Legislator Case Law & Legislation
652/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against partial acceptance of appeal regarding unjust enrichment claim.

Case Number 652/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to partially accept the appeal. The appellant argued that the lower court erred in dismissing a specific defense regarding the validity of the contract, while the respondents contended the defense was inadmissible. The court found the primary reasoning for dismissing the defense flawed and ordered the case remanded for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 1033 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's primary reasoning for dismissing a defense is flawed, necessitating remand for re-examination by a different panel.

Keywords

AI generated
partial acceptance of appeal unjust enrichment claim inadmissible defense remand for re-examination different panel of judges appellant's burden of proof legal reasoning flaw

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1033 of the Civil Code
Article 158 of the Civil Code
Article 159 of the Civil Code
Article 166 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 181 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 369 of the Civil Code
Article 514 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πετρουλά-Πέτρου

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ. του Α. και 2. Θ. Α. του Α., οι οποίοι εκρποσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Σπυράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2013 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της κατά το δεύτερο μέρος αυτών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 60/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή η από 16-11-2010 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, και εξαφανίστηκε η 278/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την απόδοση ωφελημάτων από κακόπιστο νομέα, Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 31-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά το κεφάλαιο αυτό και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος- αναιρεσείων (ως κακόπιστος νομέας) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη (για την ως άνω αιτία) το ποσό των 12.607 ευρώ έναντι εκείνου των 18.779.90 ευρώ που είχε επιδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159,166, 180, 181, 361, 369, 514 και 1033 του ΑΚ συνάγεται ότι α) όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της, β) στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πώλησης του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή το πράγμα και το τίμημα και γ) η μη τήρηση του τύπου αυτού επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης, η οποία είναι απόλυτη και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Συνεπώς, δεν γεννάται κανένα δικαίωμα από τη σύμβαση, δηλαδή ούτε προς νόμιμη σύναψή της με την κατάρτιση αυτής ενώπιον συμβολαιογράφου, ούτε προς αποζημίωση. Εξάλλου, κατ’ άρθρο 976 ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με την βούληση του νομέα. Η μεταβίβαση, συνεπώς, της νομής, η οποία έχει χαρακτήρα αφηρημένο, δεν εξαρτάται από την μεταβίβαση και της κυριότητας, εκτός αν αυτή τέθηκε ως αίρεση για τη μεταβίβαση και της νομής.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 1098 ΑΚ, στην οποία δίδεται η έννοια του κακόπιστου νομέα, προκύπτει ότι καλόπιστος νομέας του διεκδικουμένου πράγματος είναι εκείνος ο οποίος κατά το χρόνο που έλαβε το πράγμα στην κατοχή του δεν γνώριζε ή αργότερα δεν έμαθε ότι δεν έχει δικαίωμα νομής επί του διεκδικουμένου.

Η καλή πίστη του νομέα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποκλείεται από μόνο το περιστατικό ότι αυτός δεν έχει τίτλο κυριότητας. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί η έννοια της καλής πίστης του άρθρου 1042 ΑΚ, η οποία είναι αυστηρότερη κατά τις προϋποθέσεις, διότι αναφέρεται όχι στην απόκτηση της νομής, αλλά στην απόκτηση του μεγαλύτερης σημασίας δικαιώματος της κυριότητας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν τους προτεινόμενους λόγους αναίρεσης: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, με το υπ’ αριθμ. ...12-9-2001 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο-της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αικατερίνης Κοροβού, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των Ι.

Τ. του Π., Π. Τ. του Ι. συγκυρίων οικοπέδου, επιφάνειας 463,84 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη ... Ευβοίας στο Ο.Τ. 116 με αριθμό ..., ανέλαβε ως εργολήπτρια, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. ...27-4-2004 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ...22-12-2005 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα, οι παραπάνω συμβαλλόμενοι υπήγαγαν την υπό ανέγερση οικοδομή στις διατάξεις για την οριζόντια ιδιοκτησία (ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ και ν.δ. 1024/1971) και προσυμφώνησαν να μεταβιβάσουν οι ως άνω οικοπεδούχοι στην ενάγουσα ποσοστό συγκυριότητας 697/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

Περαιτέρω, με βάση το υπ’ αριθμ. ...29-6-2007 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ως άνω οικοπεδούχοι μεταβίβασαν, σε εκτέλεση του με αρ. ...2001 προσυμφώνου-εργολαβικού συμβολαίου, στην ενάγουσα-εργολήπτρια εταιρεία, η οποία είχε ήδη τεθεί σε εκκαθάριση, ποσοστό συγκυριότητας 340/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, το οποίο αντιστοιχούσε στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και οι με στοιχεία Γ-1 και Γ-3.

Συγκεκριμένα, μεταβίβασαν : 1) την με στοιχεία Γ-1 οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η οποία αποτελείται από...,έχει επιφάνεια 58,33 τμ, ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000 εξ αδιαιρέτου... 2) τη με στοιχεία Γ-3 οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η οποία αποτελείται από ..., έχει επιφάνεια 77,835 τ.

