Legislator Case Law & Legislation
651/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment due to lack of legal basis in reasoning.

Case Number 651/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the second instance court's judgment regarding property ownership. The appellants argued that the lower court ignored evidence proving their father held the property since 1977 and failed to provide sufficient reasoning for its conclusion. The court rejected these claims because the appeal relied solely on the court's evaluation of evidence, which is not a valid ground for overturning a final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1) Civil Procedure Code; Art. 561(1) Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if it challenges only the court's evaluation of evidence or relies on arguments already presented by the appellant in the lower instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence final judgment property ownership civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1) of the Civil Procedure Code
Art. 561(1) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 16/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Σ. του Ν., 2. Ε. Σ. του Ν. και 3. Π. χας Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρονόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Σ. του Δ. και 2. Κ. Σ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Καρβέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 461/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 409/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 12-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του από την παρ.1 του άρθρου 44 του ν. 3994/13.7.2011-ΦΕΚ 165 Α'/25-7-11 και έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, "σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται".

Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ'ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η (μη αποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ'όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.ΑΠ 16/1990 Ελλ.Δνη 31.805).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της 409/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), λόγω ερημοδικίας τους, κατά της 461/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δέχθηκε την αγωγή των αντιδίκων τους (ήδη αναιρεσιβλήτων), εφόσον ασκήθηκε μετά την παραίτησή τους από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής - 409/2010 απόφασης, σύμφωνα με την επικαλούμενη από 17-11-2010 δήλωσή τους ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών και το 1061/19.11.2010 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Εφετείου Πατρών, περί μη άσκησης από αυτούς του ένδικου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης μέχρι την κατάθεση της ως άνω δήλωσής τους περί παραίτησής τους απ' αυτό, είναι παραδεκτή.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του ΚΠολΔ που καθιερώνουν απαράδεκτο προκύπτει, ότι άλλοτε τούτο καθιερώνεται με ρητό χαρακτηρισμό της διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας που διαλαμβάνεται σ' αυτές ως απαραδέκτου, άλλοτε δε με τη χρήση συγγενών με την έννοια του απαραδέκτου εκφράσεων, όπως είναι και οι εκφράσεις "αναβάλλεται ή αναστέλλεται η συζήτηση της υπόθεσης".

Τέτοιο όμως απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν ιδρύεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχεται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Ολ.ΑΠ 1131/1985).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο με την πρωτοβάθμια -461/2008- απόφαση απέρριψε την ένσταση που πρόβαλαν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) και επανέφεραν ενώπιόν του με λόγο - τον πρώτο - της έφεσής τους, περί απαραδέκτου της συζήτησης της ένδικης αγωγής, με την οποία οι αντίδικοί τους αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) φέρονται "ότι απέκτησαν το επίδικο λόγω κληρονομικής διαδοχής", δεν προσκόμισαν όμως κατά την ενώπιον του ακροατηρίου συζήτηση το πιστοποιητικό που προβλέπουν -και επιβάλλουν- οι διατάξεις των άρθρων 1 και 106 του ν.δ.118/1979, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 66 ν.1041/1980 και 6 ν.1947/1991, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδάφιο γ' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν.2915/2001 από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), που, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση...Έτσι, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή, να έχουν συνταχθεί 1)πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης του αντίστοιχου δικαστηρίου στο οποίο προσκομίζονται και 2)να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές.

Δεν αρκεί, όμως, η βεβαίωση στην ένορκη βεβαίωση (από το συμβολαιογράφο) περί νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου, δεδομένου ότι η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο Δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθεαυτή.

Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο ανάγεται σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τη .../7-9-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Λαλαγιάννη "με τη δήθεν αιτιολογία ότι "...

