Legislator Case Law & Legislation
652/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding family members' claims for compensation for mental distress in a traffic accident case.

Case Number 652/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of First Instance's decision in a traffic accident case involving multiple plaintiffs. While the court dismissed arguments regarding the admissibility of evidence and the driver's liability, it accepted claims for mental distress submitted by the deceased driver's wife, son, and granddaughter. Consequently, the case was remitted to a newly constituted Court of First Instance for further proceedings on these specific claims, with the opposing party ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 § 1, 96 § 1, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remit the case for further trial when specific claims by certain plaintiffs are admissible while others are dismissed.

Keywords

AI generated
appeal against first instance mental distress compensation traffic accident liability family members claims remittal for further trial legal costs allocation admissibility of evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 94 § 1, 96 § 1, 97, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Κ. χήρας Π., κατοίκου ..., 2.Γ. Κ. του Π., κατοίκου ... 3.Δ. Κ. του Δ., το γένος Π., κατοίκου ... 4.Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 5Π. Κ. του Γ., 6Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... 7.Δ. Κ. του Π., συζύγου Π. Σ., κατοίκου ..., 8.Π. Σ. του Ι., κατοίκου ... 9.Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 10.Π. Κ. του Π., κατοίκου ... 11.Ζ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12.Ε. Κ. του Π., κατοίκου .... Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Π. του Μ., κατοίκου ....

2.Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Παταβούκα και κατέθεσαν προτάσεις.

3. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 185/27-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2011 του Εφετείου Δυτ.Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2013 αίτησή τους και τους από 17-7-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 6-11-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Λαπατά, με την οποία εισηγήθηκε: α) την παραδοχή των πρώτου-δεύτερου-τρίτου - τέταρτου-πέμπτου- έκτου και έβδομου λόγων της από 4-4-2013 αιτήσεως αναιρέσεως, β) την παραδοχή των, από 17-7-2013 πρώτου-τρίτου-πέμπτου και έκτου προσθέτων λόγων αναίρεσης της ίδιας ως άνω αποφάσεως, και γ) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1,3, 97 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα προκειμένου για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου αποκλειστικά δίδεται (σε αντιδιαστολή με τα λοιπά δικαστήρια, κατά την ενώπιον των οποίων διαδικασία δίδεται παράλληλα και με ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση της υπογραφής εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο) είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της (ΟλομΑΠ 13/2008), εάν δε ο παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος δεν αποδεικνύει προσηκόντως την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις πληρεξουσιότητά του, ο διάδικος που φέρεται να εκπροσωπείται απ'αυτόν θεωρείται δικονομικά απών με την προϋπόθεση ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επέσπευσε τη συζήτηση της υποθέσεως, εκτός εάν ο ίδιος επέσπευσε την συζήτηση από προσηκόντως εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιό του.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Α. Π. και Χ. Π. φέρονται ότι παρέστησαν και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Παταβούκα, οι οποίοι στις κατατεθείσες από 15 Νοεμβρίου 2013 έγγραφες προτάσεις τους αναφέρουν ότι επικαλούνται και προσκομίζουν για την παραδοχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας την από 11-11-2013 εξουσιοδότηση των ιδίων αναιρεσιβλήτων προς αυτόν, με τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από υπάλληλο του ΚΕΠ Βοϊου Κοζάνης.

Με τις προϋποθέσεις όμως αυτές οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν προσηκόντως και θεωρούνται δικονομικά απόντες. Εξάλλου από τις υπ'αριθ. .../9-7-2013, .../3-9-2013, .../9-7-2013 και .../3-9-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης … που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του από 17-7-2013 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης με την κάτω από αυτά πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τα προαναφερθέντα δικονομικά προσήκοντως κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.

Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. επιτρεπτώς συζητείται η υπόθεση ως να ήταν παρόντες και οι απολιπόμενοι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσίβλητων.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και επί συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, κατά το άρθρο 10 του v.ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος ή στην έκταση της εξ' αυτού ζημίας, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ.5 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως ισχύει σήμερα, "η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες...". Η παράλειψη χρήσεως ζώνης ασφαλείας από τέτοιο πρόσωπο, σε περίπτωση συγκρούσεως αυτοκινήτων, θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση ζώνης ασφαλείας, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να τη φορέσει. Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1-2 και 7 του ίδιου ως άνω νόμου (2696/1999-Κ.Ο.Κ.) ορίζονται τα εξής:

άρθρο 12 παρ.1 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση -.και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών...".

άρθρο 19 παρ.1-2 και 7 "1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάδε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν... 7. Ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητα του ή διακόψει την πορεία του".

