Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding public employee contract validity and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Ioannina Regional Unit against a labor court judgment concerning a public employee's employment contract. The court found the lower court's reasoning regarding the employee's specific qualifications and the statute of limitations for the first contract period to be legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the Regional Unit was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a labor court decision is inadmissible if the lower court correctly applied the statute of limitations and the employee's specific professional qualifications justify the contract terms without further specialization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 651 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Ιωάννινα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Στάθη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Σδούκου, που ανακάλεσε την παράσταση δια δηλώσεως του (242ΚΠολΔ παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 602/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 191/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2017 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1125/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Εκδόθηκε η 4/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 14-4-2022 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14-04-2022 (με αριθμό κατάθεσης 91/2022) κλήση της αναιρεσίβλητης νομίμως φέρεται προς συζήτηση η από 24-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 51/27.11.2017 αίτηση για αναίρεση της 191/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων μετά την έκδοση της 1125/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου και εκδόσεως της 4/2021 αποφάσεως της πλήρους Ολομελείας επί του ιδίου παραπεμφθέντος ζητήματος.
Με την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 191/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία κατ' αντιμωλία των διαδίκων 602/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία (αφού είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία της βάση και στην ουσία λόγω παραγραφής τις, εκ της επικουρικής βάσης της αγωγής, αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 11.06.2007 έως 31.12.2008) δέχθηκε (εν μέρει) ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης εκ των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσει της απλής σχέσεως εργασίας αυτής με το εναγόμενο για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 15.01.2009 έως 14.07.2010. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019 ΑΠ 1265/2017).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019 ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 74/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Οι επίδικες συμβάσεις που καταρτίσθηκε μεταξύ α) της ενάγουσας, β) της Ν.Α.
Ιωαννίνων, την οποία υποκατάστησε νομίμως από την 01-01-2011 η εναγομένη (ενν. το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ"), ..., αλλά και γ) του ΟΑΕΔ (που συμβλήθηκε σε αυτές), τυγχάνουν, όπως αναφέρεται στο από 11-06-2007 και στο από 15-01-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων, αντιστοίχως, συμβάσεις αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος "Stage", είχαν δε διάρκεια από την 11-06-2007 ως την 10-12-2008.
Η δε ενάγουσα τοποθετήθηκε και απασχολήθηκε, ενόψει της ειδικότητάς της (Τ.Ε. Πολιτικών Δομικών Έργων), στο Τμήμα Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών και Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της τότε Ν.Α. Ιωαννίνων, αντί μηνιαίων αποδοχών (βάσει της συμβάσεως μαθητείας) 660,00 ευρώ καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, οι ανωτέρω συμβάσεις καταρτίστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 20 ν. 2639/1998 και υπό την εποπτεία του ΟΑΕΔ, προκειμένου η ενάγουσα να αποκτήσει επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον-και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσεως που σχετίζεται με το γνωστικό της αντικείμενο και τις σπουδές της.
Συνεπώς, οι ανωτέρω συμβάσεις αποτελούν, ..., γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, ... .
Συνεπώς ... οι συμβάσεις αυτής ήταν άκυρες ... Ενόψει δε της ακυρότητας αυτής και της απλής σχέσεως εργασίας που αυτή συνεπάγεται και πράγματι συνέδεε την ενάγουσα με την πλέον καταργηθείσα Ν.Α. Ιωαννίνων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα καθώς ασχολούνταν υπό τις ίδιες συνθήκες με το μόνιμο προσωπικό του ανωτέρω Τμήματος, η ενάγουσα δικαιούται ευθέως εκ του νόμου και κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ..., α) τις αποδοχές που το εναγόμενο θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν η ενάγουσα γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (το ζήτημα της γνώσεως αυτής, συνεπώς, δεν είναι κρίσιμο) και β) τα επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα άδειας που αναλογούν στο χρόνο εργασίας του ... . Ωστόσο, ..., οι επίδικες αποδοχές και εν γένει επιδόματα (συμπεριλαμβανομένων του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα) που ζητά η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από την 11-06-2007 ως την 31-12-2008 ... έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995.
Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, κατά την επικουρική βάση της (η οποία και μόνον εξετάζεται κατ' ουσίαν) και κατά τα αιτήματά της που αφορούν το ανωτέρω χρονικό διάστημα, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ... Αντιθέτως, για το χρονικό διάστημα από την 15-01-2009 ως την 07-2010 (αλλά και ως την 10-12-2010 που ήταν καταβλητέα η αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010) [κατά το οποίο (ως την 14-7-200) (ενν. 2010) απασχολούνταν, όπως προαναφέρθηκε, στο Τμήμα Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών και Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της τότε Ν.Α.
Ιωαννίνων, εργαζόμενη με το ίδιο ωράριο με το λοιπό μόνιμο προσωπικό του ανωτέρω Τμήματος) οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και συνεπώς οφείλονται στην τελευταία κατά τα εκτεθέντα στην ... νομική σκέψη και βάσει της απλής σχέσεως εργασίας που τη συνέδεε με την τότε Ν.Α. Ιωαννίνων και των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει του ότι οι νόμιμες μεικτές μηνιαίες τακτικές αποδοχές του εργαζομένου με τα ίδια προσόντα με την ενάγουσα ανέρχονταν σε 1.208,49 (βασικός μισθός 17ου κλιμακίου 976,00 ευρώ + επίδομα κινήτρου αποδόσεως 90,00 ευρώ + επίδομα ειδικής απασχολήσεως 142,49 ευρώ = 1.208,49) ευρώ, χωρίς το ύψος των ανωτέρω αποδοχών να αμφισβητείται από το εναγόμενο ΝΠΔΔ:
α) για το έτος 2009: ... β) για το έτος 2010 (κατά το οποίο απασχολούνταν ως τη 14-07-2010 οπότε έληξε η σύμβασή της, επίδικο δε, όπως προαναφέρθηκε, είναι το χρονικό διάστημα ως την 10-12-2010 που ήταν καταβλητέα η αναλογία του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010, η οποία έπρεπε να καταβληθεί σε χρόνο μετά την ανωτέρω καταγγελία): ....
Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες οφείλεται στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 8.698,32 ευρώ για το έτος 2009 και το συνολικό ποσό των 4.274,86 για το έτος 2010, ήτοι για αμφότερα τα ανωτέρω έτη το συνολικό ποσό των 12.973,18 (8.698,32+4.274,86=12.973,18) ευρώ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ότι παραδεκτώς εισήχθη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και κατά την επικουρική βάση της που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω συνολικό ποσό των 12.973,18 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. κατά της 602/2015 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την επικουρική της βάση εκ των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ" να καταβάλει στην ενάγουσα, για τα άνω έτη, το ανωτέρω συνολικό ποσό των 12.973,18 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, το αναιρεσείον, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αφενός αναγνωρίζει ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν υπό τις ίδιες συνθήκες με το μόνιμο προσωπικό, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς ποιές ήταν αυτές οι συνθήκες και αφετέρου επιδικάζει χρηματικό ποσό για χρονικό διάστημα που κατά την παραδοχή της δεν διαρκούσαν οι επίδικες συμβάσεις, και ειδικότερα α) για ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δεν προσδιόρισε ποιά συγκεκριμένα προσόντα διέθετε η αναιρεσίβλητη που ήταν ίδια με τα προσόντα των μονίμων υπαλλήλων στο τμήμα Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών και Ελέγχου κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της τότε Ν.Α.