δεν προσκομίζονται οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης κλήσης των αντιδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.3 εδ.γ' ΚΠολΔ", ενώ από την ίδια ένορκη βεβαίωση, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, σαφώς συνάγεται ότι οι εκθέσεις επίδοσης 3372 και 3373/5.9.2006 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ... σε επικυρωμένα αντίγραφα επιδείχθησαν στη συμβολαιογράφο προ της συντάξεώς της, όπως η ίδια βεβαιώνει στο τέλος της 3ης και στην αρχή της 4ης σελίδας ...", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 11 περ.α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε παρά το νόμο υπόψη τα 702 και 703/2008 πιστοποιητικά της Γ' ΔΟΥ Πατρών, περί υποβολής φόρου κληρονομίας από τους ενάγοντες (ήδη εφεσιβλήτους-αναιρεσιβλήτους), που προσκομίστηκαν από αυτούς μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 237 παρ.3 και 270 σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, αφού τα εν λόγω πιστοποιητικά αφορούν στον προεκτεθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής, που δεν επιδρά ουσιωδώς στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή στην κρίση της για την παραδοχή του επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος.

Επίσης, η περιλαμβανόμενη στον έβδομο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας με το να "καταλήξει στην κρίση ότι παραδεκτώς προσκομίζονται τα υπ'αριθμ.702 και 703/2008 πιστοποιητικά του άρθρου 106 ν.δ. 118/1973 της Γ' ΔΟΥ Πατρών περί υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας από του ενάγοντες για το επίδικο ακίνητο, (ενώ) στο σκεπτικό της δεν παραθέτει την παραμικρή αιτιολογία αυτής της κρίσης, δεδομένου ότι τα πιστοποιητικά αυτά προσκομίστηκαν μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και ως εκ τούτου τυγχάνουν απαράδεκτα ως αποδεικτικά μέσα και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 237 και 270 ΚΠολΔ" στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση του, πρέπει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να απορριφθεί -και αυτή- προεχόντως ως αλυσιτελής.

IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ' αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα δηλαδή:

α)είκοσι πέντε (25) συνολικά φωτογραφίες, που αποδεικνύουν την εξ αρχής (1977) διανομή του ενιαίου αγρού σε δύο ίσης έκτασης ακίνητα, τις σταθερές περιφράξεις τους, τις ξεχωριστές μόνιμες εγκαταστάσεις και οικοδομές σε ένα έκαστο εξ αυτών, τα δένδρα που φυτεύθηκαν στο ακίνητο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων το 1977, τα κινητά που ο δικαιοπάροχος τους εναπόθετε στο δικό του ακίνητο κ.λπ., β)έγγραφα που επιβεβαιώνουν πράξεις νομής και κατοχής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων στο ξεχωριστό ακίνητό του (επίδικο) από το 1977 μέχρι και το θάνατό του, συνεχώς και ανελλιπώς και συγκεκριμένα: 1) πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ελαιοκτημάτων με ημερομηνία 2-6-1986, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο της τότε Κοινότητας Οβενάς Αχαϊας και τον αγροφύλακα της περιοχής, 2) δήλωση καλλιέργειας για οικονομική ενίσχυση ελαιολάδου προς την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πατρών το 1986, 3) βεβαίωση της ίδιας Ένωσης το 1986, 4) γραμμάτιο είσπραξης 10-12-1999, 5) τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της ίδιας Ένωσης 16-12-1999, και 6) επιστολή ιδιόχειρη της Χ.

Σ. του Κ. και Ε. και του συζύγου της Ι. Χ. του Χ. με ημερομηνία 10-7-2005, και γ)την από 24.6.2005 διαμαρτυρία, όχληση, δήλωση, επιφύλαξη των αναιρεσειόντων προς τους αντιδίκους τους που επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή σε αυτούς, τα οποία - έγγραφα - επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες νομίμως στον πρώτο βαθμό και με την έφεσή τους ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα με τον τέταρτο λόγο αυτής, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι η Ε.

