Supreme Court dismisses appeal for inadmissible grounds regarding evidence evaluation and document content interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on April 5, 2006. The appellant argued that the lower court erred in interpreting a power of attorney and assigning full evidentiary weight to a specific letter, claiming these actions violated substantive legal rules. The court rejected these claims as inadmissible because the lower court's conclusions were based on free evaluation of evidence rather than a misapplication of statutory rules or a distortion of the document's content.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it challenges a conclusion drawn from the free evaluation of evidence or a conclusion based on a correctly diagnosed document content, rather than a violation of substantive law or a distortion of the document's meaning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 651 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 651/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αθηνά Καραφίνα και Φωτεινή Νικολακέα.
Του αναιρεσιβλήτου:Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αντώνιο Χρυσώτη και Κυριάκο Τσέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 2-11-1998 κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2004 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 1-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 204/2004 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι
λόγος αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, ήτοι τέτοιου που ασκεί επιρροή στο διατακτικό της ως άνω απόφασης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αυτών, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από αυτές εκτίθεται σαφώς.
Ως "αιτιολογίες" νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Η μη παράθεση στην απόφαση των διατάξεων που στηρίζουν το διατακτικό, δεν καθιστά αυτή αναιρετέα, αρκεί οι διατάξεις να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο 'Αρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατ'ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά τα κρίσιμα σημεία αυτής: Το επίδικο ακίνητο, κείμενο στο Καστελόριζο και αποτελούμενο από δύο διώροφες οικοδομές, που χωρίζονται στο ισόγειο από δρόμο και ενώνονται στον πρώτο όροφο, συνολικής εκτάσεως 101,35 τ.μ., μαζί με τον ακάλυπτο χώρο εκτάσεως 37,95 τ.μ., ανήκε από το έτος 1927 στον Ν.
Τ., ο οποίος διέμενε σ' αυτό μέχρι τον επισυμβάντα την 24-8-1957 θάνατό του, οπότε περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι στη σύζυγό του Μαρία και στο γιό του, Κ. Τ., μετά δε και το θάνατο της μητέρας του (15-10-1965), ο τελευταίος με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου-Περίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την κληρονομιά αμφοτέρων των γονέων του και έτσι έγινε κύριος αυτού, ασκώντας ήδη από του θανάτου αυτών τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του πράξεις νομής.
Συγκεκριμένα μετά τον θάνατο του πατέρα του και μέχρι το 1960 στο επίδικο διέμενε η μητέρα του, αναχωρώντας στη συνέχεια για Αυστραλία, ο ίδιος δε, λόγω του ότι κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του ήταν κάτοικος Αυστραλίας, το 1960 επισκέφθηκε το επίδικο και προέβη σε διάφορες επισκευές αυτού, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως εξοχική κατοικία όταν ερχόταν για διακοπές στο Καστελόριζο, από το έτος δε 1966 μέχρι το έτος 1997 ασκούσε σ' αυτό δι' αντιπροσώπων τις αναφερόμενες πράξεις νομής.
Ειδικότερα από το έτος 1966 ο Κ. Τ. είχε παραχωρήσει στον Γ. Κ., πατέρα του κυρίως παρεμβαίνοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, τη χρήση του επιδίκου, με την συμφωνία, αντί μισθώματος, να συντηρεί και να το φροντίζει με δικές του δαπάνες, δυνάμει δε της συμφωνίας αυτής, η οποία ανανεωνόταν δια των αντιπροσώπων του (Ν.
Γ. και καθ' ου η κύρια παρέμβαση και ήδη αναιερσιβλήτου), παρέμεινε στη χρήση του επιδίκου μέχρι την άσκηση της ένδικης από 2-11-1998 κυρίας παρέμβασης. Με το ... πληρεξούσιο του Διευθύνοντος το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην Αδελαίδα της Ν. Αυστραλίας ο Κ. Τ. διόρισε ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους του τον καθ'ου η παρέμβαση και τη σύζυγό του Χ.
Τ., η οποία το ίδιο έτος (1990) μετέβη στο Καστελόριζο και ανανέωσε την ανωτέρω συμφωνία με τον πατέρα του παρεμβαίνοντος. Το έτος 1995, με το ... πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Αδελαίδα διόρισε ειδικό πληρεξούσιο τον καθ'ου η παρέμβαση, ο οποίος, ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του και αφετέρου για λογαριασμό του πωλητή-Κ.
Τ., βάσει του ειδικού αυτού πληρεξουσίου, αγόρασε το επίδικο με το ... συμβόλαιο της πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Υπήρχε δε σύμβαση χρησιδανείου του επιδίκου από τον πατέρα του παρεμβαίνοντος, άνευ ανταλλάγματος, με την υποχρέωση μόνο να επιμελείται και να επισκευάζει το κτίσμα. Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1957 μέχρι το έτος 1997 ο δικαιοπάροχος του καθ'ου η παρέμβαση ουδέποτε έπαψε να ασκεί με διάνοια κυρίου πράξεις νομής επί του επιδίκου, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και δη με την επί χρόνο μείζονα της εικοσαετίας άσκηση με διάνοια κυρίου πράξεων νομής επ' αυτού, αλλά και παραγώγως δια της αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομιάς των γονέων του.
