Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendants and substantive grounds for evidence sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction accident. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and admit facts without proof, while the defendants did not appear in court. The court ruled that the Second Instance Court had correctly considered all relevant witness testimonies and documents, thereby validating its factual findings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's costs were ordered to be paid to the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §2, 568 §1, 498 §1, 575, 226 §4, 559 §10 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must ex officio verify if absent defendants were properly summoned, and an appeal based on the lower court accepting unproven factual assertions without evidence is inadmissible if the lower court explicitly relied on witness testimonies and submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 650 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 650/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α., ατομικά και ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της α) Σ. και β) Ε. Α., 2) Γ. Α. του Ε., 3) Ε. Α. του Ι., 4) Κ. Α., 5) Σ. συζύγου Κ. Α., κατοίκων ... και 6) Γ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14552/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 17-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του .Από το συνδυασμό, εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδ.α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως, ή είχε παραστεί νομίμως κατ’ αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις .../29-9-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Μ. Π., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία αυτού, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 14 Δεκεμβρίου 2015, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, αναβλήθηκε, απόντων των τελευταίων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (28-11-2016). Επομένως, αφού κατά την δικάσιμο αυτή, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Οταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλήφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου, ενώ για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1398/2015, 938/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.7, 7 παρ.3 και 4 του ν.1396/1983 και 64 του π.δ/τος 1073/1981, προκύπτει, ότι ο μηχανικός που επιβλέπει την εκτέλεση του έργου της ανέγερσης οικοδομής, ήτοι εκείνος που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, έχει υποχρέωση πέραν των άλλων, να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης των μέτρων ασφαλείας και να δίνει τις σχετικές οδηγίες, ενώ σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων, να δίνει οδηγίες και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται, μεταξύ άλλων και για την ασφαλή λειτουργία και έλεγχο των ανυψωτικών μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται στις οικοδομικές εργασίες (ΑΠ260/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία (ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με το με αριθμ. .../98 συμβόλαιο εργολαβίας - προσύμφωνο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβ/φου Θεσ/νίκης Α. Φ., όπως τροποποιήθηκε με τη με αριθμ. .../99 πράξη της αυτής ως άνω συμ/φου, η πρώτη εναγόμενη, Δ.
Λ. του Η., (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ανέλαβε την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής αποτελούμενη από υπόγειο, εν μέρει ισόγειο κατάστημα και εν μέρει από ισόγειο υπόστυλου ακάλυπτου χώρου πυλωτής, ημιόροφο, έξι ορόφους και δώμα, με ίδιες δαπάνες, επιμέλεια και ευθύνη, της αντιπαροχής, στο οικόπεδο, εμβαδού 1.592,77 τ.μ., "Ι.
Ζ. ΑΕ" και Ρ. Ζ., των οδών .... Η πρώτη εναγόμενη στην εκτέλεση του έργου συνεπικουρείτο από τον δεύτερο εναγόμενο, Η. Κ. του Σ., πατέρα της, εργολάβο οικοδομών (επίσης μη διάδικο στην παρούσα δίκη). Την επίβλεψη της οικοδομής αυτής, τη μελέτη λήψης μέτρων ασφάλειας, τη παροχή οδηγιών και εφαρμογή αυτών, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης, ανέθεσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι στον τέταρτο εναγόμενο, (ήδη αναιρεσείοντα) πολιτικό μηχανικό που ήταν και μελετητής του έργου.
Μεταξύ άλλων, ο τέταρτος εναγόμενος κατάρτισε το σχέδιο ασφάλειας και υγείας της οικοδομής καθώς και τον προβλεπόμενο από τις διατάξεις του π.δ/τος 305/1996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.1396/1983, φάκελο ασφάλειας και υγείας (Φ.Α.Υ.). Στον φάκελο αυτό, και με υπότιτλο συσκευές ανύψωσης, μεταξύ άλλων, προβλέφθηκε ότι κάθε συσκευή ή εξάρτημα ανύψωσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστατικών τους στοιχείων, των συνδέσμων των αγκυρώσεων και των στηριγμάτων τους πρέπει:
α. να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται σωστά β. να εγκαθίστανται και να χρησιμοποιούνται σωστά, γ. να συντηρούνται σε καλή κατάσταση λειτουργίας, δ. να παρακολουθούνται και να υποβάλλονται σε περιοδικές δοκιμές και ελέγχους, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ε. να χρησιμοποιούνται από εργαζόμενους που έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα....
