Supreme Court dismisses appeal against antitrust ruling due to procedural defects and lack of causal link.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three plaintiffs against a lower court's antitrust decision. The plaintiffs argued procedural errors regarding the third defendant's absence and substantive flaws in the antitrust analysis, but the court found no causal link between the defendant's contract terms and the plaintiffs' claims. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the plaintiffs were ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte the absence of a defendant during the appeal hearing and declare the proceedings inadmissible if they were not summoned properly or if the defendant accelerated the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 650 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 650/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαθιστάμενης λόγω απόσχισης και εισφοράς στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοσμίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η από 3/12/2014 κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 451/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών δεν εισάγεται ως προς τον τρίτο των αναιρεσειόντων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6202/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/12/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 29/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3,568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση τόσο γι’ αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους.
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου, η γινομένη από το δικηγόρο, φερομένου ως πληρεξουσίου καλούντος διαδίκου, δήλωση ότι δεν εισάγεται ως προς αυτόν η υπόθεση, μη προβλεπομένη ιδιωνύμως από τον ΚΠολΔ, ούτε έχουσα περιβληθεί νομολογιακώς ίδιο θεσμικό ένδυμα, δεν έχει την έννοια παραιτήσεως από ασκηθείσα αγωγή, ένδικο μέσο κλπ, αλλά πρέπει να νοηθεί ως δήλωση παραιτήσεως από το υπό του διαδίκου τούτου ασκηθέν δικαίωμα κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως και εφόσον πληρούται ο από το άρθρο 298 ΚΠολΔ, κατ’ άρθρο 299 αυτού, απαιτούμενος τύπος, καταχώριση δηλαδή στα πρακτικά ή επίδοση δικογράφου στον αντίδικο, έχει, ως αποτέλεσμα, να θεωρείται η κλήση προς συζήτηση μη ασκηθείσα, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 295 παρ. 1 εδ.
α’ ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξεως (ΑΠ 1080/2008, 148/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της αιτήσεως επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, φερόμενοι ως εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Δημήτριο Κουτσούκη. Ο αναγραφόμενος στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας απόφασης, ως απών, αναιρεσείων Δ.
Δ. δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο. Ο δε ανωτέρω δικηγόρος, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, με προφορική του δήλωση, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δήλωσε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται ως προς αυτόν, αλλά δεν προκύπτει η παροχή από τον εν λόγω απολιπομένο αναιρεσείοντα σ’ αυτόν οποιασδήποτε πληρεξουσιότητας.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει η απαιτουμένη πληρεξουσιότητα, δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζητήσεως από τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα, ούτε νομότυπη παραίτηση αυτού από την αίτησή του. Κατ’ ακολουθίαν και λαμβανομένου υπόψη ότι στην ένδικη υπόθεση υπάρχει απλή ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων αναιρεσειόντων, πρέπει, ως προς αυτόν, να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ: "Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Είναι δε διάδικοι εκείνοι, οι οποίοι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι δικάστηκαν με αυτήν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον κατά του νικήσαντος αντιδίκου του. Στην ένδικη περίπτωση, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (...), η οποία δεν ήταν εναγομένη στην υπό κρίση αγωγή, αλλά μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες και τότε εκκαλούντες-εφεσίβλητοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της εφέσεώς τους, ως προς αυτήν, ενώ η δική της έφεση απορρίφθηκε, διότι κατά την αναιρεσιβαλλομένη δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου στην έκκλητη δίκη, ούτε άσκησε παρέμβαση κατ’ αυτήν.
Επομένως, εκ του λόγου τούτου και της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης πρέπει ν’ απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Στο άρθρο 5 του π.δ. 219/1991, όπως η παρ. 2 αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 312/1995, που εφαρμόζεται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "1.
Ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. 2. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητά του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.
Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη...". Περαιτέρω, το άρθρ. 2α του ν. 703/1977, που εισήχθη με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2296/1995 καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009, ήδη δε ισχύει το όμοιο άρθρο 18α, που προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 3784/2009 στο ν. 146/1914, όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η καταχρηστική δε εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.
Προϋποθέσεις, έτσι, εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης.
Στο πλαίσιο αυτό κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει, έτσι, οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε, αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση.
Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρου 2α του ν. 703/1977, όπως άλλωστε και του άρθρου 1 του ν. 146/1914, συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.
Ανάγεται, έτσι, σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 43/2013, ΑΠ 1664/201 ). Σύμφωνα δε με το άρθρο 178 AK δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών λαμβάνεται πρωταρχικά υπόψη το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Άκυρη, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 179 ΑΚ, είναι και η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία είναι καθολική διάδοχος της εταιρίας γαλακτοκομικών προϊόντων με την επωνυμία "...", λόγω απορρόφησης της τελευταίας από την πρώτη τον Αύγουστο του 2006. Η εταιρία ..., που δραστηριοποιείτο στον τομέα παραγωγής, βιομηχανοποίησης και εμπορίας παγωτών, γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων, γιαουρτιού, χυμών, φρούτων, τυριών και άλλων συναφών προϊόντων, είχε καταρτίσει με τους ενάγοντες διαδοχικές συμβάσεις αποκλειστικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει την κατ’ αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών της προϊόντων και χυμών σε συγκεκριμένη περιφέρεια του νομού Αττικής ο καθένας.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων δραστηριοποιείτο στις περιοχές Αμπελοκήπων, Ψυχικού και Φιλοθέης και τέλος στην περιοχή Κολωνακίου, ο δεύτερος ενάγων στις περιοχές Ομονοίας, Βοτανικού, Μεταξουργείου, Πλ. Βάθη και τέλος στην περιοχή Κολωνού,.... Ο πρώτος ενάγων συνεργαζόταν με την εταιρία "..." ήδη από το έτος 1989, όταν του είχε ανατεθεί με σύμβαση παροχής έργου υπεργολαβικά από τρίτη συνεργαζόμενη με την ως άνω εταιρεία, το έργο της μεταφοράς των προϊόντων της ....
Στη συνέχεια κατάρτισε ο ίδιος ατομικά με την προαναφερόμενη εταιρεία τις από 8-7-1992, 17-7-1995 και 25-7-1998 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες, ως συμβάσεις παροχής έργου- διανομής προϊόντων, τις από 20-5-2000, 21-5-2002, 29-11- 2002 και 30-11-2004 συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ομοίου περιεχομένου, επιγραφόμενες ως συμβάσεις κυρίας συνεργασίας και στη συνέχεια τις με ημερομηνία 1-12-2006 και 2-1-2007 συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως συμβάσεις συνεργασίας.
