, έκαναν ελεύθερη χρήση αυτής. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις η εν λόγω οδός έγινε και είναι ήδη κοινόχρηστη, αφού προϋπήρχε ως ιδιωτική και αναφερόμενη ως τέτοια στα ως άνω συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της εφεσίβλητης, τα οποία φέρουν συνημμένα τα τοπογραφικά που προαναφέρθηκαν και έχουν συνταχθεί πριν από το 1977.
Περαιτέρω και από την ελεύθερη εκτίμηση της έκθεσης του δικαστικού πραγματογνώμονα Σ. Σ. χωρίς αμφιβολία, προκύπτει ότι η εφεσίβλητη Ε. Κ. ουδέποτε έγινε κυρία της επίδικης οδού, όπως και μετά από επιτόπιο ενδελεχή έλεγχο των ακινήτων και κατόπιν εφαρμογής και μελέτης των προαναφερομένων συμβολαίων και των τοπογραφικών διαγραμμάτων, ρητά καταλήγει στο τελικό πόρισμα του και ο ίδιος ο πραγματογνώμονας μηχανικός [βλ.
σελίδα 72 έκθεσης], καθώς η επίδικη οδός εξαιρέθηκε κατά τη μεταβίβαση από όλα τα αγροτεμάχια που πουλήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν στην εφεσίβλητη από τους δικαιοπαρόχους της. Με βάση, εξάλλου, τις εν λόγω παραδοχές δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι και το κοινόχρηστο πρανές πέρα από την επίδικη οδό ανήκει στην κυριότητα της, αφού δεν μπορεί να μην της μεταβιβάσθηκε ποτέ η κυριότητα της οδού αλλά να της μεταβιβάσθηκε τμήμα πέρα από την οδό.
Το εν λόγω πρανές, εξάλλου, ουδόλως, διεκδικείται από τους εκκαλούντες, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι έχουν τοποθετήσει σε σημείο πάνω από το επίδικο πρανές, όπου φθάνει η ιδιοκτησία τους, μόνιμο τοιχίο από τσιμέντο, το οποίο οριοθετεί ανατολικά την ιδιοκτησία τους, όπως απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Σ.
Σ.. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης, τον οποίο υιοθετεί ο πραγματογνώμονας, χωρίς ασφαλώς η άποψη του να είναι δεσμευτική καθώς αφορά το υπό κρίση και αμιγώς νομικό θέμα, δηλαδή ότι επειδή με το πέρασμα των ετών περιήλθαν στην κυριότητα της όλες οι προσκείμενες στο δυτικό τμήμα της επίδικης οδού ιδιοκτησίες (που αποτελούσαν την πρώην ενιαία ιδιοκτησία Κ.) και επομένως εξέλειψε ο λόγος για τον οποίο η επίδικη οδός δημιουργήθηκε, προβάλλεται αλυσιτελώς.
Τούτο επειδή ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση με νομική βάση την διάταξη του άρθρου 1137 ΑΚ, ήτοι την σύγχυση που αποτελεί λόγο απόσβεσης πραγματικής δουλείας. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται, όπως παραπάνω αναφέρθηκε για κοινόχρηστη οδό και όχι για δουλεία διόδου επί της εν λόγω οδού, η οποία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι είχε συσταθεί, απορριπτόμενων των σχετικών ισχυρισμών της εφεσίβλητης ως νομικά αβασίμων.
Επιπλέον και από την στιγμή που η επίδικη οδός έγινε κοινόχρηστη με βάση τα προαναφερόμενα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί επ' αυτής κυριότητα της εφεσίβλητης με βάση τακτική ή έκτακτη χρησικτησία καθώς τα κοινόχρηστα πράγματα είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας [ΑΠ 723/2014 ΝΟΜΟΣ], απορριπτόμενης αφενός της προβληθείσας ένστασης της εφεσίβλητης κατά της αγωγής των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμης αφετέρου δε και της επικουρικής βάσης της αγωγής της ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η επίδικη οδός δεν ενώνεται με άλλο δίκτυο δρόμων, ενώ καταλήγει σε αδιέξοδο ήτοι στο τελευταίο αγροτεμάχιο που η ίδια απέκτησε δεν έχει έννομη επιρροή με δεδομένο ότι όλοι οι αγροτικοί δρόμοι που εξυπηρετούν την πρόσβαση σε αγροτικά ακίνητα δεν ενώνονται υποχρεωτικά με το οδικό δίκτυο, αλλά εξυπηρετούν τον παραπάνω σκοπό, έτσι ώστε και στην υπό κρίση περίπτωση, αν στο μέλλον η εφεσίβλητη μεταβιβάσει κάποιο από τα αγροτεμάχια σε τρίτο, η κοινόχρηστη αυτή οδός θα επιτρέπει στο νέο κύριο την πρόσβαση και αυτή ακριβώς είναι η έννοια και ο σκοπός των οδών και γενικά των πραγμάτων κοινής χρήσης.
Κατά συνέπεια, έσφαλε η πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε κυριότητα της εφεσίβλητης στην επίδικη κοινόχρηστη οδό όπως και στο πρανές, το οποίο κείται εκτός της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης.Περαιτέρω, οι αγωγές αφού ερευνηθούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα πρέπει να γίνει δεκτή η από 13-7-2009 αγωγή των εκκαλούντων αλλά να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 26-2-2008 αγωγή της εφεσίβλητης.