Η οικοδομή ήταν μεγάλη, με τριάντα δύο (32), περίπου, διαμερίσματα, οι εργασίες της προχωρούσαν, ενώ γίνονταν και πωλήσεις αυτοτελών ιδιοκτησιών που περιέρχονταν στην πρώτη εναγόμενη ως εργολαβική της αμοιβή. Έτσι, ο Γ. Φ. του Ι., με το με αριθμ....16.11.1999 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κύριος ενός διαμερίσματος, καθαρού και μικτού εμβαδού αντίστοιχα 60,28 τ.μ.
και 71,44 τ.μ., του τρίτου ορόφου αυτής, βρισκόμενο στο στάδιο της ανέγερσης και με υποχρέωση αποπεράτωσης, με ίδιες δαπάνες και ευθύνη της εργολάβου του έργου. Κατά τις διαπραγματεύσεις πώλησης του διαμερίσματος, ο δεύτερος εναγόμενος, εκπροσωπώντας και την πρώτη εναγόμενη, υποσχέθηκαν στον προαναφερθέντα αγοραστή να αναθέσουν την επίστρωση των πλακιδίων της οικοδομής στον εξάδελφο του αγοραστή, Ε.
Α., οικογενειάρχη, που παλινόστησε από τη Γεωργία, και απασχολούμενο στην ημεδαπή ως υπεργολάβος πλακιδίων σε οικοδομές. Εν τω μεταξύ, οι εργασίες της οικοδομής προχωρούσαν, αποσύρθηκαν οι σκαλωσιές, τοποθετήθηκαν τα κάγκελα, και υπήρχαν δύο ανυψωτήρες, από τους οποίους ο ένδικος ανήκε στους δύο πρώτους εναγόμενους και χρησιμοποιούνταν από όλα τα συνεργεία της οικοδομής......
Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εγκατέστησαν το ένδικο ανυψωτικό μηχάνημα (αναβατόριο) για τη μεταφορά των οικοδομικών υλικών στους πάνω από το ισόγειο ορόφους της οικοδομής, προοριζόμενο για όλα τα συνεργεία και απασχολούμενους στην οικοδομή. Το σύμπλεγμα αυτό αποτελούνταν από ένα κάδο που κινείτο ανάμεσα σε δύο κάθετες σιδηροτροχιές, με συρματόσχοινο, το οποίο όταν μαζεύεται ανεβαίνει αργά, πάνω στο συρματόσχοινο υπάρχουν χρωματιστά σημάδια, διαφορετικά για κάθε όροφο, π.χ.
πορτοκαλί για τον πρώτο όροφο, κόκκινο για το δεύτερο όροφο κ.λ.π.. Το ηλεκτροκίνητο χειριστήριο του ήταν τοποθετημένο μέσα στο ισόγειο της οικοδομής, προκειμένου οι κάθετες ράγες να εφάπτονται με το μπαλκόνι κάθε ορόφου, όπου και διακόπτονταν η συνέχεια των κάγκελων, για να ξεφορτώνεται ό κάδος. Ο χειριστής, όμως, δεν είχε οπτική επαφή με τον ανερχόμενο κάδο ούτε με τον εργαζόμενο που ανέμενε τον κάδο στον εξώστη προορισμού.
