Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, rejecting arguments that landlord failed to secure business license.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's decision regarding a commercial lease dispute. The appellant argued the landlord failed to obtain necessary permits for the tenant's business use, but the court found no evidence of this failure in the record. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the core issue was already addressed and rejected by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 574 and 575 of the Civil Code; The landlord's obligation to cooperate in obtaining administrative permits for the tenant's agreed business use does not constitute a ground for appeal if the tenant failed to raise this issue as a defense in the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 651 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 651/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. χας Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Ξανθόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1270/ 2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-3-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1270/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ (24-2-2020 επιδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση σύμφωνα με τη σχετική επισημείωση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Α. Τ. στην πρώτη σελίδα αυτής και 10-3-2020 κατατέθηκε η αίτηση αναιρέσεως στην Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης), ήτοι εντός τριάντα ημερών από την επίδοση. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 575 του Α.Κ., που έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 ΠΔ/τος 34/1995), ο εκμισθωτής έχει τη βασική υποχρέωση από τη σύμβαση μισθώσεως να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση. Στην περίπτωση που η συμφωνημένη χρήση του μισθίου αφορά την άσκηση σ' αυτό επαγγελματικής δραστηριότητας από τον μισθωτή, για την οποία απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, τότε ο εκμισθωτής βαρύνεται με την υποχρέωση να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων πράξεις, με τις οποίες πρόκειται να εξασφαλιστεί στο μισθωτή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Ο ιδιοκτήτης εκμισθωτής του μισθίου ακινήτου οφείλει να υποβάλει στην αρμόδια διοικητική αρχή σχετική αίτηση, με τα απαιτούμενα αναγκαία δικαιολογητικά, που συνδέονται με το πρόσωπό του και τα οποία αυτός μόνο διαθέτει, προκειμένου η αρχή αυτή να παράσχει την έγκρισή της για την τροποποίηση της οικοδομικής άδειας, που θα καταστήσει έτσι δυνατή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Η άρνηση ή η αδράνεια του εκμισθωτή να συμπράξει προς την, ως άνω, κατεύθυνση αποτελεί λόγο, που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, με συνέπεια ο μισθωτής να μπορεί να ασκήσει κατά τούτου τα περιεχόμενα σ' αυτόν δικαιώματα από τις διατάξεις των άρθρων 576 επ. Α.Κ., δηλαδή μη καταβολή του μισθώματος ή καταγγελία της μισθώσεως (576, 585 ΑΚ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 και 581 ΑΚ ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για τα πραγματικά ελαττώματα που ο μισθωτής γνώριζε ή αγνοούσε από βαρεία αμέλεια, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο, γνωρίζοντας το ελάττωμα. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα, που εμποδίζουν ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση του, συνεπώς και για το ότι το μίσθιο είναι ακατάλληλο για τη χρήση που συμφωνείται, γιατί δεν έχει την απαιτούμενη άδεια της επαγγελματικής δραστηριότητας του μισθωτή στο μίσθιο, αν ο τελευταίος, κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε το ελάττωμα ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο εν γνώσει του ελαττώματος (ΑΠ 27/2014, ΑΠ 1464/2013).
Περαιτέρω, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 5/2011 ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 1740/2012).
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει, προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.
Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.
ΑΠ 5/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1127/2013). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 1126/201 3). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 531/2014, ΑΠ 1020/2013, ΑΠ 1258/2013, ΑΠ 1259/2013).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 905/2017, ΑΠ 275/2017).
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 1270/2018 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 27-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της εναγομένης εκμισθώτριας και της υπό σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." μισθώτριας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τα μοναδικά μέλη και διαχειριστές της (Γ.