Από τις συμβάσεις αυτές η τελευταία έληγε στις 31-8-2007, αλλά η διάρκειά της παρατάθηκε μέχρι και 31- 12-2007, με το από 1-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, και στις 2-1-2008 καταρτίστηκε η τελευταία μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων μερών σύμβαση, με ημερομηνία λήξης 31-3-2008. Ο δεύτερος ενάγων συνεργάστηκε αρχικά, τα έτη 1991-1992, με την εταιρία ..., ως εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....".
Ακολούθως, κατάρτισε ο ίδιος ατομικά με την προαναφερόμενη εταιρία τις από 12-4-1993, 10-7-1995 και 20-7-1998 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες, ως συμβάσεις παροχής έργου-διανομής προϊόντων, τις από 1-5-2000, 2-5-2002, 3-5-2004 και 3-1-2005 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως συμβάσεις κύριας συνεργασίας, και στη συνέχεια την από 2-1-2007 σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση συνεργασίας, με λήξη στις 31-8-2007.
Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε μέχρι και τις 31-12-2007 με το από 1-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και στις 2-1-2008 καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών η τελευταία σύμβαση, με λήξη στις 31-3-2008...Όλες οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις καθόλη τη διάρκειά τους λειτουργούσαν ως εξής: Οι ενάγοντες διαθέτοντας την προς διανομή των προϊόντων της ...
υποδομή (επαγγελματική πείρα, Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, βοηθητικό προσωπικό, μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα, λογιστική υποστήριξη) παρελάμβαναν το συντηρούμενο με δικές τους δαπάνες φορτηγό αυτοκίνητό τους από τις εγκαταστάσεις της ..., το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από καθένα ενάγοντα ανάγκες των σημείων πώλησης στις εδαφικές περιοχές που εξυπηρετούσε.
Ακολούθως, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα άνω προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν, στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες που της υποδείκνυε η εναγομένη. Η τελευταία εξέδιδε στο όνομα των εναγόντων αντίστοιχο πιστωτικό τιμολόγιο για τα προϊόντα, που παραλάμβανε ο καθένας κάθε πρωί, στο οποίο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% από την προ Φ.Π.Α.
αξία, στην οποία θα τα μεταπωλούσαν οι ενάγοντες στην τιμή μεταπώλησης που καθόριζε η εναγομένη. Το ως άνω ποσοστό του 6,2% αντιστοιχούσε στην συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων για τις εκ μέρους τους παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες. Στη συνέχεια κάθε ενάγων ξεκινούσε το δρομολόγιό του, για να διαθέσει τα προϊόντα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, που η ίδια του είχε υποδείξει, όπου και τα μεταπωλούσε στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του, συνεπικουρούμενος από έναν βοηθό οδηγό.
Μετά το πέρας κάθε ημερησίου δρομολογίου καθένας των εναγόντων επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητό του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα για την επόμενη ημέρα. Στην εναγομένη απέδιδε καθημερινά λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και εισπράξεις του από την πώληση των προϊόντων, είτε με μετρητά που εισέπραττε από τους λιανοπωλητές είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες παρέδιδε αυθημερόν στην εναγομένη, μαζί με τα δελτία παραγγελιών για την επόμενη ημέρα διανομής.
Μεταξύ άλλων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μεριμνούν ώστε τα χρησιμοποιούμενα από τους ίδιους κατά την παροχή των υπηρεσιών τους φορτηγά αυτοκίνητα να φέρουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, να είναι εφοδιασμένα με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο της περιοχής τους, στον οποίο είχε άμεση πρόσβαση η εναγομένη, β) να διακινούν τα προϊόντα της τελευταίας αυστηρά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής που τους είχε ανατεθεί και υπό τις οδηγίες της αναφορικά με το τηρούμενο δρομολόγιο, γ) να προωθούν τα προϊόντα της εναγομένης και ιδίως τα νέα προϊόντα της, δ) να τηρούν την ακολουθούμενη τιμολογιακή πολιτική της εναγομένης, ε) να βαρύνονται με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους, όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου, οι αμοιβές και η ασφάλιση του κάθε λογής προσωπικού, και με τις φορολογικές και λογιστικές υποχρεώσεις από την άσκηση της επιχείρησή τους, στ) να τηρούν καθήκον εχεμύθειας, να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστικές της εναγομένης εταιρίες, τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, όσο και ένα έτος μετά τη λύση της και να υπόκεινται στον έλεγχο των οργάνων της, ζ) να διανέμουν διαφημιστικό υλικό στα σημεία λιανικής πώλησης και να φροντίζουν για την καλή εμφάνιση των σημείων πώλησης των προϊόντων της και η) να επιστρέφουν στην εναγομένη όσα προϊόντα δεν είχαν κατορθώσει να διαθέσουν, χωρίς να επιβαρύνονται με το κόστος της αξίας τους παρά μόνο στην περίπτωση που από υπαιτιότητά τους είχαν καταστραφεί, φθαρεί ή δεν είχαν συντηρηθεί σωστά ή ήταν ακατάλληλα προς χρήση.
Με βάση τα παραπάνω τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων συνεργασία ήταν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προμηθεύονταν κατ’ αποκλειστικότητα τα γαλακτοκομικά προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους, πελάτες στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό και με δικό τους επιχειρησιακό κίνδυνο.
Οι ίδιοι ήταν ανεξάρτητοι επαγγελματίες με δική τους υλικοτεχνική υποδομή, φέροντες το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής τους. Τελούσαν σε επιχειρησιακή εξάρτηση από την εναγομένη, η οποία καθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιό τους, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων, αλλά και το ποσοστό αμοιβής τους, ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγόμενης, ακολουθούσαν τις μεθόδους μάρκετινγκ της τελευταίας, συμμορφώνονταν με τις οδηγίες αυτής, την τιμολογιακή πολιτική της, τον τρόπο προώθησης των προϊόντων της, υποκείμενοι στον έλεγχο αυτής, καθόσον επέτρεπαν στους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και εκπροσώπους της εναγομένης να προβαίνουν σε διακρίβωση του περιεχομένου του αυτοκινήτου τους, ιδίως ως προς τις τηρούμενες στον ψυκτικό θάλαμο συνθήκες.
Ενημέρωναν διαρκώς την εναγομένη για όλες τις συναλλαγές τους, η οποία λάμβανε άμεσα γνώση του πελατολογίου και των συνθηκών αγοράς που επικρατούσαν στην περιοχή της αρμοδιότητάς τους. Συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης φροντίζοντας για την καλή εμφάνιση των σημείων πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό της, υποχρεούνταν στην παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια της σύμβασης και για ένα έτος μετά τη λύση της.
