Legislator Case Law & Legislation
651/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, ruling lower court's causation analysis was legally sound.

Case Number 651/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the High Court of Patras regarding damages for a traffic accident. The appellants argued the High Court erred in finding the car driver solely responsible, claiming the driver's maneuver was not causally linked to the motorcycle driver's death. The court rejected these claims, stating that the lower court correctly established that the driver checked the road and proceeded safely, thereby breaking the chain of causation required for liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16(4) and 21(1) of the Traffic Code; The Supreme Court holds that a traffic violation alone does not establish liability if there is no causal link to the accident, and appellate courts must respect the factual findings of the lower court regarding causation.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causal link requirement traffic code provisions appellate review standards sole responsibility finding driver negligence analysis damages compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 16(4) of the Traffic Code
Article 21(1) of the Traffic Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Γ. Δ. του Β., 2 Κ. συζ. Γ. Δ., το γένος Γ. Μ., 3 Β. Δ. του Γ. και της Κ. 4 Β. Δ. του Γ. και της Μ., 5. Α. συζ. Β. Δ. το γένος Φ. Γ., 6 Γ. Μ. του Σ. και 7 Α. συζ. Γ. Μ. το γένος Α. Φ., κατοίκων ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:24/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου ανέγνωσε την από 16-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 38/20-8-2013 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 105/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα.

Με την από 26-1-2010 αγωγή των οι ενάγοντες ,ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη, πλέον αναιρεσίβλητη, ως η εταιρεία που είχε ασφαλίσει, έναντι κινδύνων τρίτων, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, την 10-10-2009 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, με την με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα και οδηγό τον Δ.

Δ., εξαιτίας του οποίου τραυματίστηκε θανάσιμα ο τελευταίος ,να τους καταβάλει τα σαυτήν αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ,που υπέστησαν από τον θάνατό του . Επ' αυτής εκδόθηκε η 24/11 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, με την οποία έγινε δεκτό ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 50% ήταν η οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και κατά το υπόλοιπο ο αποβιώσας οδηγός της μοτοσικλέτας.

Μετά από έφεση των αναιρεσειόντων και αντέφεση της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, έγινε δεκτή η αντέφεση και κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος ήταν ο θανών συγγενής των αναιρεσειόντων. .

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος, που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Κατά την διάταξη του αρθ. 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι του ποσού αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η ευθύνη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι αντικειμενική κατά το αρθ. 5 παρ.1 ν.

ΓπΝ/1911 εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από υπαιτιότητα του θύματος. Εξάλλου, στις διατάξεις των αρθ. 5 παρ. 8α , 16 παρ. 4 21 παρ.1 και 23 παρ.2 και 4 Κ.Ο.Κ προβλέπονται ότι "...στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: α) Να διαβαίνουν της εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής (5 παρ. 8α), ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, ....., εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν (16 παρ.4), ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει, προηγουμένως, να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο, ή, παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, (αρθ. 21 παρ.1) και τέλος, προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης, και, προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).

Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει (23 παρ 2 ΚΟΚ).

Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια (23 παρ.4).

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος ,αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν, αμέσως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλομένη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα εξής: ''.... Στις 10 Οκτωβρίου 2009 και περί ώρα 20.45', η Μ. Μ. του Π., οδηγώντας το υπ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Ε. Κ. του Α., που η τελευταία είχε ασφαλίσει για την έναντι των τρίτων, αστική της ευθύνη, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, (ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ), κινούνταν επί της παλαιάς εθνικής οδού Πατρών-Πύργου με κατεύθυνση προς Πύργο.

Κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο Δ. Δ. του Γ., γιός, αδελφός και εγγονός, αντίστοιχα, των εναγόντων, οδηγώντας την υπ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινούνταν της αυτής οδού, στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και προς την αυτήν κατεύθυνση (Προς Πύργο) με την ανωτέρω οδηγό του ΙΧΕ και όπισθεν του οχήματός της.

Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως και στο σημείο της σύγκρουσης το οδόστρωμα έχει πλάτος 6,50 μέτρα, χωρίζεται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή και είναι ευθεία με μικρή καμπύλη, που όμως δεν περιορίζει την ορατότητα. Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο δρόμος φωτιζόταν από τεχνητό φως, (δημοτικό φωτισμό), το οποίο ήταν αμυδρό, η κατάσταση αυτού ήταν ξηρά και η κίνηση πυκνή.

Στο 68,5 χ/θ της άνω οδού και στην αντίθετη πλευρά, εκείνης όπου κινούνταν οι άνω δύο οδηγοί, βρίσκεται η οικία της Μ. Μ. στο χωριό .... Η τελευταία, όταν προσέγγισε στο σημείο εκείνο όπου βρίσκεται η οικία της, ανέκοψε την ταχύτητά της, πλησίασε προοδευτικά τον άξονα της οδού, άναψε το αριστερό φλας του αυτοκινήτου, και, αφού έλεγξε την κίνηση στο οδόστρωμα και βεβαιώθηκε ότι μπορεί να διενεργήσει ελιγμό ακινδύνως για τους κινούμενους στην οδό οδηγούς επιχείρησε, διενεργώντας αριστερό ελιγμό και διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθέτως, να εισέλθει στον προαύλιο χώρο της παρακείμενης οικίας της.

Κατά την ίδια χρονική στιγμή και με αυτές τις συνθήκες, ο Δ. Δ., οδηγώντας την παραπάνω δίκυκλη μοτοσικλέτα του εκινείτο με ανεπίτρεπτη για τις συνθήκες της οδού (κατοικημένη περιοχή, σκότος, αμυδρός φωτισμός), ταχύτητα οπωσδήποτε άνω των 52 χλμ/ώρα, όπως προκύπτει από το δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως που συνετάγη επί τόπου, από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο της τροχαίας Αμαλιάδας, κατά το οποίο, από το συνολικό μήκος τροχοπεδήσεως 16,80 μ.

προκύπτει ταχύτητα 52 χλμ/ώρα .Πλην ,όμως, η κατ ' αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενη ταχύτητα είναι κατά πολύ μικρότερη από την πραγματική γιατί δεν υπολογίζεται η κινητική ενέργεια που απορροφάται κατά την πρόσκρουση σε ανένδοτη επιφάνεια κ.λπ., κατά την επεξήγηση που δίδεται σ' αυτό το δελτίο, αλλά και σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Α.

Β., ο οποίος εξετασθείς ενόρκως, προανακριτικώς, καταθέτει "... από πίσω άκουσα ένα δυνατό ήχο μηχανής, ο οποίος ήταν έντονος. Τότε μου κίνησε την περιέργεια και γύρισα και κοίταξα προς τον δρόμο....", γεγονότα που επιβεβαιώνονται από την 12-10-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνετάγη κατόπιν παραγγελίας της Τροχαίας Αμαλιάδας, κατά την οποία, (έκθεση), διαπιστώθηκε υπερκυβισμός του κινητήρα της μηχανής και αντικατάσταση της εξάτμισης που ενισχύει την απόδοση του κινητήρα της μοτοσικλέτας.

Έτσι, φθάνοντας στο σημείο που η άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου διενεργούσε ελιγμό προς τα αριστερά και αντιλαμβανόμενος αυτήν σε πολύ μικρή απόσταση, την τελευταία στιγμή, τροχοπέδησε, χωρίς όμως, να καταφέρει να ανακόψει την κίνηση της μοτοσικλέτας και ταυτόχρονα επιχείρησε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό, λανθασμένα προς τα αριστερά, ελιγμό, πιστεύοντας προφανώς ότι με την αυξημένη ταχύτητα που είχε αναπτύξει θα είχε προλάβει να υπερβεί το προπορευόμενο όχημα, πλην όμως, λόγω του ότι η άνω οδηγός του είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας λαμβάνοντας κλίση και καταλαμβάνοντας τμήμα αυτού, σχεδόν καθέτως, δεν κατάφερε να αποφύγει την επ' αυτής πρόσκρουση.