Τ. του Κ. και Γ. Π. του Κ.), η εναγομένη εκμίσθωσε στην ως άνω εταιρία ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στο 18ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., στη θέση "...", πλήρως εξοπλισμένο με όλες τις αναγκαίες εγκαταστάσεις για τη λειτουργία του. Το μίσθιο αποτελείτο από τον αύλειο χώρο που συνδέεται με την εθνική οδό, ένα κατάστημα εμβαδού 121,47 τ.μ., τρείς αποθηκευτικούς χώρους, ένα εσωτερικό στεγασμένο πλυντήριο ανοικτό και έναν ανοικτό υπόγειο χώρο με την δίοδο που οδηγεί σε αυτόν και τα μηχανήματα. 'Όμως, παρά την ανωτέρω περιγραφή του που αναφερόταν στο μισθωτήριο, στην πραγματικότητα το μίσθιο την 27-7-2012 αποτελείτο από α) ένα κατάστημα πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων, συνολικού εμβαδού με όλους τους κύριους και βοηθητικούς χώρους 129 τ.μ., που περιελάμβανε:
αα) έναν ισόγειο χώρο-αίθουσα πωλήσεων 74τ.μ. ββ) έναν υπόγειο χώρο με W.C., γγ) δύο αποθήκες εντός των , οποίων βρίσκεται η αντλία γεώτρησης του πρατηρίου, δδ) δύο εξωτερικά W.C., εε) έναν ισόγειο κλειστό χώρο χρήσης πλυντηρίου - λιπαντηρίου με υδραυλική ράμπα, β) ένα ανοικτό πλυντήριο (βούρτσα), γ) μια στεγασμένη δεξαμενή 5 κ.μ.
με αντλία για την εξυπηρέτηση του ανοικτού πλυντηρίου-βούρτσας, δ) τρεις στεγασμένες με μεταλλικό στέγαστρο θέσεις καθαρισμού αυτοκινήτου και ε) μια αίθουσα αναψυκτηρίου καφετέριας -οβελιστήριου- εστιατορίου, εμβαδού 218,20 τ.μ.. Το εν λόγω ενιαίο μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια εταιρία ως πρατήριο υγρών και αερίων καυσίμων με πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων, αναψυκτήριο οβελιστήριο και κάθε άλλη παρεμφερή εργασία και δραστηριότητα, για χρονικό διάστημα εννέα ετών δηλαδή από 1-8-2012 έως 31-7-2021, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.250 ευρώ, πλέον του μισού χαρτοσήμου.
Ταυτόχρονα, με το από 27-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, ο ενάγων και ο εγγονός της εναγομένης Γ. Τ. σύστησαν την εταιρία με την επωνυμία "....", με έδρα το προαναφερόμενο μίσθιο και σκοπό τη λειτουργία του ως άνω πρατηρίου. Προκειμένου να καταστεί εφικτή η λειτουργία της ως άνω επιχείρησης συμφωνήθηκε προφορικά ότι ο ενάγων θα δαπανούσε εξ ιδίων πόρων το ποσό των 50000 ευρώ για εργασίες ανακαίνισης του μισθίου και η εναγομένη θα διευκόλυνε την παροχή πίστωσης προς τη μισθώτρια εταιρία από εταιρία πετρελαιοειδών, συνυπογράφοντας την οικεία σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ως εγγυήτρια και παραχωρώντας υπέρ της τελευταίας προσημείωση υποθήκης σε βάρος ακινήτου της, για την εξασφάλιση της σχετικής απαίτησης.
Πράγματι, μετά την ανωτέρω προφορική συμφωνία και την υπογραφή των παραπάνω συμφωνητικών, ο ενάγων προέβη στην εκτέλεση των συμφωνημένων οικοδομικών εργασιών, συνολικής δαπάνης 53050 ευρώ. Ταυτόχρονα, η εναγομένη υπέγραψε ως εγγυήτρια την από 2-10-2012 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και της εταιρίας "...", καθώς και το από 2-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, χορήγησης εμπορευματικής πίστωσης-εξασφάλισης, με το οποίο συμφώνησε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 80000 ευρώ, σε βάρος ακινήτου της, για την εξασφάλιση της απαίτησης της εταιρίας "..." από την ως άνω εμπορική συνεργασία.