Ως οδηγό για εξυπηρέτηση κάθε ορόφου ο χειριστής είχε τα χρωματιστά κορδόνια, που ήταν δεμένα στο συρματόσκοινο. Αυτά, όμως, τα σημάδια υφίστανται μετακίνηση και, έτσι, δεν χρησίμευαν ως ασφαλής οδηγός για τον χειριστή, ενώ το όλο σύμπλεγμα, λόγω της εκτεταμένης χρήσης του, απ’ όλα τα συνεργεία της οικοδομής, παρουσίαζε έλλειψης σταθερότητας και ασφάλειας....Ειδικότερα, κατά τη συμφωνία τους, ο Ε.
Α. θα εκτελούσε τις εργασίες με υλικά, πλακίδια, άμμος, τσιμέντο κ.λ.π. των δύο πρώτων εναγόμενων, από τους οποίους και θα πληρώνονταν, ενώ θα χρησιμοποιούσε και τα εργαλεία της εργολαβίας, όπως μπετονιέρα και ανυψωτήρα υλικών, εξυπηρετούμενος στη χρήση του εργολαβικού ανυψωτήρα από τον εναγόμενο Α. Κ. του Ν., και ήδη μη διάδικο στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη (ούτε και στην παρούσα δίκη), ο οποίος, επίσης, κατάγονταν από τη Γεωργία, ο οποίος είχε προστηθεί από τον τρίτο εναγόμενο, Δ.
Κ., ως εργαζόμενος στο συνεργείο του, αλλά και σε απευθείας ευκαιριακή σχέση με τους δύο πρώτους εναγόμενους, εξυπηρετώντας αυτούς, σε διευκολύνσεις τους στην οικοδομή, χωρίς την παροχή άμεσης υλικής αμοιβής....To πρωϊ της 30.3.2000, ο Ε. Α. προσήλθε στο χώρο της οικοδομής, φέροντας μερικά δικά του εργαλεία, όπως μυστρί, καροτσάκι για τη μετακίνηση των υλικών στον αυτό επίπεδο ορόφου, κ.λ.π., για να συνεχίσει τις εργασίες επίστρωσης πλακιδίων, συνεπικουρούμενος από τον πατέρα του ανωτέρω αγοραστή.
Ο Ε. Α. τα διάφορα υλικά που χρησιμοποίησε ανέβασε στον τρίτο όροφο με τον εργολαβικό ανυψωτήρα, τον οποίο χειρίστηκε ο Α. Κ.. Συγκεκριμένα, όπως και τις προηγούμενες μέρες, στις 30.3.2000, ο Ε. Α., κατέβαινε στον ισόγειο χώρο τοποθετούσε ο ίδιος τα υλικά μέσα στον κάδο, και ανέβαινε στον τρίτο όροφο για την παραλαβή τους, ενώ τον ανυψωτήρα χειρίζονταν, μόνος, ο Α.
Κ.. Έχοντας ανεβάσει, με τον τρόπο αυτό, υλικά την αυτή ημέρα, τρεις φορές, περί ώρα 14.00, ο Ε. Α. αφού γέμισε, και πάλι, τον κάδο με υλικά άμμου, ασβέστη και τσιμέντου, ανέβηκε στον τρίτο όροφο και ανέμενε τον κάδο του ανυψωτήρα, ενώ το μηχανισμό του χειρίζονταν, μόνος, ο Α. Κ. Προκειμένου να ανεβούν τα υλικά στον τρίτο όροφο ο τελευταίος έστειλε τον κάδο του ανυψωτήρα στον τρίτο όροφο, πλην όμως, ο κάδος δεν είχε ανέβει αρκετά για να μπορέσει ο Ε.
Α. να τον αδειάσει. Ο τελευταίος πέρασε το κεφάλι του ανάμεσα από τις κάθετες σιδηροτροχιές του ανυψωτήρα, που απέχουν μεταξύ τους 0,90 εκ., στηριζόμενος με το αντίστοιχο χέρι σε καθεμία απ’ αυτές, και κάτω από την οριζόντια σιδερένια τραβέρσα στήριξης των σιδηρητροχιών, που βρίσκεται σε ύψος 1,60 μ. από το δάπεδο του τρίτου εξώστη, φώναξε στον ανωτέρω χειριστή να ανεβάσει τον κάδο λίγο παραπάνω.