Ιωαννίνων όπου τοποθετήθηκε για την απόκτηση της εμπειρίας της, εάν εργαζόταν με πλήρες ημερήσιο ωράριο και για πόσες ημέρες εβδομαδιαίως όπως εργάζονταν, οι μόνιμοι υπάλληλοι από 7.00 π.μ. μέχρι 15.00 μ.μ. και για πέντε (5) ήμερες την εβδομάδα, εάν υπέκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι καθ' όλο το διάστημα της μαθητείας της και εάν τα αρμόδια όργανα καθόριζαν δεσμευτικά γι' αυτή, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της απλής εργασίας της, από την οποία και απεκόμιζε ωφέλεια το εν λόγω ΝΠΔΔ και εάν αυτή η εργασία αξιολογούνταν, όπως του υπολοίπου μονίμου προσωπικού με εκθέσεις και β) για αντιφατική αιτιολογία, με τις παραδοχές από τη μία ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν διάρκεια από 11-6-2007 ως την 10-12-2008 και από την άλλη ότι οφείλονταν στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 8.698,32 ευρώ για το έτος 2009 και το συνολικό ποσό των 4.274,86 για το έτος 2010 ήτοι, αμφότερα τα ανωτέρω έτη το συνολικό ποσό των 12.973,18 ευρώ, δηλαδή, για χρονικό διάστημα (2009 και 2010) που κατά την παραδοχή της προσβαλλομένης, οι επίδικες συμβάσεις δεν διαρκούσαν.
Ο ανωτέρω λόγος, κατά την υπό στοιχείο α αιτίαση είναι αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται επαρκούς αιτιολογίας, ενόψει του ότι για να στηρίξει το αποδεικτικό της πόρισμα εκ του άρθρου 904 ΑΚ αναφέρει (πλέον των άλλων περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης αυτής ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε) την ειδικότητα της ενάγουσας (Τ.Ε.
Πολιτικών Δομικών Έργων), βάσει της οποίας τοποθετήθηκε και απασχολήθηκε στο Τμήμα Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών και Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της τότε Ν.Α. Ιωαννίνων, την απασχόλησή της με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσεως που σχετίζεται με το γνωστικό της αντικείμενο και τις σπουδές της, υπό τις ίδιες συνθήκες με το μόνιμο προσωπικό του ανωτέρω Τμήματος, εργαζόμενη με το ίδιο ωράριο με το λοιπό μόνιμο προσωπικό του ανωτέρω Τμήματος, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση.
Επίσης, αβάσιμος είναι και ο ανωτέρω λόγος, κατά την υπό στοιχείο β' αιτίαση, με την οποία το αναιρεσείον επικαλείται αντίφαση, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης υφίστανται δύο συμβάσεις καταρτισθείσες με ιδιωτικά συμφωνητικά μία στις 11-06-2007 και μία στις 15-01-2009, απέρριψε δε τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος της πρώτης σύμβασης από την 11-06-2007 έως την 31-12-2008 λόγω παραγραφής, ενώ επιδίκασε τις αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 15-01-2009 έως 14-07-2010, της δεύτερης σύμβασης που κατά τα ανωτέρω καταρτίστηκε στις 15-01-2009, η δε αναφορά, αμέσως μετά το χρόνο σύναψης των δύο ιδιωτικών συμφωνητικών (ένα στις 11-06-2007 και ένα 15-01-2009), ότι οι δι' αυτών επίδικες συμβάσεις είχαν διάρκεια από 11-6-2007 έως 10-12-2008 (που όμως αφορά μόνο το χρόνο διάρκειας της πρώτης σύμβασης), δεν δημιουργεί αντίφαση, αλλά οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όπως σαφώς προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης, η οποία, επανειλημμένως, αναφέρεται στις "επίδικες" συμβάσεις τις οποίες σαφώς περιγράφει στο μέρος όπου εκθέτει την αγωγή ως δύο, διάρκειας από 11-6-2007 έως 10-12-2008 και από 15-01-2009 έως 14-07-2010 αντιστοίχως, με αντίστοιχα αιτήματα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ", λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, χωρίς να τυγχάνει εφαρμογής για τον υπολογισμό τους το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η προκείμενη δίκη, εν σχέσει με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως θέτει ως προϋπόθεση η διάταξη αυτή για την εφαρμογή της (ΑΠ 234/2021, ΑΠ 937/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 51/27.11.2017 αίτηση για αναίρεση της 191/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