Τελικά, οι σχέσεις των εταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας δεν εξελίχθηκαν ομαλά, κυρίως λόγω της αδυναμίας άμεσης έναρξης της λειτουργίας του πρατηρίου και τον Φεβρουάριο του 2013 η εναγομένη αρνήθηκε να παραχωρήσει τη συμφωνηθείσα προσημείωση, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η προμήθεια καυσίμων, λόγω έλλειψης ρευστότητας.
Έτσι οι ως άνω εταίροι προέβησαν αφενός στη λύση της εμπορικής συνεργασίας με την "..." και αφετέρου στη λύση της ομόρρυθμης εταιρίας και της μισθωτικής σύμβασης. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, ο ενάγων που είχε ήδη δαπανήσει το ποσό των 77800 ευρώ, αποφάσισε να μισθώσει μόνος του το επίδικο μίσθιο και έτσι στις 14-3-2013 καταρτίσθηκε η επίδικη μίσθωση μεταξύ των διαδίκων.
Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ρητά ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως πρατήριο πώλησης και χώρος διάθεσης παντός είδους καυσίμων και λοιπών συναφών προϊόντων, καθώς και ως τόπος παροχής συναφών υπηρεσιών με πλυντήριο λιπαντήριο, καφετέρια, μίνι μάρκετ κ.λπ. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για εννέα έτη, ήτοι από 14-3 2013 έως 14-3-2022 και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου.
Το ως άνω μίσθωμα, για το οποίο συμφώνησε ο ενάγων, δεν είναι δυσανάλογο προς την πραγματική μισθωτική αξία του ακινήτου, το οποίο και στην προηγούμενη μίσθωση, στην οποία συμμετείχε και ο εγγονός της εναγομένης, ανερχόταν σε 2250 ευρώ, όσο ήταν και στην πιο προηγούμενη μίσθωση προς την εταιρία "...". Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων με την αγωγή του προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής του στο ποσό των 36.000 ευρώ για μόλις πέντε μήνες λειτουργίας της επιχείρησης μόνο για το τμήμα πώλησης αερίων καυσίμων.
Το γεγονός ότι τον Απρίλιο του 2013, ο ενάγων προέβη σε κατεδάφιση της αίθουσας εστιατορίου, λόγω αδυναμίας τακτοποίησης των πολεοδομικών της παραβάσεων και στις 29-5-2014 έκλεισε το τμήμα της εθνικής οδού μπροστά από το επίδικο και αντίστοιχα η σύνδεση του πρατηρίου με αυτό, λόγω της κατασκευής του κάθετου άξονα της Εγνατίας Οδού, δεν αρκεί για να καταστήσει φανερά δυσανάλογα το μίσθωμα που συμφωνήθηκε με την πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου, καθόσον η τυχόν δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται κατά τη σύναψη της σύμβασης και όχι με βάση μεταγενέστερα περιστατικά.
Συνεπώς, το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της επίδικης μίσθωσης ως καταπλεονεκτικής για το υπερβάλλον φανερά δυσανάλογο μίσθωμα είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο και ως εκ τούτου δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με το σχετικό λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, με το μισθωτήριο συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη άδεια της εκμισθώτριας, να κατασκευάσει με δαπάνες του πλήρη εγκατάσταση πώλησης υγραερίου. Για το λόγο αυτό ανέθεσε στην πολιτικό μηχανικό Δ. Τ. την εκτέλεση του έργου σύνταξης μελέτης εφαρμογής για την προσθήκη υπόγειας δεξαμενής υγραερίου 18 κ.μ., με φατνία οπλισμένου σκυροδέματος με περιμετρική μόνιμη περίφραξη ασφαλείας στο ως άνω μίσθιο.
Παρά ταύτα, η έκδοση της αναγκαίας άδειας λειτουργίας πρατηρίου πώλησης υγραερίου δεν κατέστη εφικτή λόγω των υφιστάμενων στο μίσθιο πολεοδομικών παραβάσεων. Η αδυναμία έκδοσης της άδειας αυτής είχε ως συνέπεια να παρακωλυθεί μερικά η ελεύθερη και ανενόχλητη χρήση του μισθίου από τον ενάγοντα, αφού τελικά το μίσθιο δεν χρησιμοποιήθηκε ως πρατήριο πώλησης υγραερίου.