χήρα Κ. Σ. ήδη από το 1977, αφότου περιήλθε σε αυτήν με το .../7.12.1977 διανεμητήριο συμβόλαιο ο ενιαίος αγρός, παραχώρησε με άτυπη δωρεά αμέσως μετά την ως άνω διανομή στα δύο της παιδιά, το Ν., άμεσο δικαιοπάροχό τους, και το Δ., πατέρα των αντιδίκων, το ήμισυ διαιρετώς στον καθένα, και πράγματι έκαστος εγκαταστάθηκε στο δικό του τμήμα, το οποίο έκτοτε κατείχε και νεμόταν συνεχώς και ανελλιπώς, καλόπιστα και με διάνοια κυρίου, μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα, στην πρωτοβάθμια απόφαση βεβαίωση, ότι τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το πιο πάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι αυτό προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, "ότι η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) Ε.

χήρα Κ. Σ. κατείχε και ενέμετο το επίδικο ακίνητο με τη βοήθεια των παιδιών της Δ. (πατέρα των εναγόντων) και Ν. Σ. (δικαιοπαρόχου των εναγομένων - αναιρεσειόντων) μέχρι το 1985 περίπου "... όταν η Ε. Σ., ηλικίας πλέον 70 ετών, τους παραχώρησε τη χρήση άνευ ανταλλάγματος ..." και στη συνέχεια αυτοί χώρισαν το ακίνητο σε δύο τμήματα", ενώ οι ενάγοντες με την αγωγή, τις πρωτόδικες προτάσεις τους και τις προτάσεις τους στο Εφετείο είχαν αντίθετα προβάλλει τον ισχυρισμό "ότι η δικαιοπάροχός τους Ε.

χήρα Κ. Σ., αφότου το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει σε αυτήν από διανομή δυνάμει του υπ' αριθμ..../7.12.1977 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Χαρίκλειας Βγενοπούλου - Μπερδένη, νόμιμα μεταγεγραμμένου"... έκτοτε, την ως άνω εδαφική έκταση, νεμόταν και κατείχε η ανωτέρω δικαιοπάροχός τους, ως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος αυτής, μέχρι το θάνατό της ...".

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης - από 13-7-2005 - αγωγής προκύπτει, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) ισχυρίστηκαν ότι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής και συγκεκριμένα ως συγκληρονόμοι εκ διαθήκης της αποβιώσασας στις 29.8.2003 γιαγιάς τους Ε.

χήρας Κ. Σ., την κληρονομία της οποίας αποδέχτηκαν και μετέγραψαν τη σχετική με την αποδοχή συμβολαιογραφική πράξη, και η οποία -γιαγιά τους- είχε γίνει κυρία αυτού -επιδίκου- ως νεμηθείσα αυτό -αφότου είχε περιέλθει σ' αυτήν με το διανεμητήριο, ως άνω, ... /17.12.1977, συμβόλαιο, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ΑΚ 1045).

Επομένως, ο πραγματικός ως άνω ισχυρισμός περιέχει περιστατικά επουσιώδη, τα οποία αντλήθηκαν από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο ερευνώμενος λόγος της αναίρεσης, εφόσον ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

VI. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά -πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε τον αμέσως προηγούμενο πραγματικό ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη, πρέπει, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής με την έννοια - και - του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως απαράδεκτος.

VII. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί ότι "... από το γεγονός ότι ο Ν. Σ., που απεβίωσε στις 20.2.2004 ορίζει μεταξύ άλλων στην από 20.7.2005 ιδιόγραφη διαθήκη του νομίμως δημοσιευθείσα από το παρόν Δικαστήριο...ότι αφήνει στον πρώτο εναγόμενο γιο του και στη δεύτερη εναγόμενη θυγατέρα του την ψιλή κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος ("με το μισό του αγροτεμαχίου μου που βρίσκεται στη Οβρυά Πατρών και συνορεύει με τις δύο οικοδομές μου και με τον αδελφό μου Δ., δυτικά το οποίο έχω στην κυριότητα και κατοχή μου πάνω από 30 χρόνια από δωρεά που μου έχει κάνει η μάνα μου, χωρίς συμβόλαιο" και "το μισό του αγροτεμαχίου μου που με τη διαθήκη αυτή αφήνω στο γιο μου Κ."), ενώ στην τρίτη εναγόμενη σύζυγό του αντίστοιχα την επικαρπία αυτού, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι καθ' ολο το χρονικό διάστημα από το έτος 1977 μέχρι το θάνατό του προέβαινε στις ως άνω πράξεις νομής διανοία αποκλειστικού κυρίου, παρά μόνο την επιθυμία του να ανήκει αυτό στην κυριότητά του και μετά θάνατον στους κληρονόμους του ...", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προμνημονευθείσης -από 20.7.2003- ιδιόγραφης διαθήκης του δικαιοπαρόχου τους.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο της πιο πάνω διαθήκης, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της.