Ο χειριστής αυτός, μη έχοντας οπτική επαφή με τον ανερχόμενο κάδο ούτε με τον αναμένοντα τον κάδο Ε. Α., ανέβασε τον κάδο λίγο περισσότερο, όχι μόνο 0,30 εκ., όπως απαιτούνταν, αλλά περισσότερο από 0,70 εκ. με αποτέλεσμα να σφηνώσει το κεφάλι του Ε. Α. ανάμεσα στον κάδο και στην οριζόντια τραβέρσα και να υποστεί συντριβή της κεφαλής με απόσπαση των βρεγματικών οστών και ολική έξοδο του εγκεφάλου και της παρεγκεφαλίδος, ενώ το σώμα του έπεσε από τον τρίτο όροφο στο κενό και, συνεπεία των βαρύτατων αυτών κακώσεων που υπέστη αυτός, επήλθε ο θάνατος του.
Ο θάνατος του Ε. Α. οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια......, του τέταρτου των εναγόμενων, κατά ποσοστό 70% και του παθόντος κατά ποσοστό 30%.
Ειδικότερα,...... ο τέταρτος εναγόμενος ως επιβλέπων μηχανικός - μελετητής, αν και είχε συντάξει γενικά μέτρα ασφαλείας για τα ανυψωτικά μηχανήματα, και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 1396/1983, δεν έδωσε στους δύο πρώτους εναγόμενους τις οδηγίες για την ασφαλή κατασκευή του άνω ανυψωτικού μηχανήματος, δεν έδωσε στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο των εναγόμενων καθώς και στον εργαζόμενο Α.
Κ., προστηθέντα τόσο από τον τρίτο εναγόμενο με σχέση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όσο και από τους δύο πρώτους εναγόμενους, και με απευθείας ευκαιριακή σχέση, τις οδηγίες για την ασφαλή λειτουργία του αυτού ανυψωτικού μηχανήματος, αλλά ούτε επέβλεψε την εφαρμογή των εκπονηθέντων μέτρων ασφάλειας από τους προαναφερθέντες.
Έτσι, ..... και ο τέταρτος εναγόμενος, ως επιβλέπων μηχανικός, επέτρεψαν τη μη ασφαλή λειτουργία του αναβατορίου, αφού δεν μερίμνησαν για την παρουσία έμπειρου ατόμου, που να επιβλέπει τη λειτουργία του και να δίνει τις κατάλληλες οδηγίες στο χειριστή, Α. Κ., ενώ τα χρωματιστά κορδελάκια αντικειμενικά δεν ήταν ασφαλής οδηγός για τον χειριστή, λόγω της μετακίνησης των σημείων αυτών από την πολλαπλή χρήση του μηχανήματος.
Έτσι, οι.....και τέταρτος εναγόμενοι δημιούργησαν και διατήρησαν πηγή κινδύνου για τους εργαζόμενους και αυταποσχολουμένους στον εργοταξιακό χώρο, κατά παράβαση και των διατάξεων του άρθρου 64 του π.δ/τος 1073/1981, με τον οποίο προβλέπονταν για την ασφαλή λειτουργία του ανυψωτικού μηχανήματος υποχρέωση τους να μεριμνούν ώστε, ο χειριστής, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του μηχανήματος, να βρίσκεται σε θέση από την οποία να έχει πλήρη ορατότητα και εποπτεία του συμπλέγματος του μηχανήματος και της όλης διαδρομής του κατά την ανύψωση του κάδου, καθώς και να μην εκτελείται ανύψωση σε σημεία μη ορατά από τον χειριστή εκτός μόνον αν στις επισφαλείς θέσεις υπάρχει έμπειρο πρόσωπο για να κατευθύνει με σήματα τους χειρισμούς, παρέλειψαν, κατά παράβαση των πιο πάνω υποχρεώσεων τους, να λάβουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να αποτρέψουν τη χρησιμοποίηση και τον χειρισμό του ανυψωτικού εργολαβικού μηχανήματος που υπήρχε στην οικοδομή, κατά τρόπο αντικανονικό και μη επιτρεπόμενο, όπως αναλύεται παραπάνω.
