Legislator Case Law & Legislation
64/2015 AI generated

Supreme Court annuls labor dismissal decision due to procedural violations and rejects restitution request.

Case Number 64/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's dismissal decision because the employer failed to prove the absence of suitable alternative positions for the dismissed employee. While the court found the primary appeal arguments valid regarding the employer's failure to demonstrate a vacant role, it rejected the request for restitution of funds paid under the annulled judgment. The court ordered the employer to pay the employee's salary for the period of wrongful dismissal and awarded legal costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656, 1, 5 of the Civil Code; Articles 5, 7 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code: The annulment of a labor contract termination requires strict compliance with statutory conditions; failure to prove the existence of a vacant position suitable for the dismissed employee renders the dismissal void, obligating the employer to pay wages and damages.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Procedural Nullity Vacant Position Requirement Wrongful Dismissal Restitution of Funds Employer Liability Supreme Court Review

Cited Legislation

AI generated
Articles 656, 1, 5 of the Civil Code
Articles 5, 7 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 349, 350, 656 of the Civil Code
Articles 174, 180 of the Civil Code
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 64 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 64/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "C.P.I. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ & ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ" που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Τερεζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 Κ ΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Τ. του Γ. ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργετίνα Στεφανάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5787/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2013 αίτησή της και τους από 9-1-2014 πρόσθετους λόγους επ' αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου διάβασε την από 13-2-2014 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων επ' αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των από 9-1-2014 πρόσθετων λόγων επ' αυτής, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ ,1 και 5 του ν. 2112 / 1920 , σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιορισθεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ. Ειδικώς, επί απολύσεως που οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται, όμως, αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του προς απόλυση εργαζομένου, που πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου, από απόψεως ικανοτήτων, προσόντων και απόδοσης, οφείλει να λάβει υπόψει και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε , εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που έχει ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία και αντιπροσώπευση εκτυπωτών, μηχανών σχεδίου, κοπτικών μηχανημάτων, φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μηχανημάτων τηλεομοιοτυπίας (ΦΑΞ) μάρκας SHARP, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, που είναι τεχνικός με αναγνωρισμένο πτυχίο ηλεκτρονικής μέσης σχολής, την 1-9-2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στην έδρα της ως διευθυντής του τομέα τεχνικού τμήματος αρχικά μεσαίων και εν συνεχεία και μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μηχανημάτων τηλεομοιοτυπίας (ΦΑΞ) με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, επί οκτώ ώρες ημερησίως και μισθό 1.800 ευρώ το μήνα.

Η πρόσληψη του ενάγοντος από την εναγομένη έγινε όταν αυτή απορρόφησε, την 1-9-2004 τον κλάδο φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μηχανημάτων ΦΑΞ από την εταιρεία με την επωνυμία "ELEPHANT Μεγάλα Καταστήματα Ηλεκτρικών και Οικιακών Ειδών Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία", προηγούμενη εργοδότρια του ενάγοντος στην οποία αυτός εργαζόταν ήδη από τις 2-10-1989 ως τεχνικός φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και ΦΑΞ και προσέλαβε το σύνολο του προσωπικού της με ταυτόχρονη διατήρηση των όρων της εργασιακής τους σχέσης και την προϋπηρεσία του ενάγοντος από την αρχική πρόσληψή του, ήτοι από 2-10-1989.

Με την ως άνω ειδικότητα ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του με ευσυνειδησία και αποδοτικότητα στην εναγομένη έως και τις 31-3-2009, οπότε η τελευταία προέβη στην έγγραφη καταγγελία της ένδικης συμβάσεώς του με το πρόσχημα της δήθεν κατάργησης της θέσης εργασίας του, καταβάλλοντος συγχρόνως σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωσή του, την οποία εισέπραξε με επιφύλαξη.

Στην πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε, ότι η απόλυση αυτή, όσο και άλλων συναδέλφων του ενάγοντος - των οποίων οι απολύσεις είχαν ξεκινήσει σταδιακά από το έτος 2006 και εφεξής - οφειλόταν στο γεγονός, ότι από το εν λόγω έτος δημιουργήθηκε ανάγκη αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εναγομένης με σκοπό τη μείωση του προσωπικού της για λόγους οικονομίας, που επιβαλλόταν από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετώπιζε η επιχείρησή της, στο πλαίσιο της οποίας έγινε συγχώνευση του τεχνικού τομέα των μικρών και μεσαίων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μηχανημάτων ΦΑΞ, όπου ο ενάγων εργαζόταν ως διευθυντής, με τον αντίστοιχο τομέα των μεγάλων μηχανημάτων, όπου ήδη εργαζόταν ως διευθυντής ο Δ.

