Supreme Court dismisses appeal on contradictory reasoning, ruling the appellate court's inconsistent interest rate findings did not affect the debt outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay legal costs. The appellant argued the appellate court committed contradictory reasoning by accepting a lack of agreement on interest rates for 1992 while implicitly accepting it for 1990-1991. The court rejected this claim, holding that the specific issue regarding 1992 interest rates could not legally influence the determination of the outstanding debt from the earlier years.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8 lit. b) and para. 11 lit. c) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory reasoning is inadmissible if the contested finding does not materially affect the outcome of the case regarding the specific debt period in question.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 650 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 650/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σιδηρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ & ΣΙΑ ΕΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσίμπρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19876/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά αναιρεσείων με την από 13-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο ισχυρισμός που δε λήφθηκε υπόψη προτάθηκε απαραδέκτως, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να τον λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001, 12/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επί δικαστικής ομολογίας ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν την έχει επικαλεσθεί ο αντίδικος, με επίκληση του εγγράφου, στο οποίο διαλαμβάνεται και αναφορά του ισχυρισμού για τον οποίον έγινε.
Η ομολογία πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη και να προβάλλεται αυτός με δικόγραφο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη ομολογίας είναι απαράδεκτος. Τέλος, επί δικαστικής ομολογίας, η οποία είναι αποδεικτικό μέσο, δεν συγχωρείται κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση για τη μη λήψη υπόψη αυτής, εάν δεν ισχυρίζεται ο αναιρεσειών ότι επικαλέσθηκε το αποδεικτικό τούτο μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 εδ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του, που περιλαμβανόταν σε λόγο της έφεσης του, ότι την 31/12/1991 ουδέν χρηματικό ποσό όφειλε στην αναιρεσίβλητη, αφού την εκ δραχμών 20.859.996 οφειλή του είχε εξοφλήσει με καταβολές χρηματικών ποσών που καταλογίσθηκαν σε τόκους που δεν είχαν συμφωνηθεί.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων αντιγράφων της έφεσης και των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτός δεν είχε προβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον παραπάνω ισχυρισμό του, αλλά το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, χωρίς την επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., οπότε και μόνον θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη του Εφετείου ο εν λόγω ισχυρισμός και υπό την προϋπόθεση βέβαια της προβολής του κατά τρόπον ορισμένο με αναφορά των επί μέρους χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν και καταλογίσθηκαν για την εξόφληση μη οφειλόμενων τόκων.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν, όπως εκτιμάται, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης περί του ότι κατά την περίοδο των ετών 1990-1991 είχαν γίνει καταβολές εκ μέρους του αναίρεσε ιόντος που καταλογίστηκαν σε τόκους, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι την δικαστική αυτή ομολογία της αναιρεσίβλητης επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αφορά ισχυρισμό (ένσταση εξόφλησης) του αναιρεσείοντα, που δεν προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω της συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό πριν την 1/1/2002, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να διατάξει αποδείξεις. 'Οπως, όμως, προκύπτει από το αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2523/1997 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το δίκασαν δικαστήριο, ενόψει της άρνησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, έταξε θέμα απόδειξης ως προς το ύψος της οφειλής του αναιρεσείοντος προς αυτήν.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το υπόλοιπο της οφειλής του προς την αναιρεσίβλητη ανερχόταν την 31/12/1991 στο ποσό των 20.859,996 ευρώ, στηριχθέν στην κατάθεση της μάρτυρος του (αναιρεσείοντος), ..... δεν προσέδωσε την κατά νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην περιεχόμενη στην αγωγή της ομολογία της αναιρεσίβλητης περί καταβολής σ' αυτήν χρηματικών ποσών καταλογιζομένων σε μη οφειλόμενους τόκους, και όχι στο κεφάλαιο, με την οποία αποδεικνύονταν πλήρως ο ισχυρισμός του περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε οφειλής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, χωρίς την επίκληση ότι ο περί ύπαρξης δικαστικής ομολογίας ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά και τα πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, προσδίδοντας σε αυτό αντιφατικό ή ασαφές περιεχόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης με αυτή το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Το έτος 1988 μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος καταρτίστηκε σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους της οποίας η πρώτη ανέλαβε να πωλεί, σε τιμές χονδρικής, στον τελευταίο μηχανήματα του ανωτέρω γαλλικού οίκου, καθώς και άλλα των οποίων αυτή ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα, τα οποία στη συνέχεια ο αναιρεσείων θα μεταπωλούσε σε πελάτες του της Βορείου Ελλάδος, σε τιμές λιανικής.
Η καταβολή του συμφωνημένου, κάθε φορά τιμήματος, θα γινόταν "τοις μετρητοίς" και σε ειδικές περιπτώσεις και μετά προηγούμενη συμφωνία τους, με πίστωση ενός μηνός από την έκδοση του τιμολογίου. Ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι μεταξύ αυτής και του εκκαλούντος συμφωνήθηκε καταβολή τόκου 3% επί της αξίας των πωληθέντων μηχανημάτων σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του τιμήματος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε.
Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, η αναιρεσίβλητη πώλησε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα 1) κατά το χρονικό διάστημα από 9/05/1990 μέχρι και 23/11/1990 μηχανήματα συνολικής αξίας 20.743.338 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια (αναφέρονται τα τιμολόγια), 2) κατά το χρονικό διάστημα από 18/01/1991 μέχρι και 21/11/1991 μηχανήματα συνολικής αξίας 38.407.891 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια (αναφέρονται τα τιμολόγια) και 3) κατά το διάστημα από 8/01/1992 μέχρι και 30/09/1992, οπότε και διακόπηκε η συνεργασία τους, μηχανήματα συνολικής αξίας 38.759.562 δραχμών, για τα οποία εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια (αναφέρονται τα τιμολόγια).
Ότι μέχρι και 31/12/1991 ο αναιρεσείων είχε καταβάλλει σταδιακά έναντι του τιμήματος των πωληθέντων σε αυτόν, κατά τα έτη 1990 -1991, μηχανημάτων συνολικά 38.407.891 δραχμές και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο 20.859.996 δραχμών. Έτσι η οφειλή του αναιρεσειόντος προς την αναιρεσίβλητη, συνυπολογιζομένου και του από 38.759.562 δραχμές συνολικού τιμήματος των πωληθέντων σ' εκείνον, όπως προαναφέρθηκε κατά το έτος 1992 μηχανημάτων, ανήλθε στο ποσό των 59.619.558 δραχμών.
Έναντι αυτού ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 1/01/1992 μέχρι και 26/11/1992 κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη τμηματικά σε μετρητά συνολικά 28.630.964 δραχμές (αναφέρονται οι επιμέρους καταβολές). Ότι στις 24/07/1992 η αναιρεσίβλητη εταιρία παρέλαβε από τον αναιρεσείοντα δέκα (10) μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικής αξίας 10.000.000 δραχμών, που πληρώθηκαν.
Από το ποσό αυτό 5.300.000 δραχμές η αναιρεσίβλητη καταλόγισε σε τόκους ενώ για το από 4.700.000 δραχμές υπόλοιπο εξέδωσε το ταυτόχρονο ..... γραμμάτιο είσπραξης. Ενόψει όμως του ότι, όπως προαναφέρθηκε συμφωνίας περί καταβολής τόκων δεν αποδείχθηκε και το ποσό των 5.300.000 δραχμών η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταλογίσει έναντι του ανωτέρω οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο μετά υπολογισμό και των εν λόγω δύο ποσών μειώθηκε σ' αυτό των 20.988.594 δραχμών ήδη 61.595 ευρώ (59.619.558 -28.630.964 -10.000.000), ποσό για το οποίο έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της.
Ότι εξάλλου, η ύπαρξη του από 20.859.996 δραχμές υπολοίπου κατά την 31/12/1991, προκύπτει και από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την αναιρεσίβλητη ..... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής που αφορά την πρώτη πώληση μηχανημάτων του έτους 1992, όπου ως παλαιό (προηγούμενο) υπόλοιπο αναγράφεται το ποσό αυτό, επιβεβαίωσε όμως εξεταζόμενη και η μάρτυρας του αναίρεσείοντος ....., υπεύθυνη του λογιστηρίου του κατά τον επίδικο χρόνο.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτοδίκη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των 61.595 ευρώ. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να δεχτεί τ' ανωτέρω στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα προβάλλει ότι το Εφετείο ενώ δέχθηκε έλλειψη συμφωνίας περί τοκισμού του πιστωθέντος τιμήματος με επιτόκιο 3% μηνιαίως και με βάση την παραδοχή αυτή αφαίρεσε από το αγωγικό κονδύλιο που αφορούσε το τίμημα πώλησης εμπορευμάτων κατά το έτος 1992 το ποσό των 5.300.000 δραχμών που είχε καταλογίσει σε τόκους η ενάγουσα, δεν έπραξε τούτο αναφορικά με τις συναλλαγές των ετών 1990 - 1991, δεχθέν σιωπηρά και όλως αντιφατικά ότι ο καταλογισμός από την αναιρεσίβλητη καταβληθέντων εκ μέρους του χρηματικών ποσών σε τόκους και όχι στο κεφάλαιο ήταν νόμιμος και η οφειλή του στις 31-12-1991 ανέρχονταν σε 20.859.996 δραχμές.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η παραδοχή της προσβαλλομένης περί έλλειψης συμφωνίας για τοκισμό του πιστωθέντος τιμήματος αναφέρεται σε ζήτημα που δεν μπορούσε να επηρεάσει την έκβαση της δίκης αναφορικά με την υφιστάμενη από τις συναλλαγές των ετών 1990 -1991 οφειλή του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν προβλήθηκε και δη ωρισμένως ένσταση εξόφλησης αυτής, μερικώς ή ολικώς, με καταβολή εκ μέρους του συγκεκριμένων χρηματικών ποσών που καταλογίσθηκαν σε μη συμφωνημένους τόκους.
Ούτε εξάλλου επικαλείται ο αναιρεσείων ότι μαχόμενος ως προς το ύψος της οφειλής του για τις συναλλαγές του προαναφερόμενου χρόνου, απέδειξε, έστω ανταποδεικτικά, καταβολές συγκεκριμένων χρηματικών ποσών τα οποία καταλογίσθηκαν σε μη οφειλόμενους τόκους, όπως τούτο έπραξε για την οφειλή του από την πώληση σ' αυτόν εμπορευμάτων το έτος 1992.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο αναιρεσείων να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-4-2006 αίτηση του ....., για αναίρεση της 29/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