Ο προαναφερθείς προστηθείς από τους τρεις πρώτους εναγόμενος Α. Κ. δεν χειρίστηκε με την επιβαλλόμενη από τις συνθήκες επιμέλεια τον ανυψωτήρα, αν και όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει έχοντας σχετική εμπειρία στις οικοδομικές εργασίες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήγαγε ο προαναφερθείς χειρισμός του.
Ειδικότερα, ο προστηθείς, κατά τα άνω, Α. Κ., από απερισκεψία, χειρίστηκε μόνος το ανυψωτικό μηχάνημα, χωρίς να έχει οπτική επαφή ούτε με τον θανόντα ούτε με το ανεβατόριο ούτε με τη διαδρομή που αυτό εκτελούσε, και χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή τρίτου προσώπου, που θα τον κατηύθυνε με σήματα στο χειρισμό του μηχανήματος, χειρίστηκε μόνος το αναβατόρι, και επιχείρησε να ισοσταθμίσει τον κάδο του με το επίπεδο του τρίτου ορόφου, όπου βρίσκονταν ο θανών, χωρίς προηγουμένως να διαπιστώσει την ακριβή θέση του κάδου και του θανόντος.
Επειδή ο ίδιος δεν είχε πλήρη ορατότητα της κατάστασης, θα μπορούσε να πετύχει αυτό με τη συνδρομή τρίτου ατόμου, το οποίο βρισκόμενο σε θέση από την οποία να έχει πλήρη ορατότητα και εποπτεία της εκκίνησης και της όλης διαδρομής του κάδου κατά την ανύψωση του, θα κατηύθυνε αυτόν επιτυχώς. Αν συνέβαινε αυτό, είναι βέβαιο ότι το ατύχημα θα είχε αποτραπεί, αφού ο τρίτος θα του υποδείκνυε την επικίνδυνη θέση που είχε λάβει ο θανών, και δεν θα επιχειρούσε τη μετακίνηση του φορτίου, όσο χρόνο ο παθών βρίσκονταν μέσα στο πεδίο των σιδηροτροχών του αναβατορίου....ενώ....και τέταρτος εναγόμενος δεν έδωσαν τις οδηγίες μη χρήσης του ανυψωτήρα χωρίς συνδρομή τρίτου προσώπου, που θα κατηύθυνε το χειριστή με σήματα για τη θέση του κάδου και του αναμένοντα αυτόν, ενώ οι προαναφερθέντες δεν ήλεγχαν τα χρωματιστά κορδόνια, τα οποία μπορούσαν να μετακινηθούν, ούτε έδωσαν οδηγίες στον Α.
Κ. για τον έλεγχο αυτών. Αβάσιμα οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων, αμέσως μετά το ατύχημα ισχυρίστηκαν ότι ο Ε. Α. προσλήφθηκε από τον Γ. Φ. για την τοποθέτηση των πλακιδίων του διαμερίσματος του, ότι δήθεν αυθαίρετα εισέρχονταν στο εργοτάξιο, κυρίως, τα απογεύματα, μπαίνοντας από το υπόγειο, για να μην το δει κανένας, ότι δήθεν ήταν "παρείσακτος" στην οικοδομή, ότι δήθεν δεν χρησιμοποιούσε υλικά και εργαλεία της εργολαβίας, ότι δήθεν απαγορεύτηκε, γενικώς αλλά και ειδικώς, δια του τρίτου εναγόμενου, στον παθόντα η χρήση του ένδικου ανυψωτικού μηχανήματος....Ο Δ.
Κ. δεν απαγόρευσε τη χρήση του ανυψωτικού μηχανήματος και των εργολαβικών υλικών στον παθόντα, αλλά ζήτησε απ’ αυτόν να τελειώσει γρήγορα το έργο τοποθέτησης των πλακιδίων και να απομακρυνθεί από την οικοδομή....Αβάσιμα οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων ισχυρίστηκαν ότι ο παθών και ο Α.
