Legislator Case Law & Legislation
651/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance and property transfer facts found supported by evidence.

Case Number 651/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding inheritance and property disputes. The appellant argued the lower court accepted unproven facts about property usage and tree ownership without evidence. The court ruled that the lower court based its findings on sworn testimonies and documents, making the appeal arguments legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710 §1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the admission of unproven facts is inadmissible if the lower court derived its findings from sworn testimony and documentary evidence.

Keywords

AI generated
inheritance succession property ownership transfer admission of facts unproven evidence appeal admissibility sworn testimony court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710 §1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κονταξή.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο - Δώρο Λέκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/10/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 27/4/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710§1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (κληρονόμος), αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του.

Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοση της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους.

Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, δέχτηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Επίδικο είναι το επιφάνειας 299,19 τμ εκτός σχεδίου εδαφικό τμήμα (αγρός), κείμενο στη θέση "..." ή "..." εντός των ορίων του Δ.Δ.

Αμαρύνθου του Δήμου Αμαρυνθίων Ν. Ευβοίας, το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ της εκεί ιδιοκτησίας του ενάγοντος και της προς δυσμάς εκείνης των κληρονόμων της Β. χήρας Γ. Κ., μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος. Κατά τον ενάγοντα, τούτο (επίδικο) αποτελεί τμήμα του στην ίδια θέση κείμενου μείζονος (εκτός σχεδίου) αγροτεμαχίου του, αληθινής συνολικής επιφάνειας 809,93 τμ, την κυριότητα του ο-ποίου απέκτησε (παραγώγως) από την (αποβιώσασα το έτος 1980) μητέρα του Δ.

χήρα Χ. Κ., το γένος Ι. και Φ. Μ., δυνάμει των εξής τίτλων: 1) με τη νόμιμα δημοσιευμένη το έτος 1980 υπ' αριθ. .../1959 δημόσια διαθήκη της του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Χρήστου Στρουμπούλη, κατά την οποία εγκαταστάθηκε, μεταξύ άλλων, σε αγρό στη θέση "..." Αμαρύνθου "... ενός (1) στρέμματος, συνορευόμενο με Ε. Σ. Μ., Φ. Θ. Π., Β.

Κ. και δρόμον ...". Την εν λόγω κληρονομιά αποδέχθηκε (ενάγων) το έτος 2007 (δηλαδή μετά πάροδο 27 ετών), με τη νόμιμα μεταγραμμένη υπ' αριθ. .../11.1.2007 πράξη της συμβολαιογράφου Ερέτριας Μαρίας Μανή, στην οποία το κληρονομιαίο αναφέρεται ως εκτάσεως 809,93 τμ., συμπεριλαμβάνεται δε μνεία ότι η άμεση αυτή δικαιοπάροχος του διαθέτιδα μητέρα του το είχε αποκτήσει (κληρονομιαίο αγροτεμάχιο) από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της "...

προ πολλών ετών αποβιωσάσης μητέρας της Φ. Ι. Μ. ..." και 2) με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. .../1977 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερέτριας Θεοδώρου Τερζάκη, με το οποίο του μεταβιβάσθηκε (λόγω δωρεάς), μεταξύ άλλων, αγρός στη θέση ... "... εκτάσεως πεντακοσίων (500) τετραγωνικών μέτρων ή όσης πλέον ή έλαττον είναι ....

συνορευόμενον ανατολικώς με δρόμον, δυτικώς με Β. Κ., βορείως με κληρονόμους Ε. Μ. και νοτίως με Β. Τ. ...", περιελθόν σ' αυτήν από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της προ 50ετίας αποβιώσασας μητέρας της Φ. Ι. Μ.. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η αληθινή επιφάνεια του διαλαμβανόμενου σ' αμφότερους τους κτητικούς αυτούς τίτλους αγρού δεν υπερέβαινε τα 500 τμ, που άλλωστε είναι και η ρητώς αναφερόμενη (επιφάνεια) στον ως άνω δεύτερο και πολύ νεότερο (τίτλο), κρίση που ενισχύεται ιδίως από το γεγονός ότι στην υποβληθείσα την 10.5.2005 (πρώτη) δήλωση του στοιχείων ακινήτων (Ε9) προς τη Δ.Ο.Υ.

Χαλανδρίου, ο ενάγων αναφέρει το εν λόγω αγροτεμάχιο ως εκτάσεως 500 τμ (μεταγενεστέρως, με την από 4.9.2008 διορθωτική δήλωση του, αύξησε την επιφάνεια του σε 810 τμ).

Συνεπώς, αυτό και μόνο μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα, στο οποίο και εξαντλείτο το δικαίωμα και η εξουσία διαθέσεως της αμέσου δικαιοπαρόχου του μητέρας του, αφού και από κανένα ουσιώδες αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι τούτο (αγροτεμάχιο) είχε ποτέ στο παρελθόν, και υπό το ιδιοκτησιακό καθεστώς των απώτερων δικαιοπαρόχων του (ενάγοντος), μείζονα έκταση και δη 809,93 τμ.