Προς τούτο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η οδός που εμφανίζεται στο από Οκτωβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού Σ. Σ. είναι κοινόχρηστη οδός, η οποία αποτελεί και το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, η ενέργεια της εφεσίβλητης να αποκλείσει την είσοδο στην εν λόγω οδό τοποθετώντας σιδερένια πόρτα προσβάλλει το δικαίωμα στην προσωπικότητα των εκκαλούντων, τους οποίους στερεί από την απόλαυση κοινής χρήσης αγαθού δηλαδή της επίδικης οδού και για τον λόγο αυτό πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να άρει την προσβολή της προσωπικότητας τους και να αφαιρέσει τη σιδερένια πόρτα που έχει τοποθετήσει στην είσοδο της οδού και κάθε άλλο εμπόδιο ή κατασκεύασμα που έχει τοποθετήσει σε όλο το μήκος του οδοστρώματος, να υποχρεωθεί να παραλείψει στο μέλλον κάθε αντίστοιχη ενέργεια προσβολής της προσωπικότητας των εκκαλούντων με την απειλή χρηματικής ποινής δύο χιλιάδων [2000] ευρώ και προσωπικής κράτησης τριών μηνών για κάθε προσβολή." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατά την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διάταξεις των άρθρων 966, 967, 968, 57 ΑΚ, 6 παρ.2 του Ν.720/1977, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα ή να αξιώσει διαφορετικά στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν.
Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές έγινε δεκτό, ότι η επίδικη αγροτική οδός απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.720/1977, αφού όπως ανελέγκτως δέχθηκε η επίδικη αγροτική οδός σχηματίστηκε από παροδίους ιδιοκτήτες πριν από το έτος 1977 για τις ανάγκες των αγροτεμαχίων τους και ότι εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, που έχουν κατατεθεί σε συμβόλαια καταρτισθέντα πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.651/1977, καθώς και ότι η αναιρεσείουσα αποκλείοντας την είσοδο της οδού αυτής προσβάλλει την προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων, αφού του στερεί τη δυνατότητα χρήσης της κοινόχρηστης αυτής οδού.
Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλομένη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1000, 1020, 1094, 1042, 1045 ΑΚ, ν.3 Πανδ. 43, 7 ν.2 παρ.8 Πανδ. 39, 3 ν.28, Πανδ. 22, 3 του άρθρου 28 του Ν.1337/1983, 4 Ν.3406, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 25/28-11-1929 Π.Δ/γμα είναι απαράδεκτοι, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το δικαστήριο ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ενώ όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως τούτο δεν συνέβη και συνακόλουθα δεν συνέτρεξε περίπτωση ιδρύσεως της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας.
Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και ανάλυση των αποδείξεων, για τη μη αιτιολόγηση της αποδοχής ή μη των αποδεικτικών μέσων και δη των αναφερομένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και που είναι αντίθετο με εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ενόψει τούτων οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος από τους λόγους της αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις τους πρέπει να απορριφθούν. Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εσφαλμένη εκτίμηση από Εφετείο του υπ'αριθμ..../1985/3.10.2007 εγγράφου της Πολεοδομίας Κ. (η έκδοση του οποίου κατά την αναίρεση πάσχει ως προς τις μη ελεγχόμενες από τα πολιτικά δικαστήρια ουσιαστικές προϋποθέσεις εκδόσεώς του), καθόσον η εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ αν ήθελε θεωρηθεί ότι το επίμαχο έγγραφο της Διοικήσεως πάσχει ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις εκδόσεώς του γιατί η αναιρεσείουσα, όπως ισχυρίζεται, στερήθηκε κατά την έκδοσή του, του δικαιώματος ακροάσεως και συνακόλουθα τούτο αν μετά από παρεμπίπτοντα κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔ έλεγχο κρινόταν ως μη ληπτέο υπόψη, τότε και πάλι ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού ο ιδρυόμενος από την ενέργεια αυτή του δικαστηρίου λόγος του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν πλήττει αποφάσεις, όπως η ένδικη, που ως εκδοθείσα επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου πλήττεται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο με τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η παραπάνω πλημμέλεια, ήτοι η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την από 28.3.2011 βεβαίωση του Δήμου ..., που χαρακτηρίζει την επίδικη οδό ως δημοτική, η οποία (βεβαίωση) ήταν έγγραφο χωρίς έννομη επιρροή, αφού ο Δήμος δεν είχε αρμοδιότητα για τον οικείο χαρακτηρισμό της οδού.
Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από το ότι δεν ιδρύει την επικαλούμενη πλημμέλεια της αναφερομένης στο προηγούμενο λόγο διατάξεως του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη το επίμαχο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) είναι επιτρεπτό, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, είναι απαράδεκτος, αφού όπως αναφέρεται και στον προηγούμενο λόγο, η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια δεν πλήττει αποφάσεις, όπως η ένδικη, που έχει εκδοθεί επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, η οποία (αναιρεσείουσα) ως ηττηθείσα διάδικος πρέπει προσέτι να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.5.2015 αίτηση της Ε. Κ. του Χ. κατά των Ν. Θ. του Π., Θ. Β. Φ., συζ.Ν. Θ. κ.λπ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.102/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