Ο περιορισμός αυτός συνιστά πραγματικό ελάττωμα, το οποίο γνώριζε η εναγομένη, πλην όμως μέχρι την 15-9-2014 δεν συνέπραξε, ώστε να εξασφαλιστεί στον ενάγοντα η συμφωνημένη χρήση. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων ζήτησε με την από 30-5-2013 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη με την υπ' αριθμ. 9828/4-6-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σερρών Μ.
Τ., αλλά και προφορικά, την τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων και την χορήγηση των αναγκαίων δικαιολογητικών προς την προαναφερόμενη πολιτικό μηχανικό για την έκδοση της σχετικής άδειας, η εναγομένη αδράνησε. Με αυτόν τον τρόπο, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την υποχρέωσή της ως εκμισθώτρια να διατηρεί το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Ως εκ τούτου, ο ενάγων μισθωτής εμποδίστηκε μερικά να κάνει χρήση του μισθίου, λόγω του ως άνω πραγματικού ελαττώματος και έτσι δικαιούται σε μείωση του συμφωνημένου μισθώματος, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΑΚ. Ο προσδιορισμός αυτός της μείωσης του μισθώματος, ενόψει α) του συμφωνημένου μισθώματος των 3.000 ευρώ, β) της πραγματικής μισθωτικής αξίας του μισθίου με το ελάττωμα, γ) της συμφωνημένης χρήσης, δ) της έκτασης της παρακώλυσης της συμφωνημένης χρήσης, εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος και ε) των προσδοκώμενων κερδών από την λειτουργία του πρατηρίου από την πώληση των αερίων καυσίμων, τα οποία είναι αρκετά σημαντικότερα (έως τριπλάσια) από αυτά των υγρών καυσίμων, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και καθόρισε το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου στο ποσό των 1.800 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της ένδικης αγωγής μέχρι την 15-9-2014, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους των εφέσεων είναι αβάσιμα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη από 14-3-2013 σύμβαση μίσθωσης, κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, που αφορά στη μείωση του συμφωνηθέντος μισθώματος κατά το άρθρο 576 ΑΚ, είναι έγκυρη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-εναγομένης κατά της 6/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) είχαν απορριφθεί οι ενστάσεις αυτής (εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας), ήτοι η μεν ένσταση του άρθρου 579 παρ. 1 ΑΚ ως απαράδεκτη, η δε ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ως μη νόμιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 579 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, αυτή δεν εφαρμόσθηκε.
Ότι προβλεπόμενη έννομη συνέπεια, της διάταξης του άρθρου 579 ΑΚ, είναι η μη ευθύνη αυτής, ως εκμισθώτριας, για τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου και επομένως, η συνακόλουθη απόρριψη του αγωγικού αιτήματος για μείωση του μισθώματος κατά τα άρθρα 575 και 576 ΑΚ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως τις πολεοδομικές αυθαιρεσίες του μισθίου, συνεπεία των οποίων δεν μπορούσε να καταστεί δυνατή η εγκατάσταση παροχής (πώλησης) υγραερίου κίνησης, αφού οι ως άνω αυθαιρεσίες περιγράφονταν στο από 14-3-2013 μισθωτήριο συμβόλαιο, που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ήτοι, αναγράφετο ότι τρεις θέσεις καθαρισμού αυτοκινήτων και κτίριο του αναψυκτηρίου-οβελιστηρίου, έχρηζαν τακτοποίησης με βάση το Ν. 4014/2011, δεδομένου ότι ήταν αυθαίρετες κατασκευές και, επομένως, υπήρχε περίπτωση μη τακτοποιήσεως της αυθαιρεσίας τους, ενώ επιπλέον τα ανωτέρω αναφέρονται, επίσης λεπτομερώς, ως ιστορικό της σύμβασης μισθώσεως και στην υπ' αριθμ. 