Supreme Court dismisses appeal on commercial agency fees, ruling evidence insufficient to prove new client acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding commercial agency fees. The appellant argued that the First Instance Court misinterpreted the burden of proof by requiring specific data on new clients, whereas the court held that proving a general increase in business volume from existing clients was sufficient. The court found the appellant's claim unsupported because the First Instance Court correctly applied the law by rejecting the demand for precise statistics on new clientele.
Legislator headnote
AI generatedArt. 338 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof in commercial agency disputes requires demonstrating a significant increase in business volume from existing clients, not necessarily a specific count of new clients, and the court must evaluate the evidence holistically rather than demanding granular data.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 650 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 650/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…..", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο - Παναγιώτη Λιάσκο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... - Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την από 22-12-2006 αγωγή στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, 4002/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Ναυτικών Διαφορών) και 782/2010 του Εφετείου Πειραιώς.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκαν οι υπ' αριθ.: 445/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως για αναίρεση της 782/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), 15/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Τακτική Ολομέλεια που απέρριψε τον παραπεμφθέντα δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης της εταιρείας "...
Α.Ν.Ε." κατά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 782/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και ανέπεμψε την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχτηκε με την παραπεμπτική απόφασή του και 1806/2014 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 782/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Πειραιώς, που θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, προκειμένου να κριθεί επί της ουσίας η υπόθεση κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 90/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η πορεία της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), έχει ως εξής: Με την από 22-12-2006 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη σύναψη της από 23-1-2002 σύμβασης με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της οποίας είχε αναλάβει την γενική αντιπροσώπευση αυτής στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου και την αποκλειστική πρακτόρευση των πλοίων της στη θαλάσσια γραμμή Πάτρας-Ιταλίας, για το διάστημα μέχρι 31-12-2005, ζήτησε να αναγνωρισθεί, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, ότι δικαιούται από την εναγομένη, ως αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρο 9παρ.1 του π.δ/τος 219/1991 το ποσό του 1.709.898,20 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στον ετήσιο μέσο όρο των προμηθειών της κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 4002/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που την απέρριψε ως αόριστη. Μετά από άσκηση από την ενάγουσα της από 22-12-2006 έφεσής της κατά της εν λόγω απόφασης, εκδόθηκε από το Εφετείο Πειραιώς, η 782/2010 απόφαση, η οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση πελατείας ,το ποσό των 800.000 ευρώ.
Κατά της άνω απόφαση, ασκήθηκε από την εναγομένη η από 17-2-2011 αίτηση αναίρεσης. Επ'αυτής, εκδόθηκαν από το παρόν Δικαστήριο: α)αρχικά η 445/2012 απόφαση, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια τον αναιρετικό από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγο, για εσφαλμένη αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 στην συνδέουσα τους διαδίκους σχέση της σύμβασης διαρκούς πρακτορείας, β)στη συνέχεια, η 15/2013 απόφαση σε Τακτική Ολομέλεια, με την οποία, κρίθηκε ότι είναι επιτρεπτή η αναλογική αυτή εφαρμογή και αφού απορρίφθηκε ο παραπεμφείς σ'αυτή λόγος, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο ΑΙ Τμήμα ,προκειμένου να κριθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και γ) στη συνέχεια, η 1806/2014 απόφαση του Α1 τμήματος.
Σύμφωνα και με την εν λόγω απόφαση, για να γεννηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991 αποζημίωση πελατείας, πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής νόμιμες προϋποθέσεις που ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ήτοι: α) η λύση της σύμβασης, β)η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ)η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Η ίδια εξάλλου απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνοντας επί των λοιπών λόγων της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, απέρριψε τον από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ λόγο για εσφαλμένη μη απόρριψη ως αόριστης της αγωγής, κρίνοντας, ότι "στην κρινόμενη αγωγή ναι μεν δεν κατονομάζονται στο δικόγραφο της ρητά οι νέοι πελάτες που εισέφερε η ενάγουσα στην επιχείρηση της εναγομένης τα έτη 2003 έως και 2005,ούτε και οι παλαιοί πελάτες των οποίων προήγαγε σημαντικά κατά τα ίδια έτη τις υποθέσεις με την εναγομένη, όμως η έλλειψη αυτή δεν καθιστά αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη την αγωγή, αφού ο ειδικότερος προσδιορισμός των πελατών αποτελεί θέμα απλής απόδειξης".