Άξιο μνείας, είναι το γεγονός του (από μέρους του ενάγοντος) ασαφούς και συγκεχυμένου προσδιορισμού του προσώπου του απώτερου δικαιοπαρόχου του, όσο και του τρόπου περιελεύσεως του αγωγικού ακινήτου (των 809,93 τμ) στην ως άνω άμεση δικαιοπάροχο του μητέρα του. Συγκεκριμένα, κατά μεν την αγωγή τούτο φέρεται ως περιελθόν σ' αυτήν (άμεση δικαιοπάροχο μητέρα του) από μείζονα ιδιοκτησία του πατέρα της (και παππού του ενάγοντος) Ι.

Μ., λόγω άτυπης εν ζωή του (Ι. Μ.) προίκας της (σημειώνεται ότι με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του, ο ενάγων, διαφοροποιούμενος εν μέρει, διατείνεται ότι το όλο μείζον αγροτεμάχιο του παππού του Ι. Μ. κατέστη, μετά το θάνατο του, κληρονομιαίο, διανεμηθέν ατύπως μεταξύ των συγκληρονόμων του, μεταξύ των οποίων και η ως άνω άμεση δικαιοπάροχος μητέρα του, στην οποία και περιήλθε το αγωγικό ακίνητο "...

εν είδει προικός..."), κατά δε το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο, όπως ομοίως και κατά την παραπάνω πράξη αποδοχής, τούτο φέρεται ως περιελθόν στην ίδια (άμεση δικαιοπάροχο μητέρα του) από εξ' αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας της (και γιαγιάς του ενάγοντος) Φ. συζ. Ι. Μ.. Σε κάθε, όμως περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος αυτός Ι.

Μ. ήταν συγκύριος της μείζονος προς βορρά (του επιδίκου) ενιαίας περί τα 5 στρέμματα ιδιοκτησίας μετά του Ε. Σ. Μ. και τους κληρονόμους του Σ. και Ε. Μ., από τη διανομή της οποίας τάχα (κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος) προήλθε το αγωγικό ακίνητο των 809,93 τμ, λαμβανομένου υπόψη και του ότι μεταξύ αυτού (Ι. Μ.) και της οικογένειας Ε.

Σ. Μ. υπήρχε απλώς συνεπωνυμία και ουδεμία συγγενική σχέση τους συνέδεε. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από την αναφορά, τόσο στην υπ' αριθ. .../1999 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Μαρίας Μάνη των κληρονόμων Σ. Ε. Μ., όσο και στην υπ' αριθ. .../1958 δημόσια διαθήκη του πατέρα του τελευταίου αυτού Ε. Σ. Μ., ότι η - κείμενη προς βορά - ιδιοκτησία τους έχει νότιο όριο την ιδιοκτησία κληρονόμων Χ.

Κ. (πατέρα του ενάγοντος) και, αντιστοίχως, του Χ. Κ. και μόνο, αφού, αντιθέτως, στο μεν υπ' αριθ. .../1986 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ερέτριας Ελένης Κατσή - Κεφάλα η προς νότο κείμενη ιδιοκτησία Θ. Τ. αναφέρεται ως συνορεύουσα προς βορρά με ιδιοκτησία, τόσο του ενάγοντος, όσο και της χήρας Γ.

Κ. (άμεσου δικαιοπαρόχου του εναγομένου), στην δε υπ' αριθ. .../1954 δημόσια διαθήκη του Β. Δ. Γ., παππού της μητέρας και δικαιοπάροχου του ως άνω Θ. Τ. Β. συζ. Κ. Τ., ο καταλειφθείς σ' αυτήν αγρός 2 στρεμμάτων στη θέση "Βλυχό" δεν αναφέρεται ως συνορευόμενος με το ακίνητο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος. Αλλά ούτε και με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας κατέστη (ενάγων) κύριος του επιδίκου, αφού τόσο ο ίδιος, όσο και ο αντιπρόσωπος στη νομή των όλων κτημάτων του στην περιοχή της Αμαρύνθου, συμπεριλαμβανομένου και του ως άνω αγρού των 500 τμ, αδελφός του Κ.

Κ., αγρότης το επάγγελμα και γνώστης των ιδιοκτησιών της περιοχής και των ορίων τους, δεν χρησιδέσποσαν σε τούτο. Άλλωστε, μετά του τελευταίου αυτού ο εναγόμενος και οι συγκληρονόμοι αδελφές του είχαν μέχρις του κατά το έτος 1995 θανάτου του (Κ. Κ.) ομαλές σχέσεις, χωρίς καμιά έριδα ή προστριβή για το επίδικο.

Ομοίως, δεν άσκησαν χρησιδεσποτεία στο επίδικο, τόσο η παραπάνω άμεση δικαιοπάροχος του (ενάγοντος), όσο και ο απώτερος τέτοιος (παππούς ή γιαγιά του). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της εξ ενός στρέμματος ιδιοκτησίας του εναγομένου μετά των τριών αδελφών του (Α., Α.