Με βάση τα παραπάνω οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αφού σαφώς αποδείχθηκε ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής, όπως προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτά της μεταπώλησης από τους ενάγοντες διανομείς των κατ’ αποκλειστικότητα αγοραζομένων από την εναγομένη προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομά τους και για λογαριασμό τους, της υποχρέωσης των διανομέων να ακολουθούν τις οδηγίες της εναγομένης ως προς την εμφάνιση των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις, να διαφημίζουν το σήμα της εναγομένης διατηρώντας με δικά τους έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδοχή.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες-αποκλειστικοί διανομείς, όντας ενταγμένοι στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης με έντονη εξάρτηση από αυτήν, επιτελούσαν σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου και βρίσκονταν στην ίδια με αυτόν ασθενή θέση, συνδεόμενοι δε με το δίκτυο πώλησης της εναγομένης υποχρεούνταν στην παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού της, το πελατολόγιό τους ήταν σε γνώση της τελευταίας, ενώ τα οικονομικά τους οφέλη ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου, δοθέντος ότι ελάμβαναν αμοιβή για την επιτυχημένη διαμεσολαβητική τους δραστηριότητα, η οποία εμφανιζόταν ως παγίως χορηγούμενη έκπτωση επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτούς προϊόντων προς τους λιανοπωλητές.
Με βάση τα παραπάνω στις επίδικες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων". Η ένδικη εμπορική συνεργασία των εναγόντων είχε μακροχρόνια διάρκεια και λειτούργησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, με χρήση μάλιστα του ιδίου τυποποιημένου εντύπου τα έτη 2000-2007.
Έτσι, πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ανωτέρω π.δ.219/1991 και ιδίως εκείνες του άρθρου 8 για την καταγγελία της σύμβασης, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν....Μέχρι και τις 2-1-2007 η αμοιβή των εναγόντων για τις εκ μέρους τους παρεχόμενες υπηρεσίες ανερχόταν σε ποσοστό 6,2% επί της καθαρής (προ Φ.Π.Α) τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτούς προϊόντων, και από τις 3-1-2007 ανήλθε το ανωτέρω ποσοστό σε 6,7%.
Ο προσδιορισμός της αμοιβής τους στα άνω ποσοστά δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης για απασχόληση και της απειρίας των εναγόντων σχετικά με τη διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών. Ειδικότερα, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν το ποσοστό αυτό της αμοιβής αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την εναγομένη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα ώστε να προκύπτει γι’ αυτούς εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.
Ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποίησαν οι ενάγοντες ανήλθε α) για τον πρώτο ενάγοντα το έτος 2003 σε 1.149.638,63 ευρώ, το έτος 2004 σε 1.081.834,74 ευρώ, το έτος 2005 σε 1.018.547,41 ευρώ, το έτος 2006 σε 979.264,75 ευρώ, το έτος 2007 σε 962.059,58 ευρώ και το για το πρώτο τετράμηνο του έτους 2008 σε 210.000 ευρώ, β) για τον δεύτερο ενάγοντα το έτος 2003 σε 823.314 ευρώ, το έτος 2004 σε 866.590,82 ευρώ, το έτος 2005 σε 851.987,42 ευρώ, το έτος 2006 σε 863.858,67 ευρώ, το έτος 2007 σε 739.332,39 ευρώ και για το πρώτο τετράμηνο του έτους 2008 σε 185.000 ευρώ...
Τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης των εναγόντων το ίδιο χρονικό διάστημα, με βάση όσα οι ίδιοι εκθέτουν στην αγωγή τους και δήλωσαν στις φορολογικές τους δηλώσεις στα έντυπα Ε3, ανήλθαν α) για τον πρώτο ενάγοντα το έτος 2003 σε 27.029,90 ευρώ, το έτος 2004 σε 31.754,71 ευρώ, το έτος 2005 σε 35.123,14 ευρώ, το έτος 2006 σε 34.674,23 ευρώ, το έτος 2007 σε 28.966,38 ευρώ και το πρώτο τετράμηνο του 2008 σε 1.540 ευρώ, β) για τον δεύτερο ενάγοντα το έτος 2003 σε 13.768,60 ευρώ, το έτος 2004 σε 7.559,32 ευρώ, το έτος 2005 σε 17.656,21 ευρώ, το έτος 2006 σε 11.855,40 ευρώ, το έτος 2007 σε 3.622,94 ευρώ, και το πρώτο τετράμηνο του 2008 σε 1.800 ευρώ..
Πέραν των ανωτέρω λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης κάθε ενάγοντος δεν αποδείχθηκαν άλλα, καθόσον οι ενάγοντες εάν είχαν υποβληθεί και σε πρόσθετα λειτουργικά έξοδα οπωσδήποτε αυτοί θα τα είχαν συμπεριλάβει στις φορολογικές τους δηλώσεις για να μειωθεί ο φόρος εισοδήματος τους, περαιτέρω δε λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης τους δεν θεωρούνται και δεν συνυπολογίζονται σ’ αυτά ο αναλογούν φόρος εισοδήματος, ούτε βεβαίως οι όποιες φορολογικές επιβαρύνσεις των εναγόντων, γενόμενες ή επικείμενες, για την περαίωση των εκκρεμών, ανέλεγκτων, φορολογικών υποθέσεων της επιχείρησής τους, η οποία (περαίωση) σε κάθε περίπτωση είναι προαιρετική και όχι υποχρεωτική γι’ αυτούς.
Με βάση τα παραπάνω ο ετήσιος τζίρος των πωλήσεων που επιτύγχανε κατά μέσο όρο κάθε ενάγων, όπως και οι ίδιοι άλλωστε ισχυρίζονται ανερχόταν σε 800.000-1.000.000 ευρώ, και σε συνδυασμό με το ως άνω ορισθέν ποσοστό, η ετήσια αμοιβή καθενός ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 60.000-70.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους δεν ξεπερνούσαν ετησίως κατά μέσο όρο το ποσό των 35.000 ευρώ.
Έτσι η ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων, ποσοστού 6,2% έως 6,7% κρίνεται εύλογη, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε καθένας των εναγόντων αποκέρδαινε μετ’ αφαίρεση των λειτουργικών του εξόδων κατά μέσο όρο το ποσό των 20.000 ευρώ ετησίως, που ήταν συμβατό με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επιβαρύνονταν με το κόστος των επιστραφέντων εμπορευμάτων, πληρώνονταν τοις μετρητοίς καθημερινά από τα σημεία πώλησης, ενώ τον κίνδυνο της μη πληρωμής των εμπορευμάτων που πωλούνταν επί πιστώσει και διακινούνταν από τους ίδιους στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έφερε η εναγομένη.