Κ. ανέμεναν την απομάκρυνση από το ένδικο σημείο του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και του υπεύθυνου του συνεργείου για τη χρήση του αναβατορίου. Καταρχήν στο εργοτάξιο της οικοδομής αν και την ημέρα εκείνη εργάζονταν είκοσι (20), περίπου, άτομα δεν υπήρχε συνεχής παρουσία διεύθυνσης του έργου από τους εργολάβους ή μηχανικό αλλά ούτε και από αντιπρόσωπο αυτών.
Την ιδιότητα αυτήν όψιμα αποδίδουν στον Χ. Π., ο οποίος ήταν συνταξιούχος του Ο.Τ.Ε. και είχε οριστεί από τον δεύτερο εναγόμενο υπεύθυνος για την φύλαξη και προστασία της αντλίας νερού της οικοδομής, δεν χειρίζονταν, γενικώς, το αναβατόριο, δεν ήταν εντεταλμένος να δίνει οδηγίες για το χειρισμό του ούτε ήταν επιβλέπων στη χρήση του μηχανήματος, ούτε ήταν γενικά επιστάτης της οικοδομής, που επέτρεπε ή μη τη χρήση ή μη μηχανημάτων του εργοταξίου.
Την έλλειψη οργάνωσης στο συγκεκριμένο εργοτάξιο, τη μη συνεχή παρουσία των εργολάβων ή εκπροσώπου του, και την ταυτόχρονη έλλειψη συντονιστή των διάφορων συνεργείων, όπως επίστρωσης πλακιδίων από το συνεργείο του υπεργολάβου Δ. Κ. και από τον αυτοαπασχολούμενο παθόντα, και των συνεργείων επιχρισμάτων και ελαιοχρωματισμού που εργάζονταν την άνω ημέρα του ατυχήματος, επισήμανε και η Τεχνικός Επιθεωρήτρια Εργασίας Μ.
Δ., στην από 14.4.2000 έκθεσή της.....Έτσι, ο Ε. Α. ανέβαζε τα υλικά με το αναβατόριο με χειριστή τον Α. Κ.. Ο τρόπος αυτός μεταφοράς ήταν ο μοναδικός για να φθάσουν τα πλακίδια και τα υλικά από το ισόγειο στον τρίτο όροφο, όπου εργάζονταν ο θανών και γι’ αυτό την τρίτη ημέρα είχε απομείνει έργο λίγων μέτρων στο μπάνιο του διαμερίσματος, ενώ αν μετέφερε αυτοδυνάμως ίδιος, τα πλακίδια και τα υλικά, τότε δεν θα είχε προλάβει να επιστρώσει σχεδόν ολόκληρο το διαμέρισμα σε τρεις (3) ημέρες, αφού δεν θα είχε το σθένος και την αντοχή να εργαστεί, διότι πρόκειται για βαριά υλικά.
Όλες οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις.....και τέταρτου των εναγόμενων, οι οποίοι δεν προέβλεψαν το επελθόν αποτέλεσμα, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το οποίο δεν θα συνέβαινε, με βεβαιότητα, αν είχαν ενεργήσει προσηκόντως, όπως αναλύεται ανωτέρω....Επομένως,....και ο τέταρτος των εναγόμενων υπέχουν υποκειμενική ευθύνη, όπως αναλύεται παραπάνω, με την διατήρηση της παραπάνω πηγής κινδύνου στο εργοτάξιο, η οποία χρησιμοποιούνταν στα πλαίσια κατασκευής του έργου απ’ όλους τα συνεργεία, τους εργάτες και αυτοαπασχολούμενους στην οικοδομή,....Ο Α.
