Legislator Case Law & Legislation
651/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to grant creditor's claim for sale of debtor's property.

Case Number 651/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the sale of a debtor's property. The appellants argued that the sale violated substantive law by causing financial harm to creditors, but the court found the lower court's reasoning sound and free of legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939-942 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law regarding the sale of property to satisfy debts, and the appeal arguments are unfounded or irrelevant to the case outcome.

Keywords

AI generated
creditor's claim sale of property substantive law violation appeal admissibility financial harm legal costs debtor's assets

Cited Legislation

AI generated
Articles 939-942 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 27 and 28/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 651 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 651/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. x1 και 2. x2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μιστρά.

Της αναιρεσίβλητης: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόροτης Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 741/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2005 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στ η δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 939-942 ΑΚ η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη με πρόθεση εκ μέρους του βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.

β) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και γ) αφερεγγυότητα του οφειλέτη. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, απορρίφθηκε ορθά ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση, σαφώς και επαρκώς, τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με διαδοχικές συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, χορήγησε πίστωση στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "........ ΟΕ", συνολικού ύψους 240.000.000 δραχμών, όπως ειδικότερα κατά σύμβαση και αντίστοιχο ποσό πίστωσης εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη.

Ο εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων x1 ετύγχανε ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της κατά τα άνω πιστωθείσης ομόρρυθμης εταιρείας. Στις 16.3.1992, η αναιρεσίβλητη προέβη νομίμως στην καταγγελία των ως άνω συμβάσεων πιστώσεων, την οποία κοινοποίησε και προς την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία και προς τον αναιρεσείοντα x1, καθώς και στο κλείσιμο των υπ' αυτής τηρουμένων προς εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων αλληλόχρεων λογαριασμών, εκ των οποίων προέκυψε κατάλοιπο σε βάρος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 240.000.000 δραχμών και κάλεσε την δανειολήπτρια εταιρεία, ως και τον ομόρρυθμο αυτής εταίρο x1, να προβούν στην εξόφληση του ως άνω ποσού, το ύψος του οποίου δεν αμφισβήτησαν οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι.

Μετ' αυτό, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα, με την από 27.3.1992 αίτηση της, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και έστρεψε κατά του x1, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 1.4.1992 και μετ' αναβολή η 8.4.1992, αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε στον καθού, μετά κλήσεως προς συζήτηση, την 31.3.1992, ζήτησε την παροχή αδείας σ' αυτή προς εγγραφή υποθήκης επί του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του ως άνω καθού, που συνίστατο στην εκ ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα αυτού επί οικοπέδου εμβαδού 650 τ.μ.

που βρίσκεται στην Κοινότητα .... Καρδίτσας, μετά του δικαιώματος του υψούν διαμέρισμα επί του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου επί υφισταμένης μονορόφου οικοδομής, εμβαδού 91,07 τ.μ., μετά ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 500/1000. Ενώ, όμως, εκκρεμούσε η συζήτηση της ως άνω αίτησης της αναιρεσίβλητης κατά του x1, αυτός, με σκοπό να βλάψει την αναιρεσίβλητη, ματαιώνοντας τη μερική ικανοποίηση της σε βάρος του ως άνω απαιτήσεως της, ποσού 240.000.000 δραχμών, μεταβίβασε την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία του προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα x2, αιτία πωλήσεως, αντί του ποσού των 1.500.000 δραχμών, δυνάμει του .......

πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καρδίτσης Αθηνάς Μιστρά - Δημούλα, νόμιμα μεταγραφέντος, χωρίς να έχει άλλη ακίνητη περιουσία. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και δη την πολύ κακή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει η δανειολήπτρια ομόρρυθμη ως άνω εταιρεία, τις οφειλές αυτής προς την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ και προς την ενάγουσα ΕΤΕ ΑΕ, καθώς και ότι ο x1 εστερείτο άλλης εμφανούς (ακίνητης) περιουσίας γνώριζε πλήρως ο αγοραστής x2, καθόσον συνεδέετο με στενή φιλία με τον x1 και είχε και εμπορικές συναλλαγές με αυτόν και για το λόγο τούτο είχε εγγυηθεί αυτός (x2) προς την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα ΑΕ την εκ μέρους της ως άνω δανειολήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας εκπλήρωση της προς αυτήν οφειλής της ποσού 26.000.000 δρχ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε στην ουσία της την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, η οποία, αποδεχθείσα ως προκύψαντα τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε τη σχετική από τις ΑΚ 939 επ. αγωγή της αναιρεσίβλητης και κήρυξε τη διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Από τις αυτές παραδοχές, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου σαφώς υπολείπεται της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος (240.000.000 δρχ.), η οποία, μάλιστα, στο πωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ως ανερχόμενη στο ποσό του 1.500.000 δραχμών, γ' αυτό και ο τελευταίος (x1), κατά το Εφετείο, προέβη στην ένδικη απαλλοτρίωση λίγο πριν τη συζήτηση της άνω αιτήσεως σε βάρος του, με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα ματαιώνοντας μερικώς την ικανοποίηση της σε βάρος του ως άνω απαιτήσεως της.

Και ακόμη, από τις αυτές παραδοχές του Εφετείου, επίσης σαφώς συνάγεται ότι το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε πως το απαλλοτριωθέν ακίνητο ήταν το μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου αναιρεσείοντος, τόσο κατά τον χρόνο της συντέλεσης της μεταβίβασης του όσο και κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, αλλά και κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αυτόθροη συνέπεια την ύπαρξη της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και την εντεύθεν βλάβη της δανείστριας αναιρεσίβλητης σε όλους τους κρίσιμους αυτούς χρόνους.

Εκ περισσού δε (πλεοναστικώς), αναφέρθηκε το Εφετείο στην εν προκειμένω άνευ εννόμων συνεπειών ύπαρξη προσημείωσης υποθήκης, από της 28.11.1991 (προ της επίμαχης απαλλοτρίωσης) υπέρ άλλης Τράπεζας επί του ιδίου ως άνω ακινήτου και την ύστερη ικανοποίηση της άλλης αυτής δανείστριας Τράπεζας από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, χωρίς να δέχεται αντιφατικά το Εφετείο πιθανή μελλοντική βλάβη της αναιρεσίβλητης ανάλογα με την εξέλιξη της εν λόγω, νομικά αδιάφορης, σύμφωνα με τις ΑΚ 939 επ., για την παρούσα υπόθεση ως άνω προσημείωσης, που μάλιστα δεν επιδρά (η προσημείωση αυτή) ούτε στο έννομο συμφέρον της ενάγουσας προς άσκηση της ένδικης αγωγής.

Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και έκτο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμα.

Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 (όχι και 1) της ΚΠολΔ 559, είναι απαράδεκτος, διότι ο αναφερόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που κατ' αυτούς προβλήθηκε στο Εφετείο, αλλά το Δικαστήριο εκείνο δεν τον έλαβε υπόψη, ότι, δηλαδή, το απαλλοτριωθέν ακίνητο, αγοραίας αξίας 4.500.000 δραχμών, πωλήθηκε αντί του πράγματι καταβληθέντος τιμήματος δρχ. 11.500.000, με αποτέλεσμα ο πωλητής να αυξήσει την περιουσία του κατά το ποσό των 7.000.000 δραχμών, είναι επουσιώδης.

Και τούτο γιατί το Δικαστήριο εκείνο δέχθηκε σαφώς, όπως αδιστάκτως συνάγεται από τις άνω παραδοχές του, ότι το τίμημα που εισέπραξε ο πωλητής πρώτος αναιρεσείων, δεν αποτέλεσε κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους εμφανές περιουσιακό στοιχείο του μεταβιβάσαντος, προφανώς ως δυνάμενο ευκόλως να αποκρύβει από τον λαβόντα τούτο (τίμημα) πωλητή.

Τέλος και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ...... πωλητηρίου συμβολαίου, με το να δεχθεί ότι το αναφερόμενο σ' αυτό τίμημα της πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό του 1.500.000 δραχμών αντί του πράγματι αναφερομένου στο ως άνω συμβόλαιο των 11.500.000 δραχμών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, το αναφερόμενο σ' αυτό τίμημα πωλήσεως είναι πράγματι 1.500.000 δραχμές και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν ανέγνωσε λανθασμένα το ως άνω έγγραφο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2005 αίτηση των x1 για αναίρεση της υπ 'αριθ. 741/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