Το πιο πάνω ποσοστό τους εξασφάλιζε στους ενάγοντες ένα συνηθισμένο, μέσο και ικανοποιητικό για τις περιστάσεις εισόδημα για το επίδικο διάστημα. Το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που εμπορεύονται ομοειδή με την εναγομένη προϊόντα, όπως η ΦΑΓΕ, κατέβαλαν ως αμοιβή στους διανομείς τους μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που κατέβαλε η εναγομένη, δεν καθιστά άνευ άλλου την συμφωνηθείσα αμοιβή των τελευταίων δυσανάλογη προς τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες και καταχρηστική, διότι σε κάθε περίπτωση τους εξασφάλιζε ένα αξιοπρεπές εισόδημα, το οποίο δεν υπολειπόταν εκείνου που λάμβαναν οι διανομείς των ως άνω επιχειρήσεων, διότι ο τζίρος πωλήσεως των εμπορευμάτων της εναγομένης επί του οποίου υπολογιζόταν το ποσοστό αμοιβής των εναγόντων, ξεπερνούσε εκείνο των άλλων εταιριών παραγωγής ομοειδών εμπορευμάτων, καθώς η τελευταία κατείχε την πρώτη θέση σε πωλήσεις στην αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων, τη διανομή των οποίων είχαν αναλάβει και διενεργούσαν κατά κύριο λόγο οι ενάγοντες την προαναφερόμενη πενταετία.
Για τον ίδιο λόγο και οι διανομείς παγωτών της εναγόμενης, που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων λαμβάνουν τυχόν μεγαλύτερη αμοιβή από τη δική τους, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 9,5%, δεν καθιστά τον προαναφερόμενο συμβατικό όρο παράνομο και καταχρηστικό, διότι ενόψει της φύσης του παγωτού, η κατανάλωση του οποίου πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο τους καλοκαιρινούς μήνες, ο ετήσιος τζίρος των πωλήσεων αυτού δεν μπορεί να προσεγγίσει εκείνον που επιτυγχάνουν τα προϊόντα που διένεμαν οι ενάγοντες καθόλη τη διάρκεια του έτους.
Πέραν τούτου, οι ενάγοντες γνώριζαν πριν συνεργαστούν με την εναγομένη, ως διανομείς της, το ύψος της άνω αμοιβής τους, ο πρώτος ενάγων είχε αναλάβει υπεργολαβικά τη διανομή προϊόντων της με τους ίδιους όρους από τρίτη συνεργαζόμενη με τη ... εταιρία, ο δε δεύτερος ήταν μέλος εταιρίας που είχε συνάψει μαζί της όμοια σύμβαση, και με ελεύθερη βούληση επέλεξαν να καταρτίσουν τις ένδικες συμβάσεις θεωρώντας εύλογη και ικανοποιητική τη συμφωνημένη αμοιβή.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τη μακροχρόνια διάρκεια της ένδικης συνεργασίας κατά την οποία οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για το ύψος της αμοιβής τους. Σε κάθε περίπτωση, εάν το ποσοστό που ελάμβαναν οι ενάγοντες ως αμοιβή τους καθόλη τη διάρκεια της πολυετούς συνεργασίας δεν ήταν βιώσιμο για τις επιχειρήσεις τους, αυτοί θα επιδίωκαν την αποδέσμευσή τους, δεν θα προέβαιναν επανειλημμένα σε κατάρτιση όμοιων διαδοχικών συμβάσεων και θα συνεργάζονταν με άλλες εταιρίες.
Έτσι, ο προαναφερόμενος συμβατικός όρος της αμοιβής τους εξασφάλιζε ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, το οποίο λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους. Περαιτέρω, ο όρος αυτός δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε είναι καταχρηστικός, αλλά ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς στους ενάγοντες από την εναγομένη, συνεπεία της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησής τους από αυτήν.
Επομένως, δεν θεμελιώνεται αξίωση των εναγόντων για διαφορά αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων και η αγωγική αυτή αξίωση είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο ως προς όλες τις ανωτέρω βάσεις του, ως ουσιαστικά αβάσιμο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ...
Περαιτέρω, οι ένδικες συμβάσεις λύθηκαν με πρωτοβουλία των εναγόντων. Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι τούτων την 1-4-2008 προανήγγειλαν στην εναγομένη την καταγγελία εκ μέρους τους των ενδίκων συμβάσεών τους το επόμενο χρονικό διάστημα λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησής τους, και πράγματι για το λόγο αυτό κατήγγειλαν την ένδικη σύμβαση αορίστου χρόνου ο πρώτος ενάγων στις 24-5-2008 και ο δεύτερος ενάγων στις 21-4-2008, όπως και οι ίδιοι εκθέτουν στην από 18-11-2008 εξώδικη δήλωσή τους προς την εναγομένη, όπου ειδικότερα αναφέρουν ότι οι ένδικες συμβάσεις τους λύθηκαν λόγω ηλικίας και δεν κάνουν λόγο για εξαναγκασμό τους σε διακοπή της συνεργασίας τους από την εναγομένη λόγω της μεταβολής της περιοχής δραστηριότητάς τους και συνεπεία αυτής μείωσης του τζίρου, όπως όψιμα ισχυρίστηκαν....Τα παραπάνω επιρρωνύονται από το ότι οι δύο πρώτοι των εναγόντων με την προαναγγελία της επικείμενης λύσης της σύμβασής τους λόγω συνταξιοδότησής τους συνυπέγραψαν την 1-4-2008 τις εκκαθαρίσεις των λογαριασμών τους του έτους 2007, ....βάσει των οποίων ο πρώτος ενάγων αναγνώρισε ότι όφειλε στην εναγομένη το ποσό των 4.716 ευρώ..., ενώ ο δεύτερος αποδέχτηκε ότι του όφειλε η εναγομένη το ποσό των 143,97 ευρώ, χωρίς κανένας από τους ενάγοντες να διατυπώσει στα ανωτέρω έγγραφα οποιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με τη λύση της ένδικης συμβάσεως ή τις ένδικες αξιώσεις του, και επιπρόσθετα ο πρώτος και ο τρίτος των εναγόντων δήλωσαν ότι παραιτούνται από οποιαδήποτε αξίωση κατά της εναγομένης απορρέουσα από τις ένδικες συμβάσεις τους.