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ Δ' λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (229/2011), δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο θανάσιμος, τραυματισμός του συγγενούς (συζύγου-πατέρα-παππού και πεθερού) των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, το οποίο συγκρούσθηκε με το γεωργικό ελκυστήρα μετά ρυμουλκούμενου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ήταν ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και είχε ασφαλισθεί για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (ήδη πρώτος, δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητη), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα οποίου λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια εφόσον, επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρο 339 σε συνδυασμό με άρθρο 395 ΚΠολΔ), από το σύνολο της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ( άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού τα ακόλουθα :

Την 1-7-2003 και περί ώρα 23.00 μ.μ. ο πρώτος εναγόμενος, Α. Π., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... γεωργικού ελκυστήρα, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο 42ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Κοζάνης-Ιωαννίνων, με κατεύθυνση προς Κοζάνη, ρυμουλκώντας με το ανωτέρω όχημα του ανέμη απλώματος και μαζέματος (καρούλι ποτίσματος) και πύραυλο(κανόνι).

Στο σημείο εκείνο η οδός είναι ευθεία, με πλάτος 8,70 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ενώ η κυκλοφορία κατά το ως άνω χρόνο ήταν αυξημένη, επικρατούσε σκότος, χωρίς τεχνικό φωτισμό, πλην όμως με καλοκαιρία, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 2-7-2003 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Κοζάνης.

Ο πρώτος εναγόμενος δεν φρόντισε να εξοπλίσει προηγουμένως το γεωργικό ελκυστήρα και το ρυμουλκούμενο με τα αναγκαία από τον ΚΟΚ μέσα φωτισμού, που ήταν απαραίτητα για την ασφαλή κυκλοφορία αυτών και για την προστασία των λοιπών χρηστών της οδού κατά τις νυχτερινές ώρες, ήτοι: α) με δύο τουλάχιστον ερυθρούς ανακλαστήρες σχήματος ισόπλευρου τριγώνου (ρυμουλκούμενο) στο πίσω μέρος τους, ώστε να είναι ορατά κατά τη νύκτα από απόσταση τουλάχιστον 150 μέτρων, όταν φωτίζονται από τα φώτα πορείας άλλου ακολουθούντος οχήματος και β) με ειδική μεταλλική τριγωνική πινακίδα αναγνώρισης βραδυκίνητου οχήματος, στην οπίσθια πλευρά του ρυμουλκούμενου κατά παράβαση των άρθρων 72 παρ.1 και 2 και 81 παρ.21 ΚΟΚ).

Επιπροσθέτως, ο πρώτος εναγόμενος, ενώ απαγορευόταν να χρησιμοποιεί το φερόμενο στον ελκυστήρα ειδικό προβολέα κατά την κίνηση στις οδούς, χρησιμοποιούσε αυτόν κατά την κίνησή του στην εν λόγω οδό. Κατά τον ως άνω χρόνο και τόπο ο Π. Κ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου, της έβδομης, του δέκατου και της δέκατης τρίτης των εναγόντων, παππούς της τέταρτης, της πέμπτης, του έκτου, της ενδέκατης, της δωδέκατης, του δέκατου πέμπτου και του δέκατου έκτου αυτών και πεθερός της τρίτης, του όγδοου και του δέκατου τέταρτου, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο και έβαινε επί της ίδιας οδού, με κατεύθυνση προς Κοζάνη ακολουθώντας τον πρώτο εναγόμενο, οδηγώντας όμως χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να τηρεί την απαιτούμενη απόσταση από το προπορευόμενο όχημα ως όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν (ορατότητα που δεν περιοριζόταν), δεν αντελήφθη εγκαίρως το προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα μετά του ρυμουλκούμενου καρουλιού και πυραύλου ποτίσματος με αποτέλεσμα να επιπέσει με το έμπροσθεν τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ως άνω ρυμουλκούμενο όχημα.

Ενόψει των ανωτέρω το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών (πρώτου εναγομένου και θανόντος) αναγόμενη του πρώτου εναγομένου Α. Π. σε ποσοστό 40% του δε θανόντος Π. Κ. σε ποσοστό 60 %.

Αποτέλεσμα της ανωτέρω σύγκρουσης ήταν ο Π. Κ. 73 ετών, ο οποίος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, να "υποστεί "σωματικές βλάβες, μεταξύ των οποίων βαρύτατες κακώσεις κρανίου (ανοικτά συντριπτικά κατάγματα του μετωπιαίου οστού του θόλου του κρανίου, συντριπτικά κατάγματα της αριστερής μοίρας του προσωπικού κρανίου, πολλαπλές εκδορές κατά τα κάτω άκρα και την κεφαλή μετά εκχυμώσεων), οι οποίες ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν το θάνατο του.