2253/70/24-10-2013 αγωγή του ιδίου (ενάγοντος μισθωτή) το περιεχόμενο της οποίας συνιστά πλήρη δικαστική ομολογία της γνώσεώς του (ενάγοντος) περί της υπάρξεως των ως άνω ελαττωμάτων και περιορισμών χρήσης του μισθίου και επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση όφειλε να κάνει δεκτό τον εκπορευόμενο εκ του άρθρου 579 ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό της περί του ότι δεν ευθύνεται για τα πραγματικά αυτά ελαττώματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ως άνω ένσταση όχι ως ουσία αβάσιμη, αλλά ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, καταφαίνεται από τις πιο πάνω παραδοχές ότι το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση από το άρθρο 579 παρ. 1 ΑΚ, την οποία η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε με σχετικό (δεύτερο) λόγο της εφέσεώς της ως απαράδεκτη και συγκεκριμένα διότι: "Η ένσταση αυτή της εναγομένης δεν είναι παραδεκτή, διότι όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη δεν πρότεινε προφορικά τον ως άνω καταλυτικό της αγωγής της ισχυρισμό, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται σε αυτά, αλλά μόνον στις από 14-10-2014 έγγραφες προτάσεις της.
Συνεπώς, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της εναγομένης είναι αβάσιμα". Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη, την νομοτύπως υποβληθείσα ενώπιον του, με τις προτάσεις της, σχετική ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρο 281 ΑΚ), ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ήτοι πλήρης γνώση αυτού (ενάγοντος) των ελαττωμάτων του μισθίου και δη των αυθαιρέτων κατασκευών κατά το χρόνο κατάρτισης της μεταξύ τους σύμβασης μισθώσεως, εξ αιτίας των οποίων (ελαττωμάτων) ή/και πριν την πολεοδομική τακτοποίησή τους, δεν ήταν εφικτή η τοποθέτηση εγκατάστασης υγραερίου κίνησης και ως εκ τούτου η χρήση του μισθίου θα ήταν ως προς την συγκεκριμένη χρήση περιορισμένη.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προέκυψαν τα εξής. Η αναιρεσείουσα με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων της δικηγόρων, καταχωρισθείσα στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπέβαλε ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων άσκησε την αγωγή του καταχρηστικά, με αποκλειστικό σκοπό να αποστεί των συμφωνηθέντων και να επιτύχει την μείωση του μισθώματος που ο ίδιος συμφώνησε να καταβάλλει έχοντας πλήρη γνώση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, ζητώντας επιλεκτικά μερική ακύρωση όρου της συμβάσεως που ο ίδιος επέλεξε να υπογράψει ελεύθερα και αβίαστα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε την προαναφερομένη από 15-3-2017 έφεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας επανέφερε την ως άνω ένσταση και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω λόγο της εφέσεως, κατ' επικύρωση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεχόμενο ότι η ένσταση είναι μη νόμιμη.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει (φύλλο 4ο) τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της έφεσής της επαναφέρει προς κρίση την πρωτοδίκως παραδεκτώς προβληθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, επικαλούμενη ότι α) η σύσταση της ως άνω ΟΕ, στην οποία συμμετείχαν ως μοναδικά μέλη ο εγγονός της εναγομένης και ο ενάγων, ήταν προσχηματική και έλαβε χώρα προκειμένου, αφού ο τελευταίος εγκατασταθεί στο μίσθιο, να εκδιώξει το έτερο μέλος και να το εκμεταλλευτεί αποκλειστικά ο ίδιος, β) το συμφωνηθέν με το από 27-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μηνιαίο μίσθωμα ύψους 2.250 ευρώ υπολειπόταν της πραγματικής μισθωτικής αξίας αυτού και διαμορφώθηκε χαμηλά λόγω της συμμετοχής του εγγονού της εναγομένης στην αρχική μισθώτρια εταιρία, γ) η ίδια δεν θα εκμίσθωνε στον ενάγοντα το επίδικο με μίσθωμα μικρότερο του συμφωνηθέντος των 3.000 ευρώ μηνιαίως, δ) η καθυστέρηση της τακτοποίησης της αίθουσας αναψυκτηρίου οφείλεται στις διαδοχικές νομοθετικές μεταβολές, ε) ο ενάγων προέβη μονομερώς και εν αγνοία της στην κατεδάφιση των υπό τακτοποίηση κτισμάτων, στ) αποκλειστικός σκοπός του ενάγοντος ήταν να πετύχει την μείωση του μισθώματος.