Με βάση τα παραπάνω η εναγομένη δεν υποχρεούτο να τηρήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 παρ. 4 του Π.Δ.219/1991 προθεσμία καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων, αφού αυτές δεν καταγγέλθηκαν από την ίδια, ούτε λύθηκαν με υπαιτιότητά της, άλλα αντίθετα λύθηκαν με πρωτοβουλία των εναγόντων. Ουδόλως αποδείχθηκε, επίσης, ότι η λύση των συμβάσεων αυτών μεθοδεύθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την εναγομένη στο πλαίσιο αθέμιτης εκ μέρους της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς και προκειμένου να αποσπάσει την πελατεία των εναγόντων, δεδομένου ότι η πελατεία της περιοχής, όπου αυτοί δραστηριοποιούνταν στα πλαίσια της ένδικης συνεργασίας τους με την εναγομένη ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιο αυτής.
Ούτε, επίσης, η εναγομένη ενήργησε με τρόπο για να εκμεταλλευτεί τη φήμη τους και να τους εκτοπίσει από την αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι η ίδιοι συνέβαλαν ουσιωδώς στην αύξηση του τζίρου της εναγομένης με την εξεύρεση νέων σημείων πώλησης και νέων (δικών τους) πελατών δεν κρίνονται βάσιμοι.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη σε πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος των εναγόντων και η διακοπή της συνεργασίας αυτών μαζί της δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εις βάρος τους και έτσι οι ενάγοντες δεν έχουν αξίωση διαφυγόντων κερδών για το ένδικο, προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ.4 του π.δ.219/1991, χρονικό διάστημα.
Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έβλαψε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση των εναγόντων ως επιχειρηματιών ή ότι παρεμπόδισε την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους ή προσέβαλε την προσωπικότητά τους, ώστε να υποστούν αυτοί ηθική βλάβη και να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της.
Περαιτέρω, στις ένδικες συμβάσεις υπήρχαν όροι μη συμβατοί με τους κανόνες του ανταγωνισμού, όπως η ορισμένη τιμή μεταπώλησης, απαγόρευση παθητικών πωλήσεων, ορισμένη γεωγραφική περιοχή, όπως κρίθηκε με την 373/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία επιβλήθηκε στην εναγόμενη πρόστιμο για τις ανωτέρω παραβάσεις, η προσφυγή δε της εναγομένης κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 559/2010 απόφαση του ΔΕφΑ.
Οι όροι όμως αυτοί, στους οποίους είχαν συμφωνήσει οι ενάγοντες κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την καταγγελία εκ μέρους τους που έγινε για άλλους λόγους κατά τα προεκτεθέντα, ούτε με τις ένδικες αξιώσεις τους.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το αίτημά τους περί παραπομπής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ. Ενόψει των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε κατ’ ουσίαν το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και την αξίωση των εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως προς όλες τις ανωτέρω βάσεις τους, αν και με ελλιπείς και εν μέρει διάφορες αιτιολογίες που συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας, ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα...".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ.
ΙΙ.1) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 π.δ. 219/1991, 298,178, 281, 288, 298, 914, 919 ΑΚ και 2α ν. 703/1977, με την αιτίαση ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, από τις οποίες, κατά τους αναιρετικούς ισχυρισμούς, προκύπτει ότι η συμφωνημένη αμοιβή δεν μπορεί να είναι μικρότερη της εύλογης, δέχτηκε ότι δεν συνυπολογίζονται στα λειτουργικά έξοδα μιας επιχείρησης ο αναλογών φόρος εισοδήματος, ούτε οι φορολογικές επιβαρύνσεις των αναιρεσειόντων για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ούτε συνυπολογίζονται λειτουργικά έξοδα που δεν καταχωρούνται στις φορολογικές δηλώσεις.
Ο λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απορριπτέος. Προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε έλλειψη συμφωνηθείσας αμοιβής ή ακυρότητα του σχετικού συμβατικού όρου, οπότε και μόνον ανακύπτει έδαφος για προσδιορισμό εύλογης αμοιβής των αναιρεσειόντων και λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν τον καθορισμό εύλογης αμοιβής, σε ποσοστό κέρδους 12% και σε κάθε περίπτωση 9,5%, επικαλούμενοι ακυρότητα του περί της αμοιβής τους συμβατικού όρου, λόγω αντίθεσής του στα άρθρα 178 και 179 AK, επειδή η αρχική εναγομένη, κατά την κατάρτιση των συμβάσεών τους, εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους για απασχόληση και την απειρία τους, ισχυρισμούς που απέρριψε το Εφετείο, ως ουσιαστικά αβάσιμους.
Αντιθέτως, δέχτηκε ύπαρξη εγκύρως συμφωνηθείσας αμοιβής, την οποία συμφώνησαν οι αναιρεσείοντες, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη (εναγομένη) τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει εύλογο επιχειρηματικό κέρδος που ήταν συμβατό με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους.
Για δε τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες λειτουργικά μικροέξοδα, το δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι άλλα λειτουργικά έξοδα (πέραν εκείνων που δέχτηκε) δεν αποδείχτηκαν, η δε αναφορά του σε μη αναγραφή τέτοιων εξόδων, στις φορολογικές δηλώσεις των αναιρεσειόντων, συνάπτεται με επιχείρημα, σχετιζόμενο με την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως προς το τι δεν αποδείχθηκε.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ο αναλογών φόρος εισοδήματος και οι φορολογικές επιβαρύνσεις των αναιρεσειόντων για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, δεν συνιστούν λειτουργικά έξοδα και σε κάθε περίπτωση στο εκτιθέμενο στην αναιρεσιβαλλομένη περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων, ρητώς διακρίνονται από τα λειτουργικά έξοδα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι καθαρό είναι το εισόδημα από το οποίο αφαιρούνται, ακολούθως, οι φορολογικές επιβαρύνσεις και όχι αυτό που προκύπτει, αφού αφαιρεθούν οι εν λόγω επιβαρύνσεις.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ.
ΙΙ 2α, 2β, 2γ, 2δ), αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω αναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, εξαιτίας αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών, σχετικά με την κρίση της, περί εύλογης αμοιβής των αναιρεσειόντων. Ο λόγος, κατά το παραπάνω μέρος, ωσαύτως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Τούτο, διότι το Εφετείο δεν επιδίκασε εύλογη αμοιβή, αλλά αναφέρθηκε σε συμφωνημένη αμοιβή, την οποία συμφώνησαν οι αναιρεσείοντες, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει εύλογο επιχειρηματικό κέρδος που ήταν συμβατό με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους και στα πλαίσια εκτίμησης συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 178,179 ΑΚ έκρινε αυτήν εύλογη και όχι δυσανάλογη (ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα προσδιορισμού εύλογης αμοιβής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 5 π.δ. 219/1991).