Συγκεκριμένα, η μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε προσέκρουσε με σφοδρότητα στην αριστερή πλευρά του ΙΧΕ, (εμπρόσθια θύρα και φτερά) με το εμπρόσθιο μέρος της. Η επί του αυτοκινήτου αυτού πρόσκρουση της μοτοσικλέτας, προκάλεσε την ανατροπή της και την ταυτόχρονη εκτίναξη του οδηγού της, το σώμα του οποίου επέπεσε στον μαντρότοιχο της οικίας της άνω οδηγού, όπου και κτύπησε με σφοδρότητα γκρεμίζοντας 2-3 τσιμεντόλιθους, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Ο θάνατός του προήλθε από εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου και πολλαπλές κακώσεις στο σώμα του. Βάσει των παραπάνω εκτεθέντων, αποκλειστικά υπαίτιος της πρόσκρουσης επί του αυτοκινήτου της Μ. Μ. και του εξ αυτής θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο οδηγός της μοτοσικλέτας ο οποίος: α) οδηγούσε τα όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς την προσοχή που όφειλε από τις πιο πάνω περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και την οποία προσοχή θα κατέβαλε, υπό ίδιες συνθήκες, κάθε μετρίως συνετός οδηγός (αρθ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ) β) δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, γ) δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδίως το γεγονός ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής στο χωριό Καβάσιλα, όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα (άρθρα 19 και 20 του ΚΟΚ), με συνέπεια, όταν αντελήφθη το προπορευόμενο αυτού όχημα να πραγματοποιεί αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά του, αντί να συνεχίσει να κινείται εντός του ρεύματος πορείας του που ήταν ελεύθερο, δεδομένου ότι αυτός βρισκόταν στο μέσον του ρεύματος πορείας του, όπως προκύπτει από την αρχή του ίχνους τροχοπέδησης που σημειώνεται επί του σχεδιαγράμματος στο μέσον του ρεύματος πορείας προς Πύργο όπου εκκινείτο ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, διενήργησε εσφαλμένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά ακολουθώντας κατ' ουσίαν και συγκλίνοντας προς την πορεία του ΙΧΕ αντί να το αποφύγει από τα δεξιά ,τούτο δε έπραξε από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, ενόψει μάλιστα του ότι εστερείτο άδειας οδηγήσεως.

Εξάλλου, ουδεμία ευθύνη βαρύνει την οδηγό του ΙΧΕ Μ. Μ., η οποία οδηγώντας με χαμηλή ταχύτητα περί τα 30 χλμ/ώρα, διενήργησε αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά, πλησιάζοντας προοδευτικά τον άξονα της οδού και καθιστώντας, εγκαίρως, γνωστή την πρόθεσή της με τη χρησιμοποίηση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός της.

Ενόψει των παραπάνω, η κατά παράβαση της παραγράφου 8 του άρθρου 5 Κ.Ο.Κ, παραβίαση της συνεχούς διπλής διαχωριστικής γραμμής εκ μέρους της οδηγού του ΙΧΕ δεν συνετέλεσε στην πρόσκρουση της μοτοσικλέτας επί του αυτοκινήτου, δεδομένου ότι, απλά και μόνο η παραβίαση αυτή, δεν αρκεί για να θεμελιώσει υπαίτια συμπεριφορά στην πρόκληση του συγκεκριμένου ατυχήματος, χωρίς την διαπίστωση ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο προαναφερθέν βλαπτικό αποτέλεσμα, αλλά πρέπει να συντρέχουν και άλλοι παράμετροι, οι οποίοι όμως στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα περιστατικά που περιγράφηκαν παραπάνω δεν υφίστανται.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο παθών δεν φορούσε κράνος όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ουδεμία ασκεί επιρροή, αφού κρίθηκε αφ' ενός, ότι από άλλες ενέργειες και παραλείψεις αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο θανών, αφετέρου ο θάνατός του προκλήθηκε από άλλες αιτίες που δεν συνδέονται με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις ..." Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 του αρθ. 559 Κ.ΠολΔ υποστηρίζοντας ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των αρθ. 5 παρ.8α ,16 παρ.4 21 παρ.1 23 παρ.2 και 4 του ΚΟΚ και εκείνων του άρθρου 10 παρ.1 του ν.489/1976 .