Στη συνέχεια, η ίδια απόφαση, ανήρεσε την 782/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στην ουσία της στο ίδιο Εφετείο, κατ'αποδοχή του από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ,αναιρετικού λόγου, κρίνοντας, ότι η ως άνω προσβληθείσα απόφαση "με ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώριση υπέρ της ενάγουσας αποζημίωσης πελατείας ποσού 800.000 ευρώ, αφού στήριξε την κρίση της στην ασαφή παραδοχή ότι μεγάλος αριθμός των συναλλασσόμενων με την εναγομένη πελατών εξακολούθησε και μετά τη λήξη της επίδικης σύμβασης να συναλλάσσεται μαζί της μέσω της εταιρείας "..." και να αποφέρει κέρδη σ'αυτή, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν πρόκειται για νέους ή παλαιούς πελάτες και να προσδιορίζονται ειδικότερα ονομαστικά ή έστω σε ποσοστιαία βάση οι νέοι πελάτες που εξακολούθησαν να συναλλάσσονται με την εναγομένη, ώστε σε συνάρτηση μ'αυτούς να προκύπτει το διατηρούμενο στην επιχείρηση της εναγομένης όφελος και αντίστοιχα η απώλεια των προμηθειών της ενάγουσας".
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ. ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ563/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε την υπόθεση, μετά την αναίρεσή της και την παραπομπή της με την ανωτέρω 1806/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη 90/2017 απόφασή του τα ακόλουθα: "Μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και της εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., καταρτίστηκε η από 23-1-2002 σύμβαση πρακτόρευσης.
Εκ τρίτου συμβαλλόμενη στην άνω σύμβαση κατέστη και η εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), για συγκεκριμένους όρους αυτής (με αριθμούς 9 και 10), καθ' ότι η άνω αλλοδαπή εταιρία είχε αναλάβει, δυνάμει του από 18-7-2001 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, την προώθηση των πωλήσεων και τη διαχείριση των ναύλων πέντε (5) πλοίων της εναγομένης, στις γραμμές εξωτερικού Ελλάδας - Ιταλίας.
Σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης, η ενάγουσα εταιρία ανελάμβανε την πρακτόρευση στο λιμάνι της Πάτρας, των πλοίων της εναγομένης, που αναγράφονται στους υπ'αρ. 1.2.1 και 1.2.2 όρους, καθώς και τη γενική αντιπροσώπευση της άνω διαχειρίστριας εταιρίας, αλλά και της εναγομένης στην Πελοπόννησο για τις γραμμές Πάτρα - Ανκόνα και Πάτρα - Βενετία, με την υποχρέωση να αντιπροσωπεύει μόνο τις άνω εταιρίες, απαγορευμένης της συνεργασίας της, με οποιαδήποτε μορφή, με άλλες ναυτιλιακές εταιρίες, ανταγωνίστριες της εναγομένης και να ενεργεί ό,τιδήποτε αναγκαίο για την εκπλήρωση της αναληφθείσας υποχρέωσής της για την εξυπηρέτηση των πλοίων.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 1.2.2002 μέχρι 31.12.2003, με δυνατότητα αυτοδίκαιης παράτασης μέχρι και την 31.12.2005. Η προμήθεια, που θα ελάμβανε η ενάγουσα ως αμοιβή, ορίστηκε σε ποσοστό 16% επί του ναύλου για τα εκδιδόμενα εισιτήρια επιβατών και IX οχημάτων, για δε τα εκδιδόμενα από συνεργαζόμενους με την ενάγουσα υποπράκτορες σε 3% και για τις εκδιδόμενες αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών οχημάτων σε ποσοστό 4%.
Με τον όρο 9.5 της σύμβασης καθορίστηκε ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της ως άνω από 18.7.2001 μεταξύ της εναγόμενης και της διαχειρίστριας εταιρίας σύμβασης διαχείρισης, η σύμβαση πρακτόρευσης θα εξακολουθούσε στο εξής να ισχύει μέχρι τη λήξη της, με τους αυτούς όρους, μεταξύ των διαδίκων, της διαχειρίστριας υποκαθισταμένης εξ ολοκλήρου από την εναγομένη.
Ακολούθως, με την από 29.11.2002 επιστολή της, η τελευταία γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι εξαγόρασε εξ ολοκλήρου τη διαχειρίστρια εταιρεία και ότι, από την 1.12.2002, ανελάμβανε τη διαχείριση των πλοίων της, με βάση δε την από 12.12.2003 τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων επανακαθορίστηκε η προμήθεια επί των εκδιδομένων από την ενάγουσα εισιτηρίων σε ποσοστό 14% και για τις αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών σε ποσοστό 3%, ενώ, κατά τα λοιπά, εξακολούθησαν να ισχύουν οι όροι της εν λόγω σύμβασης πρακτόρευσης, η οποία έληξε την 31.12.2005, μετά τη συμφωνηθείσα αυτοδίκαιη παράτασή της, όπως αποδεικνύεται από την από 21.9.2005 επιστολή της εναγομένης προς τους εκπροσώπους της ενάγουσας, με την οποία δήλωσε, ότι δεν επιθυμούσε την κατάρτιση νέων συμβάσεων με την ενάγουσα.