To σχετικό δε περί τούτου αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται στη αναιρεσιβαλλομένη με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ώστε οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, συναπτόμενες με την ανάλυση και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, απαραδέκτως προβάλλονται. Όσα δε δέχτηκε το Εφετείο, αναφορικά με τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των συνδυαστικά (όπως και οι αναιρεσείοντες τις επικαλέστηκαν με την αγωγή τους) ληφθεισών διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, ήτοι ότι ο προσδιορισμός της αμοιβής τους στα άνω ποσοστά δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εναγομένη, ούτε κατόπιν εκμετάλλευσης από την ίδια της ανάγκης για απασχόληση και της απειρίας των εναγόντων σχετικά με τη διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών που οι ενάγοντες αποδέχθηκαν, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την εναγομένη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει γι’ αυτούς εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, ότι αυτοί γνώριζαν πριν συνεργαστούν με την εναγομένη, ως διανομείς της, το ύψος της άνω αμοιβής τους και με ελεύθερη βούληση επέλεξαν να καταρτίσουν τις ένδικες συμβάσεις θεωρώντας εύλογη και ικανοποιητική τη συμφωνημένη αμοιβή και ο όρος αυτός δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε είναι καταχρηστικός, αλλά ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς στους ενάγοντες από την εναγομένη, συνεπεία της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησής τους από αυτήν, αποτελούν τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, υπό τις οποίες δεν καταφάσκεται κρίση, περί πληρώσεως του πραγματικού τους, ούτε σφάλμα, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας των χρηστών ηθών, στην οποία αναφέρονται οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και κατ’ αποτέλεσμα εσφαλμένη εφαρμογή, όπως αβασίμως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ.
II 3). Σε κάθε δε περίπτωση οι σχετικές αιτιάσεις στηρίζονται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο δεν δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες υπέγραψαν τυπικά τις επίμαχες συμβάσεις τους γνωρίζοντας το χαμηλό ύψος της αμοιβής, όπως υπολαμβάνεται στο αναιρετήριο, προς στοιχειοθέτηση αντίθεσης στα χρηστά ήθη, αλλά δέχτηκε, ότι υπήρξε συμφωνημένη αμοιβή, την οποία συμφώνησαν οι αναιρεσείοντες, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.
Ωσαύτως, το Εφετείο, με την κρίση του ότι ο επίμαχος περί αμοιβής συμβατικός όρος δεν επιβλήθηκε μονομερώς στους αναιρεσείοντες από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) συνεπεία καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησής τους από αυτήν, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977) αξιώνοντας για την εφαρμογή της άλλα ή διαφορετικά από τα στοιχεία του νόμου και δη το να επιβληθεί μονομερώς από τον προμηθευτή ο μη εύλογος όρος συναλλαγής, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ.
ΙΙ 4α). Τούτο, διότι κρίσιμο και ουσιώδες ήταν το αν συνδέεται αιτιωδώς ο προσδιορισμός (μονομερής ή συμβατικός) του περιεχομένου του επίμαχου όρου με καταχρηστική εκμετάλλευση της οικονομικής εξάρτησης των αναιρεσειόντων από αυτήν, γεγονός που απέκλεισε το Εφετείο (κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του).
Ανεξαρτήτως τούτου, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, με την αγωγή τους, επικαλέστηκαν, προς στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ότι δεν είχαν καμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων και κάθε φορά υπέγραφαν τη σύμβαση, χωρίς να μπορούν να διαπραγματευθούν κανένα όρο, ισχυρισμό που απέρριψε κατ’ ουσία το δικαστήριο.
Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ. II 4β), αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 2α του ν. 703/1977, εξαιτίας ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με την παραδοχή της, ότι εάν το ποσοστό που ελάμβαναν οι ενάγοντες, ως αμοιβή τους, δεν ήταν βιώσιμο για τις επιχειρήσεις τους, αυτοί θα επεδίωκαν την αποδέσμευσή τους και θα συνεργαζόντουσαν με άλλες εταιρείες.
Οι προβαλλόμενες, όμως, αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν αποδεικτικό επιχείρημα του δικαστηρίου, διατυπωμένο πλεοναστικώς, προς ενίσχυση του εξαχθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με τον προσδιορισμό της επίμαχης αμοιβής των αναιρεσειόντων. Με τον ίδιο λόγο, κατά το ίδιο μέρος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη, για την ίδια πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι οι αιτιολογίες της ότι ο επίμαχος περί αμοιβής τους όρος δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε είναι καταχρηστικός, αλλ’ ούτε και επιβλήθηκε μονομερώς σ’ αυτούς από την εναγομένη συνεπεία καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησής τους από αυτήν, έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή της ότι αυτοί τελούσαν σε επιχειρησιακή εξάρτηση από την εναγομένη και η εμπορική τους συνεργασία λειτούργησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο περιεχόμενο ή κυρίως το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κάθε φορά όλοι οι ουσιώδεις όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις.
Ο λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι οι επίμαχες αιτιολογίες δεν αλληλοαποκλείονται, το δε δικαστήριο αναφέρθηκε στην "επιχειρησιακή εξάρτηση" των αναιρεσειόντων από την αναιρεσίβλητη, ως στοιχείο, θεμελιωτικό της κρίσης του, περί του χαρακτήρα των επίδικων συμβάσεων, ως συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, η δε αναφορά σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο περιεχόμενο συνάπτεται με το πόρισμά του, περί υπάρξεως ενιαίας συμβατικής σχέσεως αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας ο επίμαχος περί αμοιβής συμβατικός όρος δεν επιβλήθηκε μονομερώς στους αναιρεσείοντες από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) συνεπεία καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησής τους από αυτήν, αλλά ότι υπήρξε συμφωνημένη αμοιβή, την οποία συμφώνησαν οι αναιρεσείοντες, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει εύλογο επιχειρηματικό κέρδος.
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο, κατά ο οικείο μέρος του (στοιχ.
ΙΙ 4γ), αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση του, περί του ότι η αναιρεσίβλητη δεν καταχράστηκε τη σχέση οικονομικής εξάρτησης, διότι εάν το ποσοστό που ελάμβαναν, ως αμοιβή τους, οι αναιρεσείοντες δεν ήταν βιώσιμο για τις επιχειρήσεις τους, αυτοί θα επεδίωκαν την αποδέσμευσή τους και θα συνεργαζόντουσαν με άλλες εταιρείες, χωρίς να λάβει υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι σε περίπτωση μονομερούς εκ μέρους τους διακοπής της συνεργασίας, επαπειλούνταν με υπέρογκη ποινική ρήτρα και αποζημίωση, γεγονός που καθιστούσε πραγματικά αδύνατη τη δραστηριοποίησή τους σε άλλες γαλακτοβιομηχανίες. Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι αλυσιτελής, διότι συνάπτεται με πλεοναστική, προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, κρίση και επιχείρημα του δικαστηρίου. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, στην ουσία, εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες με ελεύθερη βούληση επέλεξαν να καταρτίσουν τις ένδικες συμβάσεις, θεωρώντας εύλογη και ικανοποιητική τη συμφωνημένη αμοιβή, ήτοι δέχτηκε, ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον αγωγικό ισχυρισμό περί καταχρηστικής εκμετάλλευσης σχέσης οικονομικής εξάρτησης.
Σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγική αξίωση για χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ηθικής βλάβης τους, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 2α ν. 703/1977, σε συνδυασμό με άρθρα 914 και 932 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 2α ν. 703/1977 καταργήθηκε με άρθρο 2 ν. 3784/2009 από 8/9/2009 και συνεπώς, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (23/9/2009), αλλά και δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης (30/9/2010), η διάταξη αυτή δεν ίσχυε. Με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ. II 4δ) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την εκδοχή ότι η κρίση της περί μη νομιμότητας της βάσης από το άρθρο 2α του ν. 703/1977, αναφέρεται στην αιτούμενη αποζημίωση για διαφορά μεταξύ εύλογης και καταβληθείσας αμοιβής. Ο λόγος κατά το παραπάνω μέρος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η σχετική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αφορά την αξίωση της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων.
Το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα λειτουργικά έξοδα των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα πλαίσια άλλων δικών, που εκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ. II 5), με το οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.
Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ’ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ’ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο.
Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Επίσης, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου.
Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση, ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 110/2015). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην ένδικη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, προς θεμελίωση των αγωγικών τους αξιώσεων για τις αιτούμενες διαφορές αμοιβών (προμηθειών), επικαλέστηκαν επικουρικώς ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 371 ΑΚ. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ. II 6) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την κρίση του, ότι η αγωγή αναφορικά με τη βάση της για επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ της καταβληθείσας και εύλογης αμοιβής, με επίκληση της διατάξεως του άρθρου 371 ΑΚ, είναι μη νόμιμη, διότι, υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, η αμοιβή των εναγόντων καθορίστηκε συμβατικά και επομένως δεν υφίσταται αοριστία παροχής, έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και αντίστοιχα δεν έλαβε υπόψη προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό.
Τούτο δε, διότι οι αναιρεσείοντες δεν στήριξαν το ως άνω αγωγικό τους αίτημα σε ευθεία εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ, όπως δέχτηκε το Εφετείο, αλλά σε αναλογική εφαρμογή του που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ευθεία ή η αναλογική εφαρμογή μιας ουσιαστικού δικαίου διάταξης δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, το δε δικαστήριο είχε το δικαίωμα να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως την κατάλληλη νομική βάση, αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων.
Ανεξαρτήτως τούτου, ο επίμαχος λόγος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο, διότι, υπό τα γενόμενα από το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεκτά περιστατικά, δεν συνέτρεχε περίπτωση αναλογικής εφαρμογής, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, ότι υπήρξε συμφωνημένη αμοιβή, την οποία συμφώνησαν οι αναιρεσείοντες, αφού συνυπολόγισαν από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη τους συνήθεις τζίρους πωλήσεων και τα πάγια λειτουργικά τους έξοδα, ώστε να προκύπτει εύλογο επιχειρηματικό κέρδος και ότι αυτοί με ελεύθερη βούληση επέλεξαν να καταρτίσουν τις ένδικες συμβάσεις, θεωρώντας εύλογη και ικανοποιητική τη συμφωνημένη αμοιβή.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Προς τούτο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι η αγωγική αξίωση περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, με επίκληση των άρθρων 2α ν. 703/1977, σε συνδυασμό με 914, 932 ΑΚ, υπό τη μορφή της κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, είναι μη νόμιμη, διότι η διάταξη του άρθρου 2α ν. 703/1977, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (23/9/2009), είχε καταργηθεί, με το άρθρο 2 ν. 3784/2009, από 8/9/2009, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 ν. 3784/2009 και 2α ν. 703/1977 και τούτο, διότι, κατά την αληθή ερμηνεία τους, η κατάργηση του άρθρου 2α ν. 703/1977 δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις παράνομων πράξεων που έλαβαν χώρα πριν την κατάργησή του. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η διακοπή της συνεργασίας των αναιρεσειόντων με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της σε βάρος τους, αλλά οι επίδικες συμβάσεις λύθηκαν με πρωτοβουλία των αναιρεσειόντων, από τους οποίους οι δύο πρώτοι τις κατήγγειλαν λόγω επικείμενης συνταξιοδότησής τους.
Στο άρθρ. 81 παρ. 1 και 2 της ΣυνθΕΚ και ήδη άρθρο 101 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζονται τα εξής: "1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική (κοινή) αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2.
Οι απαγορευμένες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες". Εξ άλλου ο ν. 703/1977) που ήδη καταργήθηκε με το ν. 3959/2011, όριζε με το άρθρο1 παρ.1 ότι απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οποιαδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού, ιδίως δε οι συνιστάμενες α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή στο εμπόριο, κατά τρόπο δυσχεραίνοντα τη λειτουργία του ανταγωνισμού, άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, όπως προπάντων είναι η αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής και ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή κατά τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, ενώ η διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρ. 1 όριζε ότι οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο.
Σκοπός των ρυθμίσεων αυτών είναι η διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού μέσω της διασφάλισης της οικονομικής ελευθερίας των συναλλασσόμενων, που επιχειρείται να επιτευχθεί με την απαγόρευση όλων των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για οριζόντιες συμπράξεις είτε για κάθετες, δηλαδή εφόσον συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων, η καθεμία από τις οποίες δραστηριοποιείται για τους σκοπούς της συμφωνίας σε διαφορετικό στάδιο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής.
Ειδικότερα, το άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 703/1977 απαγορεύει την άσκηση της οικονομικής ελευθερίας που κατατείνει με τη σύμπραξη επιχειρήσεων στο σχηματισμό οικονομικής ισχύος, όταν αυτή περιορίζει αδικαιολόγητα και συνεπώς αντίθετα προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, την οικονομική ελευθερία των τρίτων που δεν μετέχουν στη σύμπραξη, με αποτέλεσμα έτσι τη βλάβη ή τη διακινδύνευση και του ανταγωνισμού, ως συστήματος ή μέσου κατεύθυνσης της οικονομίας της αγοράς.
Ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων συνίσταται στην αδυναμία τους να αναπτύξουν δραστηριότητα στη σχετική αγορά, εξαιτίας ακριβώς της απαγορευμένης (καρτελικής) σύμπραξης των επιχειρήσεων, που πλήττει ευθέως την ελευθερία των συμβάσεων (άρθρα 5 παρ.1 Σ, 361 ΑΚ) και κατ’ αυτή την έννοια τριτενεργεί σε βάρος τους, προσβάλλοντας παράνομα τα ιδιωτικά συμφέροντά τους.