και Ε. Κ.), την οποία απέκτησαν (ομού μετ' άλλων αγρών) από εκ διαθήκης (υπ' αριθ. .../1989 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Ερέτριας Μαρίας Μανή - Χαμάκου) κληρονομιά της αποβιώσασας το έτος 2003 μητέρας τους Β. χήρας Γ. Κ. (υπ' αριθ. .../2003 νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής της ίδιας συμβολαιογράφου), στην οποία (μητέρα τους) είχε περιέλθει, κατά μεν τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της κατά το έτος 1916 αποβιώσασας μητέρας της Α.

συζ. Κ. Χ., κατά δε το λοιπό ποσοστό από άτυπη κατά το έτος 1932 παραχώρηση του πατέρα της Κ. Α. Χ., που την είχαν αποκτήσει δυνάμει του υπ' αριθ. .../1915 νόμιμα μεταγραμμένου προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Ν. Ψαρών Γεωργίου Κομνηνού από τους γονείς της (Α. συζ. Κ. Χ.) Α. και Α. Μ.. Τόσο στο προικοσύμφωνο αυτό, όσο και στην παραπάνω πράξη αποδοχής, το εν λόγω αγροτεμάχιο περιγράφεται με τα ίδια επακριβώς όρια, με όμορους (προς βορρά και νότο) ιδιοκτήτες τους Ι.

Γ. Μ. (παππού του ενάγοντος) και Β. Δ. Γ. (απώτερο δικαιοπάροχο του Θ. Τ.). Ωσαύτως, στο αγροτεμάχιο αυτό χρησιδέσποσαν, αδιαταράκτως και αδιαλείπτως, διαδοχικά, οι ως άνω απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου και των αδελφών του, εν συνεχεία δε η άμεση δικαιοπάροχος μητέρα τους και ακολούθως οι ίδιοι, χωρίς ποτέ να απωλέσουν τη νομή του.

Ειδικότερα, το επόπτευαν και το επιτηρούσαν, το όργωναν και το καλλιεργούσαν με δημητριακά, συνέλεγαν τον καρπό των εντός του αμυγδαλιών και εξεμίσθωναν τη χορτονομή του σε τρίτους (βλ. σαφείς, κατηγορηματικές και πειστικές καταθέσεις των ενόρκων βεβαιωσάντων Ι. Α. και Ι. Λ.). Εξάλλου, τόσο η ως άνω άμεση δικαιοπάροχος μητέρα τους ήδη κατά το έτος 1995, όσο και στη συνέχεια οι ίδιοι (εναγόμενος και αδελφές του) κατά το έτος 2004, το συμπεριέλαβαν (με την επιφάνεια του ενός στρέμματος) στις φορολογικές δηλώσεις τους Ε9 (βλ.

οικείες δηλώσεις προς τη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας). Αληθείς συγκύριοι, επομένως, του επιδίκου, έχουν καταστεί νομίμως, παραγώγως και πρωτοτύπως, ο εναγόμενος μετά των αδελφών του και όχι ο ενάγων.

Υπό τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη, έσφαλε δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο τα αντίθετα, κατά τους οικείους βάσιμους λόγους της έφεσης. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή της τελευταίας ως κατ' ουσία βάσιμης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε πρέπει, διακρατούμενης της υπόθεσης και δικαζόμενης στο παρόν Δικαστήριο κατ' ουσία, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, μέρος δεύτερο, τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Η αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πέραν της αοριστίας της γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας είναι απαράδεκτη αφού αυτά δε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, διά των εγγράφων προτάσεων του, που υπέβαλε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, μετά την οποία εξεδόθη η εν λόγω απόφαση: 1) την από 6-5-2000 συμπληρωματική δήλωση στοιχείων ακινήτων φορολογικού έτους 1997 και 2) την από 10-5-2005 δήλωση στοιχείων ακινήτων εντύπου Ε9.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του στηρίχθηκε σε όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά του δευτέρου ως άνω εγγράφου, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο, μέρος πρώτο, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχτηκε χωρίς καμία απόδειξη ότι το επίδικο ακίνητο το χρησιδέσποζε ο αναιρεσίβλητος. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ως άνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω κρίση του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος ου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι στην μεταβιβασθείσα, από την άμεση δικαιοπάροχο -μητέρα του αντιδίκου του, έκταση δεν μνημονεύεται ουδόλως στον τίτλο κτήσεως η ύπαρξη δέντρων εντός αυτής και ως εκ τούτου τα υποτιθέμενα καλλιεργούμενα από εκείνον και τους δικαιοπαρόχους του αμυγδαλαιόδεντρα σε καμία περίπτωση βρίσκονται εντός της επίδικης έκτασης, θα κατέληγε εκ του ασφαλούς στην κρίση ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, εντός του οποίου αναμφίβολα καταδείχθηκε ότι φύονται τα κατά τα ανωτέρω δέντρα, δεν συμπεριλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του αντιδίκου του και των λοιπών συγκυρίων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, αλλά επιχείρημα και σε κάθε περίπτωση το Εφετείο τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε εκ του πράγματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.10.2014 αίτηση του Ε. Κ. για αναίρεση της 26/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