Εν προκειμένω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, γεγονός που συνομολογούν και οι ενάγοντες, τραυματίστηκε δε θανάσιμα στην κεφαλή μεταξύ άλλων και από πρόσκρουση αυτού στο παρμπρίζ, ενώ προκύπτει και από τις φωτογραφίες του οχήματος ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το εμπρόσθιο μέρος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επίδικη σύγκρουση και τον εξ αυτής θανάσιμο τραυματισμό του Π. Κ. είναι ο πρώτος εναγόμενος και ότι ο θανών δεν συντέλεσε ο ίδιος στο θανάσιμο τραυματισμό του, εσφαλμένα το νόμο και τις αποδείξεις εξετίμησε και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι έφεσης των εκκαλούντων είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί...".Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο Α) απέρριψε κατ'ουσίαν τη συνεκδικαζόμενη έφεση των 13ης- 14ου-15ου και 16ου των εναγόντων (μη όντων διαδίκων στην παρούσα δίκη) και Β) δέχθηκε κατ' ουσίαν τις δύο συνεκδικαζόμενες εφέσεις των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων), εξαφανίζοντας την πρωτόδικη οριστική απόφαση, καθόσον δεν κατέληξε στην ίδια κρίση με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης), το οποίο, με την 41/2010 οριστική απόφασή του, είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το επισυμβάν τροχαίο ατύχημα ήταν ο πρώτος εναγόμενος (οδηγός του "γεωργικού ελκυστήρα μετά του ρυμουλκούμενου").

Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε καθένα από τους αναφερόμενους σ'αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) ενάγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι 1η-2ος-4η-5η-6ος-7η-9ος-10ος και 12η αναιρεσείοντες, τα αναγραφόμενα στην πιο πάνω απόφαση, ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους (οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου).

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα χωρίς αμφιβολία και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διεκόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα των δυο εμπλακέντων οδηγών κάθε μια των οποίων δεν αναιρεί την άλλη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, και τους πέμπτο και έκτο πρόσθετους λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη τους, εφ' +-όσον άλλωστε η υπαγωγή των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κύριοι και πρόσθετοι κατά την σ'αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμα ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος συνετέλεσε αιτιωδώς οποιαδήποτε υπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού συγγενούς των αναιρεσειόντων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:

με το ότι δεν προσδιορίζεται ακριβώς: α) ποια ήταν η ταχύτητα των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων και εάν η ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανών ήταν η ενδεδειγμένη με βάση τις επικρατούσες συνθήκες, β) ποιά έπρεπε να είναι η αναγκαία απόσταση μεταξύ των δύο συγκρουσθέντων αυτοκινήτων για να κριθεί εάν ο θανών οδηγός μπορούσε ν' αντιληφθεί έγκαιρα τον προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα και να τον αποφύγει, γ) εάν η χρήση ειδικού προβολέα του γεωργικού ελκυστήρα εμπόδιζε την ικανότητα του οδηγού του ΙΧ αυτοκινήτου να αντιληφθεί τον προπορευόμενο ελκυστήρα, δ) σε ποια άλλα σημεία εκτός από το παρμπρίζ του ΙΧΕ αυτοκινήτου προσέκρουσε η κεφαλή του θανόντος, και ε) για πόση απόσταση τα δύο οχήματα κινήθηκαν το ένα πίσω από το άλλο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι:

α) το αυτοκίνητο του θανόντος, συγγενούς των αναιρεσειόντων επέπεσε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στον προπορευόμενο ανελκυστήρα, γεγονός που υποδηλώνει την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, αλλά και τις εκτεταμένες εντεύθεν προκληθείσες από τη σύγκρουση σ' αυτό ζημιές, β) ότι στο σημείο εκείνο η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, γεγονός που επέτρεπε στον οδηγό του ΙΧ να αντιληφθεί τον προπορευόμενο ελκυστήρα με τα δικά του φώτα ανεξάρτητα από την έλλειψη αντανακλαστικών φώτων του ανελκυστήρα, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 εδάφ. 3 του Α.Κ., σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος" προφανώς διότι ο νομοθέτης, δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται αναγκαίος τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στη διαδρομή του χρόνου.