Επομένως, οι τρίτοι έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Η ακυρότητα των απαγορευμένων συμπράξεων είναι κατ’ αρχήν απόλυτη και δεν εξαρτάται από την πρόκληση ζημίας στους τρίτους, ούτε από την πρόθεση ζημίας σ’ αυτούς από την πλευρά των επιχειρήσεων που μετέχουν στην απαγορευμένη σύμπραξη, θα πρέπει όμως τα ανεπιθύμητα για τους τρίτους αποτελέσματα από τη σύμπραξη να συνδέονται αιτιωδώς μ’ αυτή και να μην είναι αντανακλαστικές απλώς συνέπειές της.
Τρίτοι που προστατεύονται δεν είναι μόνον οι ανταγωνιστές, αλλά όλοι οι παράγοντες της αγοράς, δηλαδή όλα τα πρόσωπα τα οποία στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης έχουν συμφέρον να συμμετέχουν ελεύθερα στην αγορά, συνεπώς και οι ίδιοι οι καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο περιορισμός του ανταγωνισμού, που συνεπάγονται οι απαγορευμένες συμπράξεις, να είναι σημαντικός (αισθητός), που συμβαίνει, όταν οι συμπράττουσες επιχειρήσεις κατέχουν σημαντική θέση στην αγορά με βάση το συνολικό κύκλο εργασιών τους (ΑΠ 1522/2013).
Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του Κανονισμού ΕΚ 1/2003 "Για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ε.Ε." ορίζονται τα εξής: "1. Οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρ. 81 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 της συνθήκης στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές... 2.
Η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, αλλά οι οποίες δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρ. 81 παρ.1 της συνθήκης... 3.
Με την επιφύλαξη των γενικών αρχών και λοιπών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται όταν οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία περί ελέγχου των συγχωνεύσεων, ούτε αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κατ’ εξοχήν στόχο διάφορο του επιδιωκόμενου από τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης".
Οι αναιρεσείοντες, με την αγωγή τους, ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, μεταξύ άλλων, με βάση το άρθρο 81 ΣυνθΕΚ (ήδη 101 ΣΛΕΕ) και 1 ν. 703/1977, σε συνδυασμό με άρθρα 914, 932 ΑΚ. Προς τούτο, επικαλούμενοι τις εμπεριεχόμενες στις συμβάσεις τους ρήτρες, περί καθορισμού τιμών μεταπώλησης από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, απαγόρευσης παθητικών πωλήσεων, αποκλειστικής προμήθειας, μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης και μετά τη λύση της, απαγόρευσης τοποθέτησης άλλων ανταγωνιστικών προϊόντων στα ψυγεία, ως συμφωνιών περιοριστικών του ανταγωνισμού και επηρεαζουσών το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ, ισχυρίστηκαν ότι συνεπεία εφαρμογής τους, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των ένδικων συμβάσεων, παρεμποδίστηκε η ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους, με τελική κατάληξη την εκτόπισή τους από την αγορά και προκλήθηκε βλάβη το μέλλον τους.
Όμως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι επίμαχοι όροι επηρέασαν ή ήταν ικανοί να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην αγωγή δεν εκτίθενται ειδικότερα περιστατικά που να στοιχειοθετούν, κατά συγκεκριμένο τρόπο και περιστάσεις, παρεμπόδιση της ανάπτυξης των επιχειρήσεων των αναιρεσειόντων, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των επίμαχων συμβάσεων, την εκτόπισή τους από την αγορά και την βλάβη του μέλλοντός τους, ούτε προσδιορίζεται ποια θα ήταν η επιχειρηματική τους ανάπτυξη χωρίς τους περιορισμούς αυτούς, ώστε να θεμελιώνεται η επικαλούμενη ηθική βλάβη τους.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως αόριστο, το εν λόγω κονδύλιο, κατά την ως άνω επιχειρηθείσα θεμελίωσή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της επίμαχης αξίωσης των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ. V 1 α, β, γ), με το οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για τις πλημμέλειες από τους αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ενόψει δε της, εκ των ανωτέρω ελλείψεων, πράγματι, υπάρχουσας αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου, αλυσιτελώς οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη, με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ.
V 2) και για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 101 ΣΛΕΕ, 1 παρ. 1 ν. 703/1977, 914 και 932 AK, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αξίωσε για το ορισμένο του επίμαχου κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης και την πρόκληση ζημίας σ’ αυτούς από τη συμπεριφορά της εναγομένης-αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι στις ένδικες συμβάσεις υπήρχαν όροι μη συμβατοί με τους κανόνες του ανταγωνισμού, οι οποίοι, όμως, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την καταγγελία εκ μέρους των αναιρεσειόντων που έγινε για άλλους λόγους, ούτε με τις ένδικες αξιώσεις τους, δεν συνάπτεται με την απόρριψη, ως αόριστου, του επίμαχου κονδυλίου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά με την απόρριψη του κονδυλίου των διαφευγόντων κερδών και την επιχειρηθείσα θεμελίωση του κονδυλίου της ηθικής βλάβης και στην διαλαμβανόμενη στην αγωγή τους (σελ. 45, 46, 50) διαφορετική ιστορική βάση, που αφορά τον τρόπο λήξης της συνεργασίας τους με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη.
Εντεύθεν, αλυσιτελώς, με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του (στοιχ. V 3, 4 και 5), αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι για την περί αοριστίας του επίμαχου κονδυλίου κρίση της έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, παραβίασε ευθέως το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, υπό την εκδοχή ότι η ανωτέρω πραγματική παραδοχή αφορά το επίμαχο κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που κρίθηκε αόριστο και διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την αξίωση της ηθικής βλάβης.
Τέλος, εφόσον το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή του σε επίδραση των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμβατικών ρητρών στις επιχειρήσεις των αναιρεσειόντων, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των ένδικων συμβάσεων, ορθώς απορρίφθηκε, ως αόριστο, επί εσφαλμένης βάσεως μέμφονται οι αναιρεσείοντες την αναιρεσιβαλλομένη, επίσης με τον τρίτο λόγο (στοιχ.
V 5), για την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, 1 παρ. 1 ν. 703/1977 (1 παρ. 1 ν. 3859/2011) και 914, 932 ΑΚ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της, ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Δ. Δ..
Απορρίπτει την από 3/12/2014 αίτηση (αρ. κατάθεσης 1017/2014), ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Μ. και Δ. Σ., για αναίρεση της 451/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες Γ. Μ. και Δ. Σ. τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