μ και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 94/1000 εξ αδιαιρέτου... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ήρθε σε επαφή με τον τότε ομόρρυθμο εταίρο της ενάγουσας Π. Α. και με το από 4-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, συμφώνησαν ότι η εν λόγω εταιρεία (ενάγουσα) θα πωλήσει σ’ αυτόν την με στοιχεία Γ-1 παραπάνω περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία έναντι συνολικού τιμήματος 70.000 ευρώ, προφορικά δε, μετά από λίγους μήνες, συμφώνησαν και την προς τον ίδιο (εναγόμενο) πώληση της παραπάνω περιγραφόμενης Γ-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Ο εναγόμενος, έχοντας καταβάλει το τίμημα για την πρώτη ιδιοκτησία και μέρος του τιμήματος για τη δεύτερη, από 61.515 ευρώ, μέχρι το Νοέμβριο του 2005, εγκαταστάθηκε στις εν λόγω ιδιοκτησίες από τις αρχές του έτους 2006, οπότε ο παραπάνω εταίρος Π. Α. του παρέδωσε τα κλειδιά αυτών. Από τον Απρίλιο του 2005, όμως, είχαν ανακύψει διαφωνίες μεταξύ των εταίρων της ενάγουσας, Σ.

Κ. και Π. Α., οι οποίοι προήλθαν στη σύναψη του από 3-4-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ρύθμισαν τις οικονομικές διαφορές τους από τη συνολική δραστηριότητα της εταιρείας, η οποία, στη συνέχεια, τέθηκε σε εκκαθάριση, οι δε παραπάνω εταίροι ορίστηκαν εκκαθαριστές αυτής με την υπ’ αριθμ. 270/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Ο εναγόμενος, εξάλλου, είχε εγκατασταθεί στις ως άνω ιδιοκτησίες, ενώ δεν είχαν καταρτιστεί και υπογραφεί τα σχετικά συμβόλαια αγοραπωλησίας μεταξύ αυτού και της πωλήτριας. Κατά συνέπεια, οι ένδικες συμβάσεις πώλησης, λόγω της μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου, είναι άκυρες και θεωρούνται σαν να μην έγιναν...Οι παραπάνω εκκαθαριστές της υπό εκκαθάριση τελούσας πωλήτριας εταιρείας κοινοποίησαν στον εναγόμενο, στις 11-4-2008, την από 8-4-2008 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία κάλεσαν αυτόν να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος και να συμπράξει στην κατάρτιση των μεταβιβαστικών συμβολαίων, διαφορετικά του δήλωσαν ότι θα αξίωναν την απόδοση της νομής των οριζόντιων ιδιοκτησιών και τα ωφελήματα που δεν αποκόμισαν από αυτές.

Ο εναγόμενος δεν απάντησε άμεσα, παρά μόνο με την από 17-2-2010 εξώδικη διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε στην πωλήτρια στις 28-2-2010, λίγες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, με την οποία κάλεσε αυτήν να υπογράψουν τα πωλητήρια συμβόλαια, τα οποία όμως δεν υπογράφηκαν, λόγω διαφωνίας των μερών, όσον αφορά στο ύψος του υπόλοιπου τιμήματος, που έπρεπε να καταβληθεί.

Έτσι ο εναγόμενος από τις 11-4-2008, που του επιδόθηκε η παραπάνω εξώδικη πρόσκληση, της πωλήτριας κατέστη κακόπιστος νομέας, διότι από τότε έμαθε ότι δεν έχει πλέον δικαίωμα νομής επί των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών. Μέχρι τότε, όμως, ήταν καλόπιστος, αφού του παραδόθηκε ανεπιφύλακτα η νομή των ένδικων ιδιοκτησιών από τον ομόρρυθμο εταίρο και συνδιαχειριστή της πωλήτριας εταιρείας Π.

Α., όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος με το δεύτερο λόγο έφεσης του. Η παράδοση αυτή εγκρίθηκε από το δεύτερο εταίρο και διαχειριστή Σ. Κ., στον οποίο μάλιστα ο εναγόμενος κατέβαλε, επιπλέον των παραπάνω αναφερόμενων ποσών, 14.000 ευρώ και παρέλαβε από αυτόν τα αναγκαία έγγραφα για τη σύνδεση των ιδιοκτησιών με την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος".