Δ., ο οποίος και παρέμεινε μετά την απόλυση του ενάγοντος να εργάζεται στην εναγομένη ως μοναδικός προϊστάμενος του ενιαίου πλέον τεχνικού τομέα φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων (μικρών - μεσαίων - μεγάλων) και μηχανημάτων ΦΑΞ της εναγομένης. Ο ενάγων κατά τον ανωτέρω χρόνο της απόλυσής του από την τελευταία διήγε το 54° έτος της ηλικίας του, είχε συνολική προϋπηρεσία στην εναγομένη -που λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω - 20 ετών (1989 - 2009) επρόκειτο να θεμελιώσει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών, πράγμα που συνεπαγόταν ιδιάζουσα δυσκολία έως αδυναμία στην ανεύρεση άλλης θέσης εργασίας, ήταν έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα , οικονομικά εξαρτώμενα απ' αυτόν και την εργαζόμενη σύζυγο του, ήταν έμπειρος, ικανός και αποδοτικός στην όλη παραγωγική διαδικασία του τομέα του.

Η εναγομένη συνεκτιμώντας τις ανωτέρω προσωπικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες του ενάγοντος όφειλε, προτού προβεί στην απόλυσή του, που ήταν το έσχατο μέσο για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησής της, να του προτείνει την απασχόλησή του στην υποδεέστερη θέση του απλού τεχνικού σε σχέση μ' αυτήν του προϊσταμένου, που κατείχε μέχρι την 31-3-2009, στα καθήκοντα της οποίας αναμφισβήτητα αυτός θα μπορούσε να ανταποκριθεί με επάρκεια, διότι διέθετε όλα τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Επίσης, μπορούσε να του προτείνει να εργαστεί σε θέση πωλητή των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και ΦΑΞ που εμπορευόταν, ενόψει του ότι αυτός ως τεχνικός και άριστος γνώστης των τεχνικών χαρακτηριστικών των μηχανημάτων αυτών κάλλιστα μπορούσε να τα προωθήσει στην αγορά ή ακόμη και σε θέση υπαλλήλου γραφείου ή αποθήκης, που επίσης αυτός μπορούσε να ανταποκριθεί βάσει της εμπειρίας και των γνώσεών του.

Η εναγομένη, πέραν της παράλειψής της για μετάθεση του ενάγοντος σε άλλη (υποδεέστερη) θέση εργασίας, δεν του πρότεινε ούτε και την ηπιότερη λύση, σε σχέση με την απόλυση, της μείωσης των αποδοχών του ή της μείωσης του ωραρίου του. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η εναγομένη συνομολογεί, ότι δεν παρείχε τη δυνατότητα στον ενάγοντα να παραμείνει εργαζόμενος στην επιχείρησή της προσφέροντάς του κάποια από τις ανωτέρω λύσεις, διότι θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.

Πλην, όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προσφορά οιασδήποτε των ανωτέρω λύσεως στον ενάγοντα, εφόσον γινόταν προς το σκοπό αποφυγής του επαχθέστερου μέτρου της απόλυσής του ,δεν θα συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Κατά το χρόνο απόλυσης του ενάγοντος η εναγομένη διατήρησε στην επιχείρησή της άλλους εργαζόμενους της ίδιας ειδικότητας μ' αυτήν του ενάγοντος , με μικρότερη όμως αρχαιότητα, ηλικία, οικονομικές και οικογενειακές υποχρεώσεις.

Συγκεκριμένα, αυτή διατήρησε τον πριν την απόλυσή του προϊστάμενο του τομέα τεχνικού τμήματος μεγάλων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων Δ. Δ., που ήταν νεότερος του ενάγοντος κατά έξι έτη (48 ετών) και είχε περισσότερες ευκαιρίες ανεύρεσης άλλης εργασίας, διέθετε την ίδια προϋπηρεσία μ'αυτόν (1989 - 2009), ήταν πατέρας ανηλίκων τέκνων και σύζυγος εργαζόμενης.

Τον προαναφερθέντα, τον οποίο σημειωτέον ο ενάγων αναπλήρωνε κατά τις απουσίες του στην εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά και συστηματικά συνεργαζόταν μαζί του, κατά την εγκατάσταση και συντήρηση όλων των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και ΦΑΞ, τοποθέτησε μετά την απόλυση του ενάγοντος στη θέση του διευθυντή τεχνικού τομέα φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων όλων των κατηγοριών και μηχανημάτων ΦΑΞ.

