Legislator Case Law & Legislation
652/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors or evidentiary weight assignments.

Case Number 652/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Patras Court of Appeal's decision of 614/2000. The appellant argued that the lower court ignored public documents and misweighted evidence, but the court found these grounds insufficiently specific. The court ruled that appeals must clearly identify the exact legal error and the specific evidentiary means affected, which the appellant failed to do.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the exact legal error or the specific evidentiary means whose weight was improperly assigned.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal grounds vague legal error evidentiary weight appellate review standards specificity requirement legal error specification

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 652/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1993 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Γ. Ι. Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:130/1995,1/1997 μη οριστικές,61/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 614/2000 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 6-10-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 614/2000 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων, ο οποίος επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως και κλήση να παραστεί κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο της 20-10-2004, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση και γράφτηκε στο πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. ...

έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητήτριας του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας Ε. Δ.). Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό..

Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να αποδώσει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό και στη συνέχεια να μορφώσει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου, η δε εν λόγω κρίση πρέπει να αφορά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.

Δεν ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αποδίδει το περιεχόμενο του εγγράφου όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο επικαλούμενος το έγγραφο, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου αυτού, έγγραφα που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1614/23-8-1973 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Παναγιώτη Τζιούμα και του ...

δωρητηρίου συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου ως προς την περιγραφή των ορίων των δύο ακινήτων και ειδικότερα παρέλειψε να αναγράψει ότι η ισόγειος οικία ευρίσκεται "εντός του σχεδίου της πόλεως" και περιορίστηκε στην περιγραφή της ισογείου οικίας και του οικοτόπου της μόνο στο ανατολικό όριο αυτής, παραμορφώνοντας και περιορίζοντας την περιγραφή του ακινήτου κατά τα λοιπά όριά του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω έγγραφα και αφετέρου διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν τον λόγο το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το Εφετείο κατέληξε με την παραμόρφωση των εγγράφων αυτών.

Η προβαλλόμενη με τον 5ο λόγο, περ. β', της αναιρέσεως αιτίαση από τον ίδιο αριθμό (20 του άρθρου 559) και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση " παραμόρφωσε, παρερμήνευσε, αποσιώπησε και απαξίωσε το περιεχόμενο του εγγράφου των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης εις το οποίον ευρίσκεται η κατάθεση του μάρτυρα Α.

Μ. με το να δεχθεί ότι η κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου Π. Λ. δεν αναιρείται από την κατάθεση αυτού", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι τα πρακτικά αυτά δεν αποτελούν " έγγραφο" κατά την έννοια του άρθρου αυτού, ώστε να ιδρυθεί ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως. Η προβαλλόμενη με τον 5ο λόγο, περ.

γ', αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, ενώ στο από 29-5-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αρχικής ενάγουσας, δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσείοντος Γ. Ι. Φ., και του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου Κ. Δ. Φ., πρώτου εξαδέλφου εκείνης, συμφωνήθηκε ότι εκείνη αποδεχόταν ότι το προερχόμενο από αδιάθετη κληρονομιά " του πατέρα μας" προαύλιο (δηλ.

το επίδικο) ήταν κοινό και αδιαίρετο, το Εφετείο παραμόρφωσε αυτό το έγγραφο, αποδίδοντας τη φράση " του πατέρα μας" με την φράση " των πατέρων τους", ενόψει του ότι η προβαλλόμενη παραμόρφωση δεν αφορά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγμα, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος.-

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.9 περ. γ' του ΚΠολΔ, για την θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αρχικά ενάγουσας και δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος στο σύνολό της, χωρίς καμιά διάκριση ή επιφύλαξη αναφορικά με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο παρεπονείτο η εκκαλούσα διότι η εκκαλούμενη απόφαση εξέλαβε ότι υπάρχει εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα μόνον επί ακαλύπτου χώρου επί του οποίου υφίσταται η οικία, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν.3741/1929. 'Ετσι ο λόγος αυτός εφέσεως, μολονότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη περί απορρίψεως αιτιολογία, θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά.

Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 8 περ. β' και 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού έλαβε υπόψη τον προταθέντα και θεμελιωτικό αυτού του λόγου της εφέσεως ουσιώδη ισχυρισμό και δεν άφησε αδίκαστο το λόγο αυτό εφέσεως, εξ αιτίας και μόνο του ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτόν στο σκεπτικό του, ο δε 2ος λόγος αναιρέσεως που, υπό την επίκληση των προεκτιθέμενων διατάξεων, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), σε περίπτωση που απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη, πρέπει να καθορίζονται όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά και να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Περαιτέρω, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται εκτός των άλλων σε τι συνίσταται η αντίφαση ή η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 32/1996 και 27/1998). Με τους 3ο και 5ο περ. α' λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ., χωρίς όμως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάστηκε και χωρίς να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά μόνο αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη μη βασιμότητα της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, λόγω της αοριστίας τους.-

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 4ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι "εις επίμετρον όλων αυτών των παροραμάτων και παραλείψεων, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμίαν μνεία κάνει της συνεχούς σειράς τίτλων μας από 100ετίας και πλέον, τους οποίους μετ' επικλήσεως προσκομίσαμε σε αμφότερα τα δικαστήρια και από τους οποίους αποδεικνύεται επίσης η συνέχεια της ισόγειας οικίας με την υπόλοιπη αγροτική ιδιοκτησία του Ι. Φ.". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να διαπιστωθεί σε ποιο λόγο αναιρέσεως θεμελιώνεται η αιτίαση αυτή, δεν αρκεί δε η αντιγραφή στο αναιρετήριο της διατάξεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό του προσδίδει ο νόμος, όπως τέτοια πλήρους αποδείξεως με ή χωρίς δυνατότητα ανταποδείξεως, και όχι όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ., αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο που κατά νόμο έχει την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα, δεχόμενο τελικά σχηματισμό πλήρους απόδειξης από αυτό.

Από την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο αυτού του λόγου πρέπει να καθορίζονται επακριβώς τα αποδεικτικά μέσα που ενδιαφέρουν την αντίστοιχη αναιρετική αιτίαση και το ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το δικαστήριο στα ως άνω μέσα.

Συνακόλουθα ο 6ος λόγος αναιρέσεως (υπό αρίθμηση 7 στο δικόγραφο), με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο " δεν έλαβε υπόψη του καθόλου ή αγνόησε παντελώς τα δημόσια έγγραφα που προσκόμισε η εκκαλούσα" και ότι " παρά το νόμο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική ισχύ στην μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου και στο από 29/5/1987 ιδιωτικό έγγραφο", πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν καθορίζει ποια ήταν τα δημόσια έγγραφα στα οποία το Εφετείο προσέδωσε μηδενική αποδεικτική δύναμη και ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε εκείνο στην ως ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση και στο ως άνω ιδιωτικό έγγραφο.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 614/2000 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