Η ως άνω ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ δεν είναι νόμιμη, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα στοιχεία συνιστούν άρνηση της αγωγής και δεν περιέχουν κάποιο νέο αυτοτελές γεγονός, ικανό να δικαιολογήσει την προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης της εναγομένης είναι αβάσιμα". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ορθά απέρριψε ως μη νόμιμη την οικεία ένσταση, καθόσον τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής, όπως τούτο (πραγματικό) αναλύθηκε στη νομική σκέψη. Ενόψει τούτων ο περί του αντιθέτου και εκ της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 1274/2007).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία αποτελεί ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 609/2013). "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι (Ολ.
ΑΠ 3/2008, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 854/2011). Για την ίδρυση δηλ. του λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως, ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 59/2020).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη υπόθεση, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον η ένδικη έφεση κατατέθηκε στις 16-3-2017, ορίζεται ότι: "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) ..., 3)..., 4)..., 5)...
και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 1162/2017).
Επομένως ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη ενάγων ή εναγόμενος, παραδεκτά προβάλλει στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμούς που τείνουν σε ενίσχυση της αγωγής ή απόρριψη αυτής και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης, έστω και αν δεν έχει προβάλει αυτούς στην πρωτοβάθμια δίκη ή τους είχε προβάλει απαραδέκτως, αρκεί αυτοί να συντελούν σε απόκρουση της έφεσης και στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως και δεν μεταβάλλεται με αυτούς η βάση της αγωγής (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 1420/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του Ν. 2915/ 2001 και προ της τροποποιήσεώς του με το Ν. 4335/2015, ενόψει του χρόνου συζητήσεως της ένδικης αγωγής στις 14-10-2014, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζονται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά...
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές...
τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Ολ.ΑΠ 2/2005).
Είναι όμως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και προτείνονται και προφορικά, έστω και με παραπομπή στις προτάσεις, διότι και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 981/2018, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 206/2016, ΑΠ 175/2009, ΑΠ 112/2003).
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα αυτών που περιέχει τις δηλώσεις των διαδίκων και να γίνεται αναφορά στις κατατεθείσες προτάσεις αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (Α.Π. 206/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη την νομοτύπως υποβληθείσα πρωτοδίκως, προς απόκρουση της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ένστασή της εκ του άρθρου 579 ΑΚ, την οποία, επίσης παραδεκτά, επανέφερε με την έφεσή της, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσίβλητος μισθωτής γνώριζε, κατά το χρόνο της σύναψης της μίσθωσης, το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου και συνακόλουθα, αίρεται οποιαδήποτε ευθύνη της.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου εκτιθεμένων, διατείνεται ότι: α) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω εκ του άρθρου 579 του Α.Κ. ισχυρισμό της περί της κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής συμβάσεως γνώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σχετικά με το ελάττωμα του μισθίου ακινήτου, ως απαραδέκτως προβληθείσα, β) επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό, ενώπιον του Εφετείου, με την έφεσή της και με τις έγγραφες προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, επί της αντίθετης εφέσεως του αντιδίκου της ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και γ) το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, με την ίδια, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, αιτιολογία, αν και όφειλε να τον εξετάσει εκ νέου ως πραγματικό ισχυρισμό, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 527 παρ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δικ., εφ' όσον αυτός (ως άνω ισχυρισμός): 1) το μεν αποδεικνυόταν εγγράφως και δη από το ίδιο το μισθωτήριο συμφωνητικό, το δε ομολογήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα με την ένδικη από 24.10.2013 αγωγή του, στην οποία διαλαμβάνεται επί λέξει ότι "κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως και έτσι και κατά την παράδοση του μισθίου, ήταν γνωστό στην εναγομένη και στην κόρη της, Α.