Κ. δεν παραβίασε δοθείσες σ’ αυτόν εντολές, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι λοιποί εναγόμενοι.... Μετά το ατύχημα, όμως, σημειώθηκε σύμπνοια των εργολάβων, υπεργολάβου, πολιτικού μηχανικού, εργαζόμενων στο εργοτάξιο, προκειμένου να αποδώσουν στον θανόντα αποκλειστική ευθύνη για το ένδικο ατύχημα, και σε κάθε περίπτωση επιδιώκοντας τον αποκλεισμό της υποχρέωσης αποζημίωσης των εφεσίβλητων και στην περίπτωση συνυπαιτιότητας του θανόντος.
Τέτοιος, όμως, αποκλεισμός της αστικής ευθύνης αντιβαίνει στους κανόνες της καλής πίστης που επιβάλουν την αποφυγή δημιουργίας και διατήρησης πηγών κινδύνου σε εργοταξιακούς χώρους....Ο παθών δεν συναίνεσε, ούτε σιωπηρά, στην αυτοαπασχόλησή του σε εργασιακό περιβάλλον κινδύνου, γεγονός που θα αντέβαινε και στις αρχές των χρηστών ηθών, που διέπουν και τους κανόνες του ανταγωνισμού.
Επομένως, η προταθείσα από τους και τέταρτο των εναγόμενων ένσταση της συνυπαιτιότητας του παθόντος, αναβιβαζόμενη και στην πλήρη απαλλαγή τους, βάλουσα τόσο κατά της υποκειμενικής όσο και της αντικειμενικής τους ευθύνης, που τελεί σε πλήρη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν απ’ αυτήν αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψαν, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά το σκέλος αυτής με το οποίο ζητείται πλήρης απαλλαγή και να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, και να οριστεί, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες του ατυχήματος, και την βαρύτητα των πταισμάτων των ενεχόμενων εναγόμενων, του προστηθέντος, και του θανόντος, την αντικειμενική συμβολή των μερών στην παραγωγή και στην έκταση της ζημίας, τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντυλήψεις και γενικότερα της αρχής της καλής πίστης και των χρηστών ηθών στο προαναφερθέν ποσοστό των 30%.
Σημειώνεται ότι με τη με αριθμ. 1218/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, κατ’ έφεση, κηρύχθηκε αθώος ο τέταρτος της αποδιδόμενης σ’ αυτούς ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του ανωτέρω θανόντος...". Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο, κατ’ αποδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των τελευταίων και υποχρέωσε και τον αναιρεσείοντα να καταβάλει 30.000 ευρώ στην πρώτη, 25.000 ευρώ σε καθένα από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο, 12.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη και έκτο και 3.000 ευρώ σε καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη αυτών, με το νόμιμο τόκο, ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914,928,330βΑΚ,σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες του νόμου 1396/1983 και του π.δ/τος 1073/1981, εφόσον η παράλειψη του αναιρεσείοντος στην επίβλεψη της τήρησης των εκπονηθέντων (από τον ίδιο) μέτρων ασφαλείας κατά τη λειτουργία του ανυψωτικού μηχανήματος, που αποτελούσε μια πηγή κινδύνου για τους εργαζόμενους και αυτοαπασχολούμενους στο εργοτάξιο, όπως και η παράλειψη του να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για την ασφαλή κατασκευή και λειτουργία του, δοθέντος ότι ο τρόπος που αυτό λειτουργούσε δεν ήταν ασφαλής για τον χρήστη, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, αποτελούσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη αιτία για την από αμέλεια αυτού πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του εργαζόμενου παθόντος.
Επισημαίνεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα της αμέλειας του αναιρεσείοντος στην παράλειψη του να παρίσταται αυτοπροσώπως συνεχώς κατά την διάρκεια της εργασίας του παθόντος. Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης του, για πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ,με τον οποίο αποδίδει εσφαλμένη "μη εφαρμογή" των πιο πάνω διατάξεων ,διότι κατά τους ισχυρισμούς του τήρησε όλα τα προβλεπόμενα απ’ αυτές μέτρα ασφάλειας, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον κατ’ επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, με βάση τις άνω παραδοχές είναι απαράδεκτος και ο όγδοος λόγος της ένδικης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλείται πλημμέλεια από την ίδια διάταξη (559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), λόγω εσφαλμένης, κατ’ αυτόν, εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία έγκειται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε την ανυπαρξία οιασδήποτε δικής του αμέλειας στην επέλευση του ατυχήματος.
Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αμέλειας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του παθόντος κατά την διάρκεια της μη απαγορευθείσας σ’ αυτόν χρήσης του αναβατορίου, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μή εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Δεν δημιουργείται αντίφαση από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση περί "διατήρησης πηγής κινδύνου" και στοιχειοθέτησης ευθύνης του αναιρεσείοντος λόγω παράλειψης να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για την ασφαλή κατασκευή και λειτουργία του ανυψωτικού μηχανήματος, αφού είναι σαφές το πόρισμα του Δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων παρά την ύπαρξη του ανυψωτικού μηχανήματος στο χώρο εργασίας, το οποίο αποτελούσε μία πηγή κινδύνου, από αμέλεια του, δεν έδωσε, όπως όφειλε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις (του ν.1396/1983 και π.δ/τος 1073/1981), αλλά και το γενικότερο πνεύμα δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, τις κατάλληλες οδηγίες, τόσο για την ασφαλή κατασκευή, όσο και κυρίως για την ασφαλή λειτουργία αυτού τις οποίες και επαρκώς εξειδικεύει, ενώ δεν επέβλεπε και την τήρηση αυτών.
Επομένως όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αίτησης για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Η ειδικότερη αιτίαση που περιέχεται στον πρώτο για την ίδια παράβαση λόγο, περί εσφαλμένης κρίσης του Εφετείου ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, μη συμβαδίζουσας και με σχετική αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη, εφόσον και πάλι κατ’ επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας επιχειρεί να πλήξει την επί της ουσίας ανέλεγκτη από το παρόν Δικαστήριο κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΑΠ10, 625/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναίρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης κατ’ επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τους αρνητικούς της υπαιτιότητας του ισχυρισμούς, που επιβεβαιώθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων ,αλλά ούτε την έκθεση αυτοψίας της επιθεωρήτριας εργασίας. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί του, όπως και τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποτελούν πράγματα κατά την προαναφερόμενη έννοια του όρου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης του, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8, κατ’ εκτίμηση όμως 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ύπαρξη αμέλειας αυτού, δεν έλαβε υπόψη 1)τις ένορκες καταθέσεις των Χ.Π.
και Δ.Κ., 2)την από 14-4-2000 τεχνική έκθεση της επιθεωρήτριας εργασίας και 3)την ποινική δικογραφία, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και είχαν ουσιώδη επίδραση στην διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος .Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για μερικά από τα οποία γίνεται ρητή αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω, για μερικά εκ των οποίων μάλιστα κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση και συγκεκριμένα την από 14-4-2000 τεχνική έκθεση και την 1218/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, στις 18η και 20η σελίδες της προσβαλλόμενης.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς με την προαναφερθείσα έννοια του αριθμού 8, επομένως ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λπ., όχι δε και τους αρνητικούς, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμούς του διαδίκου, ή τα επιχειρήματα αυτών και του δικαστηρίου από την εκτίμηση και γενικώς τη στάθμιση των αποδείξεων, (ΑΠ 467/2008), χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι’ αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη, α), ότι δεν απαγορεύτηκε στον παθόντα η χρήση του ανυψωτικού μηχανήματος και β) ότι οι ιδιοκτήτες της οικοδομής είχαν αναθέσει στον τελευταίο την επίμαχη εργασία.
Ο έκτος λόγος που αφορά το ανωτέρω, με στοιχ. α περιστατικό είναι απαράδεκτος, εφόσον αυτό συνιστά άρνηση του περιεχομένου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Ο έβδομος λόγος αναφερόμενος στο με στοιχ. β περιστατικό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις που μνημονεύει ειδικώς και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2015 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της 264/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