Στη συνέχεια το Εφετείο κρίνει ότι ο εναγόμενος από 11-4-2008 μέχρι 10-4-2009, ωφελήθηκε από τη χρήση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών το συνολικό ποσό των 12.667 ευρώ, καθότι εξοικονόμησε τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλες όμοιες ιδιοκτησίες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι κυρία των πιο πάνω επίδικων ακινήτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της τα αποδώσει είναι κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Επίσης, έκρινε ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής περί απόδοσης ωφελημάτων είναι εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμο και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε εν μέρει την έφεση του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, μόνο ως προς τη διάταξή της που αφορούσε την απόδοση ωφελημάτων και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ανωτέρω ποσό των 12.667 ευρώ, έναντι εκείνου των18.779,90 ευρώ που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την παραδοχή της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία κα εφαρμογή) τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, (ούτε και εκείνες που επιπλέον αναφέρονται στο αναιρετήριο και δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω), ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων εκ μέρους της ενάγουσας και της ακυρότητας (για τον προεκτεθέντα λόγο) της σύμβασης πώλησης εκ μέρους της τελευταίας προς τον ενάγοντα, οι δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και πρώτος λόγοι, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "ο εναγόμενος από τις 11-4-2008, που του επιδόθηκε η παραπάνω εξώδικη πρόσκληση, της πωλήτριας, κατέστη κακόπιστος νομέας, διότι από τότε έμαθε ότι δεν έχει πλέον δικαίωμα νομής επί των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών", εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 1098 ΑΚ, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων έγινε με παράγωγο τρόπο νομέας των επίδικων ακινήτων και ότι από την εγκατάστασή του στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και έκτοτε ήταν καλόπιστος νομέας, στη συνέχεια δέχεται ότι από τότε που του επιδόθηκε η ως άνω εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, κατέστη κακής πίστης νομέας, χωρίς περαιτέρω αναφορά πραγματικών περιστατικών που να προσδίδει στον τελευταίο την ιδιότητα αυτή, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, μόνο η έλλειψη τίτλου κυριότητας (εκ μέρους του αναιρεσείοντος) για τα επίδικα ακίνητα δεν τον καθιστά κακόπιστο νομέα, ενώ δεν υπάρχει παραδοχή (της προσβαλλόμενης απόφασης) ότι η κτήση της νομής (από τον αναιρεσείοντα) εξαρτήθηκε από την απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, και στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση γίνεται λόγος για μελλοντική αξίωση (εκ μέρους της αναιρεσίβλητης) για απόδοση της νομής.

Είναι, συνεπώς, βάσιμοι οι σχετικοί, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και πρώτος λόγοι, κατά το δεύτερο μέρος τους, όπως παραδεκτά, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, συμπληρώθηκαν από τον Εισηγητή ως προς την ανεπάρκεια των αιτιολογιών και την ως άνω παραβιασθείσα διάταξη (του άρθρου 1098 ΑΚ).

Από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 57/1998).

Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατ απόφασης που απέρριψε αγωγή ή ένσταση ως αόριστη, πρέπει για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας της ένστασης να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα συγκροτούντα αυτήν (ένσταση) πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής της στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που είχε προβάλει παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας για τη στήριξη της ανωτέρω ένστασής του, ενώ δεν καθορίζεται και ο νόμιμος τρόπος προβολής της στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσης, επειδή απέρριψε την ως άνω ένστασή του ως αόριστη, χωρίς να εκθέτει ποια στοιχεία λείπουν ώστε αυτή να ήταν ορισμένη.. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι για να ιδρυθεί, προϋποτίθεται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την ένσταση ως αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ως άνω ένσταση είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται σε αντίκρουση αγωγής με βάση ακυρότητα σύμβασης που υφίσταται λόγω παράβασης του νόμου, είναι εσφαλμένη.

Ο λόγος αυτός, πέραν της ως άνω αοριστίας του, (λόγω μη αναφοράς των περιστατικών των συγκροτούντων την ιστορική βάση της ένστασής του), είναι απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, ως αλυσιτελής, διότι προσβάλει την ως άνω επικουρική αιτιολογία, ενώ υπάρχει άλλη (κύρια) αιτιολογία (περί απόρριψης ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της ένστασης), που στηρίζει το διατακτικό και (η οποία) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει. κατά παραδοχή των ανωτέρω δεύτερου και πρώτου λόγων, κατά το δεύτερο μέρος τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις διατάξεις της που αφορούν το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής για απόδοση ωφελημάτων να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρετική εμβέλεια των πιο πάνω λόγων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής που αφορά απόδοση ωφελημάτων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων (τρίτου, πέμπτου, έκτου και εβδόμου) με τους οποίους διατυπώνονται αιτιάσεις σχετικές με την παραδοχή του κεφαλαίου αυτού.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει , κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των 300 ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν με το υπ’ αριθμ.6534661 διπλότυπο είσπραξης, σειρά Η και Α/Α 11644/24-4-2014 της Δ.Ο.Υ Χαλκίδας και έχει επισυναφθεί στην υπ’ αριθμ.5/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 60/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας μόνο κατά τις διατάξεις της που αφορούν το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής για απόδοση ωφελημάτων .

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν με το υπ’ αριθμ.6534661 διπλότυπο είσπραξης, σειρά Η και Α/Α 11644/24-4-2014 της Δ.Ο.Υ Χαλκίδας και έχει επισυναφθεί στην υπ’ αριθμ.5/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