Σ. αλλά και σε εμένα ότι το μίσθιο είχε τις παρακάτω αναφερόμενες πολεοδομικές παραβάσεις- αυθαιρεσίες στο κατάστημα του αναψυκτηρίου- καφετερίας -οβελιστηρίου-ψητοπωλείου [... ] και στην αίθουσα του πρατηρίου πωλήσεως υγρών καυσίμων και στους βοηθητικούς χώρους του. Οι παραβάσεις αυτές, μέχρι την τακτοποίηση τους, η οποία είχε ανατεθεί στο στενό συγγενή της εναγομένης, πολιτικό μηχανικό Χ.
Κ., δεν επέτρεπαν την έκδοση νομίμου αδείας για την λειτουργία του καταστήματος, καθώς και την έκδοση της σχετικής άδειας κατασκευής και στη συνέχεια έκδοσης νόμιμης άδειας λειτουργίας και εγκατάστασης υγραερίου, πλην όμως αυτές μπορούσαν να τακτοποιηθούν με βάση το νόμο 4014/2011, οπότε θα μπορούσε να εκδοθούν οι αναγκαίες νόμιμες άδειες για τη λειτουργία του καταστήματος και της εγκατάστασης υγραερίου.
Μάλιστα, η εναγομένη πριν την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, είχε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για την τακτοποίηση των παράνομων και αυθαίρετων από πολεοδομική άποψη αυτών χώρων, και ειδικότερα αυτή είχε προβεί στις εξής ενέργειες ...", και 2) προτείνεται από αυτήν, ως εφεσίβλητη, ως υπεράσπισή της κατά της ασκηθείσας από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο εφέσεως.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης και του παραδεκτού και βάσιμου του εδώ ερευνώμενου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.
Προς απόκρουση της από 22-10-2013 αγωγής του ενάγοντος μισθωτή και ήδη αναιρεσίβλητου, η εναγομένη εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα, πρότεινε (μεταξύ άλλων) και την ένσταση εκ του άρθρου 579 παρ. 1 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι ο ενάγων γνώριζε εξ αρχής την πραγματική κατάσταση του μισθίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, με την υπ' αριθμ. 6/2015 απόφασή του, έκρινε ότι η εν λόγω ένσταση απαραδέκτως προβλήθηκε.
Συγκεκριμένα, έκρινε ότι: " ... στις υποθέσεις που δικάζονται με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπως εν προκειμένω, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά.
Σε κάθε περίπτωση απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως γενόμενο κατά τη συζήτηση σημειώνεται στα πρακτικά, η δε κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των δηλώσεων και προτάσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης του ισχυρισμού από το περιεχόμενο των κατατεθειμένων εγγράφων προτάσεων...Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, η εναγομένη δεν πρότεινε προφορικά τον ως άνω καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται σε αυτά αλλά μόνο στις από 14-10-2014 έγγραφες προτάσεις της".
Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα, με συναφή (δεύτερο) λόγο έφεσης κατά της ως άνω αποφάσεως επανέφερε προς κρίση την ως άνω ένστασή της. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο έφεσης με την αιτιολογία ότι: "Η ένσταση αυτή της εναγομένης δεν είναι παραδεκτή, διότι όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη δεν πρότεινε προφορικά τον ως άνω καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται σ' αυτά αλλά μόνον στις από 14-10-2014 έγγραφες προτάσεις της.