Κατά τη διάρκεια της σύμβασης η ενάγουσα κατά το πρώτο έτος της συνεργασίας της με την εναγομένη, ήτοι το έτος 2002 πραγματοποίησε για λογαριασμό της πωλήσεις ύψους 20.160.441,88 ευρώ, κατά το έτος 2003 αυτές ανήλθαν σε 22.468.652 ευρώ, κατά το έτος 2004 σε 24.711.295 ευρώ και, τέλος, κατά το έτος 2005 σε 23.133.775 ευρώ και οι αμοιβές που, αντίστοιχα, κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα ανήλθαν σε 1.136.552,78 €, 984.022,10 € και 954.489 €, γεγονότα που δεν αμφισβητούνται.
Μετά τη λήξη της σύμβασης, η εναγομένη κατήρτισε νέα σύμβαση πρακτόρευσης στο λιμάνι της Πάτρας με την ανώνυμη εταιρία "....", μέσω της οποίας συνέχισε να δραστηριοποιείται στην ίδια περιοχή. Η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, προσήλκυσε νέους πελάτες, που απέφεραν τα αντίστοιχα οφέλη και συγκεκριμένα κατά το έτος 2002.... ".Στη συνέχεια το Εφετείο αφού τους αναφέρει ονομαστικά, με το αντίστοιχο για καθένα όφελος, συνεχίζει "Δηλαδή, συνολικά 453.971,70 ευρώ.
Περαιτέρω, όσον αφορά στους ήδη υφιστάμενους πελάτες, σημειώθηκε αύξηση της αξίας κάποιων συναλλαγών, αλλά και μικρή μείωση ορισμένων κατά το έτος 2002 έναντι του έτους 2001, προσήλκυσε δε και νέους πελάτες και συγκεκριμένα έλαβε κατά τα έτη 2001 και 2002 αντίστοιχα τα εξής ποσά, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις χρεώσεων υποχρεών....".Στη συνέχεια και πάλι το Εφετείο, αφού αναφέρει ονομαστικά τους πελάτες και την αντίστοιχη ωφέλεια για καθένα, συνεχίζει "ήτοι, συνολικά, κατά το έτος 2001, που η εναγομένη συνεργαζόταν με την άνω αλλοδαπή εταιρία, την οποία ακολούθως εξαγόρασε εξ ολοκλήρου αυτή, που ανέλαβε έκτοτε (1.12.2002) τη διαχείριση των πλοίων της, όπως προελέχθη, η αξία των συναλλαγών είχε ανέλθει σε 16.701.833,68 και κατά το έτος 2002 σε 20.160.441,84 ευρώ, δηλαδή επήλθε αύξηση κατά 3.458.608,16 ευρώ.
Στην από 16.11.2007 βεβαίωση του λογιστή Α. Γ., που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα αναγράφεται ότι αυτή έλαβε από την εναγομένη κατά τη χρήση 2002 το ποσό των 115.999,78 €, κατά τη χρήση 2003 το ποσό των 124.611,51 €, κατά τη χρήση 2004 το ποσό των 128.506,24 € και κατά τη χρήση 2005 το μικρότερο ποσό των 121.336,62 €. Τα ποσά αυτά αποτελούν προμήθειες με βάση την αξία των συναλλαγών, που ανήλθαν κατά το έτος 2003 και 2004 σε 22.468.652 και 24.711.295 ευρώ, αντίστοιχα και κατά το έτος 2005 σε 23.133.775 ευρώ, όπως προπαρατίθεται.
Σημειώνεται ότι για τα επόμενα έτη 2003, 2004 και 2005 δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο τα ονόματα των πελατών, με τους οποίους συνεχίστηκε η συνεργασία τους με την εναγομένη, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αντίθετα, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κάποιοι πελάτες της ενάγουσας, που συναλλάχθηκαν με αυτήν κατά το έτος 2002, έπαψαν να συναλλάσσονται κατά το έτος 2005.
Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητεί η ενάγουσα, αλλά αιτιολογεί πως τούτο οφειλόταν στις συνθήκες και στη φυσική εξέλιξη του εμπορίου. Η αιτίαση αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί το μη αμφισβητούμενο γεγονός, ότι κατά τα δύο τελευταία έτη πριν τη λύση της σύμβασης οι συναλλαγές κυμάνθηκαν στα ίδια αλλά και σε κατά τι χαμηλότερα επίπεδα ετησίως, δηλαδή σε 24.711.295 ευρώ και σε 23.133.775 ευρώ, αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε.
Από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι εξακολούθησαν να συναλλάσσονται με την εναγομένη, μέσω της εταιρίας "....", όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα νέοι ή παλαιοί πελάτες αυτής και, κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι εξακολουθούσε η εναγομένη, μετά τη λήξη της σύμβασης να διατηρεί όφελος από την προηγηθείσα συνεργασία της με συγκεκριμένους πελάτες της εναγομένης, αφού η ενάγουσα, που φέρει το δικονομικό βάρος απόδειξης, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο σχετικό έγγραφο, ούτε προκύπτει τούτο από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ν.
Β. ούτε από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζει και επικαλείται αλλά ούτε και από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Η παραδοχή αυτή του Δικαστηρίου τούτου ενισχύεται, περαιτέρω και από τις από 21.11.2003 και από 26.4.2005 επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη, εκ των οποίων, με την μεν πρώτη δήλωσε δια των εκπροσώπων της ότι το λιμάνι της Πάτρας δεν είχε κίνηση και ότι επικρατούσε αβεβαιότητα στις συναλλαγές, που μεγιστοποιούσαν τον καθημερινό κίνδυνο επισφαλειών και ζήτησε για το λόγο αυτό, τη συμμετοχή της εναγομένης στις επισφάλειες, με την παράκληση συγχρόνως η νέα σύμβαση να είχε μικρότερη διάρκεια, με την δε δεύτερη ενημέρωσε για συσσώρευση μεγάλων ζημιών σε βάρος του Γραφείου της λόγω πτώχευσης της πελάτιδός της μεταφορικής εταιρίας "..." και έκανε και πάλι λόγο για "ανασφαλή" αγορά, χωρίς εγγυήσεις, με αναπόφευκτες επισφάλειες.
Δεν αναιρούνται δε τα ανωτέρω ούτε από τον προσκομιζόμενο με επίκληση ισολογισμό της επόμενης αντιπροσώπου εταιρίας "....", ούτε από τη βεβαίωση του Κ. Β., εκπροσώπου της εταιρίας ..." ναυτιλιακής πράκτορα της ανταγωνίστριας της εναγομένης εταιρίας, με την επωνυμία "..." στην Πάτρα, ο οποίος βεβαιώνει ότι κατά τη χρονική περίοδο 2005 - 2006 δεν υπήρξε αύξηση της πελατείας φορτηγών αυτοκινήτων στις γραμμές Πάτρα - Αγκώνα - Πάτρα και Πάτρα - Βενετία - Πάτρα, αφού εξάλλου κανένα από τα παραπάνω στοιχεία δεν συνδέεται με άλλα αποδεικτικά μέσα αναφορικά με τις συναλλαγές των ιδίων συγκεκριμένων πελατών.
Ούτε, εξάλλου, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης αποδεικνύεται το κρίσιμο τούτο γεγονός, αφού δεν προβαίνουν σε κάποια ακριβή παράθεση των αναγκαίων προς απόδειξη στοιχείων, ήτοι δεν προσδιορίζουν ειδικότερα ονομαστικά ή σε ποσοστιαία, έστω, βάση τους νέους πελάτες, που συνέχισαν να συναλλάσσονται με την εναγομένη, ώστε σε συνάρτηση με αυτούς να καταστούν φανερά τα διατηρούμενα ουσιαστικά οφέλη στην επιχείρηση της εναγομένης και η αντίστοιχη απώλεια της ενάγουσας.
Η αναγκαιότητα της απόδειξης των εν λόγω στοιχείων δεν απορρέει από τη μη δεσμευτική εισήγηση του Εισηγητή στην απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως εσφαλμένα διατείνεται η ενάγουσα, αλλά από την ορθή εφαρμογή της οικείας δικονομικής διάταξης (338 παρ. 1 ΚΠολΔ) για το βάρος απόδειξης. Τέλος, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι την πελατεία, από την οποία εξακολουθεί να ωφελείται η εναγομένη μέσω της νέας πράκτορος, δεν διαμόρφωσε κατά την περίοδο της ένδικης σύμβασης, αλλά προ πολλού, επικαλούμενη προς τούτο ότι ατύπως συνεργαζόταν, με την εναγομένη από της ιδρύσεώς της κατά το έτος 1981 και δε μπορεί έτσι να γίνει λόγος για νέους και παλαιούς πελάτες, στον οποίο ισχυρισμό η εναγομένη αντιτάσσει ότι η διαμόρφωση της πελατείας αυτής οφείλεται κυρίως στη συμβολή του αποβιώσαντος εκπροσώπου της Π.