Ειδικότερα με την αναίρεσή τους υποστηρίζουν τα εξής : α) Καίτοι δέχεται (σημ. η απόφαση), ότι η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στρίβοντας αριστερά, διέβη διαγράμμιση δύο συνεχών γραμμών της οδού, πράγμα το οποίο απαγορεύεται κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.8α του ΚΟΚ, δεν διευκρινίζει γιατί η ενέργειά της αυτή δεν είναι παράνομη και υπαίτια κατά την έννοια των άρθρων 914, 330 του Α.Κ.

και 28 του Π.Κ. β) Καίτοι δέχεται ότι η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στρίβοντας αριστερά, κατέλαβε και κυκλοφορούσε σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, δεν δικαιολογεί γιατί δεν παρέβη τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, η οποία ρητώς απαγορεύει την ενέργεια αυτή, δεν αιτιολογεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε απόλυτη ανάγκη, ούτε εάν υπάρχουν και ποιες ειδικές ρυθμίσεις.

γ) αν και δέχεται ότι η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου "αφού έλεγξε την κίνηση στο οδόστρωμα και βεβαιώθηκε ότι μπορεί να διενεργήσει ελιγμό ακινδύνως για τους κινούμενους στην οδό οδηγούς, επιχείρησε, διενεργώντας αριστερά ελιγμό και διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας καθέτως, να εισέλθει στο προαύλιο χώρο της παρακείμενης οικίας της".

δεν αιτιολογεί, αν βεβαιώθηκε, προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τον ελιγμό αυτό χωρίς να διακινδυνεύσει ο πίσω της βαίνων μοτοσικλετιστής, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόφτασε να πραγματοποιήσει την υπέρβαση, προσέκρουσε στο όχημά της και τραυματίστηκε θανάσιμα. Περαιτέρω, δεν αιτιολογεί γιατί η συμπεριφορά αυτή της οδηγού δεν είναι παράνομη και υπαίτια, αφού συνιστά παράβαση του άρθρου 21 παρ.

Ι του ΚΟΚ και από αυτή επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του μοτοσικλετιστή. Και δ) Καίτοι δέχεται ότι η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου άλλαξε κατεύθυνση προς τα αριστερά, δεν εκθέτει ότι τούτο έπραξε με ασφάλεια, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 και 4 του ΚΟΚ, ενώ προκύπτει το αντίθετο, καθόσον ο πίσω κινούμενος μοτοσικλετιστής τραυματίστηκε θανάσιμα.

Επίσης δεν διευκρινίζει, αν η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση και κινηθεί αριστερά, ήλεγξε και τους όπισθέν της ερχομένους και σε ποια απόσταση από αυτή, εκείνη τη στιγμή" Από τις παραδοχές της απόφασης όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που της αποδίδουν οι αναιρεσείοντες και τούτο διότι η μεν παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής κυκλοφορίας χωρίς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας με το επελθόν αποτέλεσμα δεν στοιχειοθετούν την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ .

Συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση που από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, οι παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ εκ μέρους της οδηγού του αυτοκινήτου, κυρίως εκείνων του αρθ. 5 παρ. 8α και 16 παρ. 4, κρίθηκε σαφώς ,ορισμένως και πλήρως ότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, ούτε την καθιστούν υπαίτια ή συνυπαίτια κατά τις διατάξεις των αρθ. 914 ή 330 ΑΚ του επελθόντος αποτελέσματος, ώστε να καθίσταται υπόχρεη σε αποζημίωση των η αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .

Αλλά και ο εκ του αριθμού 19 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από τις παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι περιέχονται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, (άλλωστε δεν υπάρχει παράπονο για αντίθετες αιτιολογίες), από τις οποίες είναι ευχερές να διαπιστωθεί η ορθή εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου .Δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της απόφασης να δικαιολογείται από το δικαστήριο "γιατί δεν παρέβη η οδηγός του αυτοκινήτου την διάταξη του αρθ. 16 παρ.4 ΚΟΚ" όπως ρητά διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, όταν από τις παραδοχές προκύπτει ότι η συγκεκριμένη παράβαση δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα.

Επίσης η στον ίδιο λόγο εντασσόμενη πλημμέλεια ότι " καίτοι γίνεται δεκτό ότι η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πραγματοποίησε προς τα αριστερά ελιγμό δεν αιτιολογείται αν βεβαιώθηκε, προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τον ελιγμό αυτό χωρίς να διακινδυνεύσει ο πίσω της βαίνων μοτοσικλετιστής" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει, ακριβώς το αντίθετο, ότι, δηλαδή "....η οδηγός ....ανέκοψε την ταχύτητά της, πλησίασε προοδευτικά τον άξονα της οδού, άναψε το αριστερό φλας του αυτοκινήτου, και, αφού έλεγξε την κίνηση στο οδόστρωμα και βεβαιώθηκε ότι μπορεί να διενεργήσει ελιγμό ,ακινδύνως για τους κινούμενους στην οδό οδηγούς επιχείρησε, διενεργώντας αριστερό ελιγμό και διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθέτως, να εισέλθει στον προαύλιο χώρο της παρακείμενης οικίας της.... .

Δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της απόφασης περαιτέρω διευκρίνηση όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19,"..ότι η οδηγός του αυτοκινήτου προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση και κινηθεί αριστερά ήλεγξε και τους όπισθεν αυτούς κινούμενους της και ποιά απόσταση από αυτή εκείνη τη στιγμή βρισκόταν ο μοτοσικλετιστής...", αφού, πάντα τα ανωτέρω τέθηκαν υπόψει του δικαστηρίου και αξιολογήθηκαν αρνητικά με την παραδοχή ότι η οδηγός του αυτοκινήτου επιχείρησε προς τα αριστερά ελιγμό αφού ήλεγξε την κίνηση στο οδόστρωμα και βεβαιώθηκε ότι μπορεί να τον διενεργήσει με ασφάλεια για τους κινούμενους στην ίδια οδό μ'αυτήν .Επίσης, οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην απόφαση για παραβίαση της εκ του ίδιου αριθμού διατάξεως ότι, δηλαδή, καίτοι υπάρχει παραβίαση ορισμένων διατάξεων νόμου, (αρθ. 21 παρ1 1 του ΚΟΚ) κρίθηκε ότι δεν είναι υπαίτια η συμπεριφορά της οδηγού, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες ,αφού μόνη η παράβαση της συγκεκριμένης διάταξης νόμου χωρίς σύνδεσή της αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα δεν θεμελιώνει την επικαλούμενη πλημμέλεια , ενώ, σε κάθε περίπτωση διά του συγκεριμένου λόγου επιχειρείται απαραδέκτως να πληγεί η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.

Θα πρέπει, επομένως, να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 105/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως ουσιαστικά αβάσιμη, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ,η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, χωρίς να καταθέσει προτάσεις (182 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 38/20-8-2013 αίτηση αναιρέσεως της 105/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών .- Διατάσσει την εισαγωγή των με αριθμούς 1489868, 1489869, 1489870 παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1800).-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