Συνεπώς, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της εναγομένης είναι αβάσιμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά την απόρριψη ως αβασίμου του λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη ως απαράδεκτης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της προαναφερθείσης ενστάσεώς της, όχι παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτο, κρίνοντας ότι η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας έπρεπε να προβληθεί παραδεκτά επιγραμματικά στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και να καταχωρηθεί στα πρακτικά, πράγμα που δεν προκύπτει ότι συνέβη.
Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας ότι η ένσταση αυτή προβλήθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται απαράδεκτος, αφού ναι μεν γίνεται επίκληση, πλην όμως δεν προσκομίζονται από την αναιρεσείουσα τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, ώστε να διαπιστωθεί το βάσιμο του ισχυρισμού της.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο, η αναιρεσείουσα παραπονείται για την απόρριψη ως απαράδεκτης της προαναφερθείσης ενστάσεως της και αποδίδει (κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του), στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Απορριπτέος, όμως, είναι ο ως άνω λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι ότι, ανεξάρτητα από το παραδεκτό ή μη της εν λόγω ένστασης στον πρώτο βαθμό, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όφειλε να κρίνει παραδεκτή την ως άνω ένσταση εκ του άρθρου 579 ΑΚ, την οποία η αναιρεσείουσα παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, επανέφερε ενώπιόν του, δεδομένου ότι αυτή, το μεν αποδεικνυόταν εξ εγγράφων και δη από το μισθωτήριο συμβόλαιο, αλλά και από τις ομολογίες του ενάγοντος που διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή του, το δε προτάθηκε από αυτή ως εφεσίβλητη, προς υπεράσπισή της κατά της εφέσεως του ενάγοντος.
Οι αιτιάσεις αυτές, είναι, πρωτίστως αβάσιμες και απορριπτέες, διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό (φύλλο 11ο αποφάσεως), πλην όμως δέχθηκε τα αντίθετα από τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, ήτοι δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν συνέπραξε μέχρι την 15-9-2014, ώστε να εξασφαλιστεί στον ενάγοντα η συμφωνημένη χρήση, ότι με τον τρόπο αυτό κατέστη υπερήμερη ως προς την υποχρέωσή της ως εκμισθώτρια να διατηρεί το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση, ότι ως εκ τούτου ο ενάγων εμποδίστηκε μερικά να κάνει χρήση του μισθίου και έτσι δικαιούται σε μείωση του συμφωνημένου μισθώματος].
Ανεξάρτητα, όμως, από τα ανωτέρω από την προεκτεθείσα περικοπή της ένδικης αγωγής δεν προκύπτει δικαστική ομολογία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σχετικώς με την γνώση αυτού, κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής συμβάσεως, της υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος του μισθίου ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αντίθετα προκύπτει γνώση του αναιρεσιβλήτου περί υπάρξεως άρσιμου πραγματικού ελαττώματος, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να άρει η αναιρεσείουσα, η οποία ήδη κατά τον χρόνο συνάψεως της μεταξύ τους μισθωτικής συμβάσεως είχε ξεκινήσει τις διαδικασίες για την τακτοποίηση των παράνομων και αυθαίρετων από πολεοδομική άποψη αυτών χώρων, δηλαδή για την άρση του πραγματικού ελαττώματος, προσέτι δε ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, που ασκήθηκε από τον ήδη αναιρεσίβλητο και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, αντίθετα επαναφέρθηκε από αυτήν στο Εφετείο προς απόρριψη της ένδικης αγωγής και συνακολούθως για την ακύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως.
Περαιτέρω, η αιτίαση ότι αν ο ως άνω ισχυρισμός της εγίνετο δεκτός, θα γινόταν δεκτός και ο λόγος της εφέσεώς της, πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τον αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, που, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αφορά σε "πράγματα" που δεν εξετάστηκαν και όχι σε πράγματα που δεν έγιναν δεκτά.
Επομένως, πρέπει ν'απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προαναφέρεται.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2020 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 81/10-3- 2020) για αναίρεση της 1270/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύφος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