Σ., δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, διότι αποτελεί γεγονός, το οποίο δεν εμπίπτει στο χρονικό διάστημα λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, το οποίο και μόνο ενδιαφέρει υπό τη δεδομένη νομική βάση του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991. Ενόψει των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, που απαιτούνται, ...
για τη θεμελίωση του δικαιώματος αποζημίωσης πελατείας της ενάγουσας, μετά τη λύση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και δη, ούτε εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από την ενάγουσα - αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, ούτε και διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για την αντιπροσωπευόμενη - εναγομένη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την προαναφερθείσα έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή της ως αόριστη, στην συνέχεια, την απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη.
Με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991.Ειδικότερα,η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή, σύμφωνα με την οποία "ούτε, εξάλλου, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης αποδεικνύεται το κρίσιμο τούτο γεγονός αφού δεν προβαίνουν σε κάποια ακριβή παράθεση των αναγκαίων προς απόδειξη στοιχείων, ήτοι δεν προσδιορίζουν ειδικότερα ονομαστικά η σε ποσοστιαία, έστω, βάση τους νέους πελάτες, που συνέχισαν να συναλλάσσονται με την εναγομένη, ώστε σε συνάρτηση με αυτούς να καταστούν φανερά τα διατηρούμενα ουσιαστικά οφέλη στην επιχείρηση της εναγομένης και η αντίστοιχη απώλεια της ενάγουσας.
Η αναγκαιότητα της απόδειξης των εν λόγω στοιχείων δεν απορρέει από τη μη δεσμευτική εισήγηση του Εισηγητή στην απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά από την ορθή εφαρμογή της οικείας δικονομικής διάταξης (αρθρ.338 παρ.1ΚΠολΔ) για το βάρος απόδειξης", ψευδώς ερμήνευσε την ανωτέρω διάταξη, διότι απαίτησε για την εφαρμογή της ονομαστική ή έστω κατά ποσοστό αναφορά των νέων πελατών που συνέχισαν να συναλλάσσονται με την αναιρεσίβλητη, ενώ κατ'ορθή ερμηνεία αυτής, αρκεί να προέρχεται η ωφέλεια και από τους ήδη υπάρχοντες πελάτες, αλλά και διότι, σε κάθε περίπτωση δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης ο προσδιορισμός ονομαστικά ή έστω κατά ποσοστό των νέων πελατών ή των παλαιών, των οποίων οι υποθέσεις αναβαθμίστηκαν σημαντικά με τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου.
Ο λόγος είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, αφού η επιλεκτικώς αναφερόμενη από την αναιρεσείουσα περικοπή της απόφασης, δεν αποτελεί παραδοχή, αλλά κρίση της, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων στο πλαίσιο της αιτιολογίας του αποδεικτικού της πορίσματος. Επισημαίνεται δε, ότι η απόφαση 1806/2014 του παρόντος Δικαστηρίου, που είχε παραπέμψει την υπόθεση στο Εφετείο, μετά την αναίρεση της προηγούμενης απόφασής του, εντόπισε την ελλιπή αιτιολογία αυτής στην μη διευκρίνιση αν πρόκειται για παλαιούς ή νέους πελάτες και στον μη προσδιορισμό ονομαστικά ή έστω σε ποσοστιαία βάση των νέων πελατών που εξακολουθούσαν να συναλλάσσονται με την αναιρεσίβλητη.
Αντίθετα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη, απορρίπτοντας την αιτούμενη βάσει αυτής αποζημίωση πελατείας, μη αρκούμενο μόνο στην μη απόδειξη εισφοράς νέων πελατών, αλλά, στο ότι, όπως αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε, δεν αποδείχθηκαν οι σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις για την επιδίκαση αυτής, αφενός μεν της κατά τη διάρκεια της σύμβασης των διαδίκων εισφοράς νέων πελατών ή της σημαντικής προαγωγής από την αναιρεσείουσα των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης από τους ήδη υπάρχοντες πελάτες ,αφετέρου δε, της διατήρησης και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για την τελευταία από τους πελάτες αυτούς.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2017 αίτηση της υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "….." για αναίρεση της 90/2017 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