Κατά τη σαφή όμως έννοια της πιο πάνω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου αυτών, αδιάφορα αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ.Α.Π. 21/2000, 762/1992) πράγμα που λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Έτσι, στην "οικογένεια του θύματος" περιλαμβάνονται κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως και κατά την κρατούσα νομολογία του Αρείου Πάγου, οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού του θύματος δηλαδή ο σύζυγος της θυγατέρας του θανατωθέντος (γαμβρός) ή η σύζυγος του υιού (νύφη του θανατωθέντος), όχι όμως και οι αγχιστείς περαιτέρω βαθμού, όπως είναι ο κουνιάδος του θανατωθέντος (αδέλφια του ή της συζύγου), ούτε ο γαμβρός του θανατωθέντος από αδελφή ή νύφη του θανατωθέντος από αδελφό (ΑΠ 1503/2012,ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε, ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα τόσο της τρίτης όσο και του όγδοου των αναιρεσειόντων, δηλαδή της συζύγου του υιού (νύφης) του θανόντος και του συζύγου της θυγατέρας (γαμβρού) του ίδιου, αντίστοιχα, επί επιδικάσεως και σ' αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, με την αιτιολογία ότι οι ως άνω δεν περιλαμβάνονται στην οικογένεια εκείνου, παρεβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του νόμου και έτσι οι περί τούτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, έκτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής τυγχάνουν βάσιμοι.

IV. Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι και το αίτημα της αγωγής.

Ο λόγος όμως αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν από το διατακτικό σε συνδυασμό προς το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτει, ότι η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο της. Στην προκείμενη περίπτωση, τόσο με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως όσο και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη το αίτημα της αγωγής της ενδέκατης αναιρεσείουσας (αρχικής ενδέκατης ενάγουσας) περί καταβολής σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τον προαναφερόμενο θάνατο του παππού της (οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου). Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, καθόσον, ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα είναι εγγονή του θανόντος οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, δεν επιδίκασε σ'εκείνην (ενδέκατη αναιρεσείουσα) το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, που επιδικάστηκε με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (229/2011) σε καθένα από τα άλλα εγγόνια του θανόντος, δηλαδή σε καθένα από τους 4η-5η-6ο-9η και 12η αναιρεσείοντες.

V. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997. ΑΠ 625/2008. ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008.

ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ (Ολ) 25/2003, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ (Ολ) 11/1996), δεν ιδρύεται δε επίσης ο λόγος αυτός ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και όχι από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 572/1984, ΑΠ 1731/2008).

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων "ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), δηλαδή ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα μετά του ρυμουλκούμενου, εισήλθε αιφνιδίως στην εθνική οδό Κοζάνης-Ιωαννίνων από δευτερεύουσα αγροτική οδό, στην οποία εκινείτο, και προκάλεσε το επίδικο τροχαίο ατύχημα".

Ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός της αποδιδόμενης στον πρώτο αναιρεσίβλητο από αμέλεια υπαιτιότητας, αποτελεί πράγμα κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, πλην λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338-340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει, τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς, των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της υπ' αριθμόν 187/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, (- το οποίο, επιληφθέν πρώτο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε αυτήν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης), στα οποία περιέχονται οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις του Δ.

Μ. και Δ. Γ., που είναι ουσιώδεις για την απόδειξη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου -πρώτου αναιρεσιβλήτου (οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα). Από τη διαβεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο αμέσως προηγούμενος τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά τα προαναφερθέντα πρέπει να γίνουν δεκτοί ο έκτος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος που αφορούν την τρίτη και όγδοο των αναιρεσειόντων Δ. Κ. και Π. Σ. (νύφης και γαμβρού του θανόντος οδηγού του ΙΧ για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και έβδομος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο τρίτος πρόσθετος λόγος που αφορούν την ενδεκάτη των αναιρεσειόντων Ζ.

Κ. (εγγονή του ίδιου θανατωθέντος οδηγού) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πιο πάνω διακεκριμένα κεφάλαιά της που αφορούν τις αγωγές των τρίτης, όγδοο και ενδεκάτης των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος της, και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα.

Τέλος οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων των τρίτης, όγδοου και ενδέκατης εκ των παραστάντων διά του δοτού πληρεξούσιου δικηγόρου αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.500,00ευρώ (ΚΠολΔ 183) και οι λοιποί αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 229/2001 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά το εις το σκεπτικό μέρη της, που αφορούν τις αγωγές των τρίτης, όγδοου, και ενδέκατης των αναιρεσειόντων Δ. Κ., Π. Σ. και Ζ. Κ..

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου (με αριθ. 4178307/5-4-2013 διπλότυπο που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στον καταθέσαντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των τρίτης, όγδοου και ενδέκατης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00)ευρώ και τους λοιπούς αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000,00)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