Για τον ίδιο λόγο δεν μετήχθη η κυριότητα του επιδίκου στον παρεμβαίνοντα με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής, με το οποίο φέρεται ότι απέκτησε αυτό από τη μητέρα του, αφού εκείνη η δικαιοπάροχός του δεν ήταν κυρία αυτού, ενόψει του ότι εκείνη μόνο διακατοχικές πράξεις ασκούσε με τη σύμβαση χρησιδανείου που είχε καταρτίσει εκείνη με τους αντιπροσώπους του Κ.
Τ. και όχι πράξεις νομής με διάνοια κυρίας. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την κρίση του περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβάσιμης της, επί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσης της κυριότητας ερειδομένης, κυρίας παρεμβάσεως του αναιρεσείοντος, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση , γιατί από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως και τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις που εφάρμοσε, είναι αναγκαία για την απόρριψη της κυρίας παρεμβάσεως.
Οι επικαλούμενες με τον 1ο,μέρος β', λόγο της αναιρέσεως αντιφάσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τις παραδοχές του Εφετείου: α) ότι την χρήση του επιδίκου από το έτος 1966 ο Κ. Τ. είχε παραχωρήσει στον Γ. Κ., πατέρα του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, " με τη συμφωνία αντί μισθώματος να συντηρεί και να το φροντίζει με δικές του δαπάνες", β) ότι " υφίστατο σύμβαση χρησιδανείου του επιδίκου από τον πατέρα του εκκαλούντος, άνευ ανταλλάγματος, με την υποχρέωση μόνο να επιμελείται και επισκευάζει το κτίσμα", και γ) ότι η δικαιοπάροχος του εκκαλούντος-μητέρα του, "δεν ήταν κυρία αυτού ενόψει του ότι εκείνη μόνο διακατοχικές πράξεις ασκούσε με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου που είχε καταρτίσει με τους αντιπρόσωπους του Κ.
Τ. και όχι πράξεις νομής με διάνοια κυρίας", ουσιαστικά δεν υφίστανται, αφού οι αντίστοιχες αιτιολογίες συνοψίζονται στο ότι οι γονείς του παρεμβαίνοντος κατείχαν μεν το επίδικο, όχι όμως με διάνοια κυρίου αλλά ως αντιπρόσωποι συγκεκριμένου νομέα και δυνάμει ενοχικής μεταξύ εκείνων και αυτού σύμβαση, που προσέδιδε σε εκείνους την κατοχή και χρήση του επιδίκου, και, επομένως, αυτές οι προβαλλόμενες αντιφάσεις δεν αφορούν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, δεν ασκούν επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο 1ος αυτός λόγος της αναιρέσεως και κατά το α' μέρος, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις πιο πάνω κρίσεις του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1192, 1193, 1199, 1813 και 1846, χωρίς να ήταν αναγκαία η παράθεση των διατάξεων αυτών στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως αβάσιμα αναφέρεται στον λόγο αυτό της αναιρέσεως.-
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε.
Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, προσέφυγε μεν στους παραπάνω κανόνες, με τη δοθείσα όμως ερμηνεία παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "δεχόμενο την ύπαρξη σύμβασης μισθώσεως διάρκειας τουλάχιστον 32 ετών χωρίς όμως την συνδρομή των στοιχείων της συμβάσεως μισθώσεως (ήτοι αντάλλαγμα), δηλαδή δεχόμενο την ύπαρξη κενού και ασάφειας, δεν αναζήτησε την αληθή βούληση των μερών, ούτε ερμήνευσε την σύμβαση αυτή όπως απαιτεί η καλή πίστη, ούτε έλαβε υπόψιν του τα συναλλακτικά ήθη, ως όφειλε και ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένο να πράξει".
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών που παραβιάστηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κανένα κενό ή αμφίβολο σημείο στη σύμβαση, ώστε να προσφύγει σε ερμηνευτικούς κανόνες.-
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση αυτή κατά τη δεύτερη από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ.) εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 3ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 4698/4-3-1976 πληρεξουσίου, δεχόμενο ότι περιεχομένη σ' αυτό εντολή αφορούσε ρητά το επίδικο ακίνητο, ενώ με αυτό δόθηκε εντολή στον πατέρα του καθ'ου η παρέμβαση να "διαχειρίζεται άπασαν την ακίνητο αυτού περιουσίαν", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν προσβάλλεται το διαφορετικό συμπέρασμα της αποφάσεως εκείνης.-
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό του προσδίδει ο νόμος, όπως δύναμη πλήρους απόδειξης με ή χωρίς δυνατότητα ανταπόδειξης, και όχι όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα. Συνακόλουθα ο 4ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη υπέρ του εκδότη στην από 16-8-1995 συστημένη επιστολή της Χ. συζ. Κ. Τ., είναι, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο, ως προς την άνω επιστολή, απλώς εξήρε την αποδεικτική βαρύτητα της, ως απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 204/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