VIII. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας με το να καταλήξει στην κρίση ότι η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των αντιδίκων εναγόντων Ε. χήρα Κ. Σ. κατείχε και ενέμετο ολόκληρο το ακίνητο και το επίδικο, ασκώντας πράξεις νομής η ίδια και με τη βοήθεια των παιδιών της Δ. (πατέρα των εναγόντων) και Ν. (δικαιοπαρόχων τους) μέχρι και το 1985 περίπου, όταν τους παραχώρησε τη χρήση του άνευ ανταλλάγματος, ενώ στο σκεπτικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση αυτή, αφού παραβλέπει (δεν αναφέρει καν) έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, από τα οποία συνάγεται η εντελώς αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή ο δικαιοπάροχός τους Ν.

Σ. κατείχε και ενέμετο το επίδικο τμήμα από το 1977 μέχρι και το θάνατό του, ασκώντας επ'αυτού πράξεις νομής και κατοχής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη να καταλήξει επίσης στην κρίση, περί παραχώρησης στους δύο ως άνω γιούς της της χρήσης άνευ ανταλλάγματος του όλου ακινήτου από το 1985, το οποίο στη συνέχεια αυτοί διαμοίρασαν σε δύο τμήματα και εγκαταστάθηκαν επ'αυτών, ενώ στο σκεπτικό της δεν παραθέτει την παραμικρή αιτιολογία, ούτε τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται, ότι επρόκειτο για παραχώρηση χρήσης άνευ ανταλλάγματος και όχι για παραχώρηση εκάστου τμήματος στον καθένα λόγω άτυπης δωρεάς, και στην κρίση, ότι ο δικαιοπάροχός τους Ν.

Σ. ουδόλως προέβαινε σε πράξεις νομής και κατοχής, διάνοια κυρίου από το 1977 μέχρι το θάνατό του, απορρίψασα το σχετικό βασικό ισχυρισμό του, ενώ στο σκεπτικό της παραθέτει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχεται ότι στην προσπάθειά του δήθεν να πείσει τη μητέρα του να του δωρίσει το επίδικο τμήμα, συντάχθηκε με πρωτοβουλία του το από 7-7-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του όλου ακινήτου, του πολιτικού μηχανικού Μ.

Δ., που προσκομίζεται (όμως) από τους ενάγοντες" και, τέλος να καταλήξει στην κρίση, ότι όταν η Ε. Σ. απεβίωσε στις 28-10-2003 το εν λόγω ακίνητο ανήκε στην περιουσία της, κατέστησαν δε συγκύριοι τούτου κατά ποσοστό 1/2 αδικαιρέτως οι ενάγοντες δυνάμει πράξης αποδοχής κληρονομίας, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομία που κατέλειπε σε αυτούς με την υπ' αριθμ. .../4.12.2002 δημόσια διαθήκη της, της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Μητροπούλου, ενώ στο σκεπτικό της δεν παραθέτει την παραμικρή αιτιολογία, για το γεγονός ότι στην εν λόγω δημόσια διαθήκη δεν αναφέρεται το επίδικο ακίνητο (όπως θα έπρεπε, εάν η διαθέτης θεωρούσε ότι ανήκε στην περιουσία της) αλλά εντελώς αόριστα "...

κάθε κινητό και ακίνητο περιουσιακό στοιχείο μου που ήθελε ευρεθεί κατά το θάνατό μου ...", στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού όλες οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2010 αίτηση των 1) Κ. Σ. του Ν. κ.α. για αναίρεση της 409/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα,σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