Επίσης, διατήρησε στην επιχείρησή της ως τεχνικούς συναδέλφους του ενάγοντος, που ήταν υφιστάμενοι του όταν αυτός υπήρξε πριν την απόλυσή του προϊστάμενος του τεχνικού τομέα μικρών και μεσαίων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και ΦΑΞ και δη τους: 1) Σ. Π., ηλικίας 42 ετών, άγαμο, με αναγνώριση προϋπηρεσίας από το έτος 1995, 2 ) Σ.

Γ., ηλικίας 40 ετών, άγαμο, με αναγνώριση προϋπηρεσίας από το έτος 2004, 3) Ν. Κ. ηλικίας 45 ετών, διαζευγμένο, πατέρα ανηλίκου τέκνου , με αναγνώριση προϋπηρεσίας από το έτος 1993 και 4) Π. Π., ηλικίας 45 ετών, πατέρα ανηλίκου τέκνου, με αναγνώριση προϋπηρεσίας από το έτος 1993. Ο ισχυρισμός της εναγομένης. ότι προτίμησε να κρατήσει ως εργαζόμενους τους προαναφερθέντες και ν' απολύσει τον ενάγοντα ,διότι αυτός δεν διέθετε τα τυπικά προσόντα για την απασχόλησή του στον τομέα των μεγάλων μηχανημάτων ακόμη και ως απλός τεχνικός, λόγω της μη συμμετοχής του στα εκάστοτε εκπαιδευτικά σεμινάρια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον και αν ακόμη αυτός δεν διέθετε τις απαιτούμενες εξειδικευμένες γνώσεις εγκατάστασης και συντήρησης των μεγάλων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, ωστόσο θα μπορούσε λόγω της πολύχρονης εμπειρίας του στον ως άνω τομέα, όπου εργαζόταν, και της μακρόχρονης παραμονής του στη θέση αυτή ως προϊστάμενος ν' ανταπεξέλθει αποτελεσματικά σε οποιαδήποτε θέση τεχνικού και αν τον τοποθετούσε η εναγομένη.

Υπό τα δεδομένα αυτά καθίσταται πρόδηλο ότι η επιλογή του ενάγοντος για απόλυση, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προαναφερθέντα στοιχεία έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενομένη.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια και απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της εναγομένης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παρεβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον προϋπόθεση της διατήρησης στην υπηρεσία, σε περίπτωση απόλυσης μισθωτού για οικονομοτεχνικούς λόγους, είναι ο απολυθείς και ο διατηρηθείς εργαζόμενος να είναι της ιδίας κατηγορίας και του ιδίου επιπέδου, ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, για τα οποία ουδέν αναφέρει ως προς τον εργαζόμενο Δ.

Δ., αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) δεν αναφέρεται ποια ήταν η υπηρεσιακή απόδοση του απολυθέντος ενάγοντος σε σχέση με την υπηρεσιακή απόδοση του διατηρηθέντος Δ. Δ., β) δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του Δ.

Δ., από τις οποίες θα μπορούσε να εξαχθεί, αν ο ενάγων υπερτερούσε ή όχι ή ήταν ισοδύναμος ή υστερούσε σε σχέση με τον Δ. Δ. και αν ο πρώτος μπορούσε να διευθύνει και τον τομέα των μεγάλων ως άνω μηχανημάτων, γ) ενώ αναφέρεται ότι η απόλυση του ενάγοντος έγινε για λόγους οικονομοτεχνικούς, δεν συνδέεται η απόλυσή του με τη συγχώνευση του τομέα των μικρών και μεσαίων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μηχανημάτων ΦΑΞ, του οποίου διευθυντής ήταν ο ενάγων, με τη συγχώνευση του αντίστοιχου τομέα των μεγάλων μηχανημάτων, όπου διευθυντής ήταν ο Δ.

Δ., ο οποίος και παρέμεινε διευθυντής όλων των ως άνω τομέων (μικρών, μεσαίων και μεγάλων ), δ) ενώ αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα " ... διατήρησε στην επιχείρησή της άλλους εργαζόμενους της ίδιας ειδικότητας μ' αυτήν του ενάγοντος , με μικρότερη όμως αρχαιότητα, ηλικία, οικονομικές και οικογενειακές υποχρεώσεις ..." στη συνέχεια μνημονεύει μόνον ότι ο Δ.

Δ.ς είναι νεότερος κατά έξι έτη του ενάγοντος, ότι είχαν την ίδια υπηρεσιακή αρχαιότητα, ότι ήταν πατέρας ανηλίκων τέκνων, χωρίς να μνημονεύει τον αριθμό των τέκνων του (ο ενάγων ήταν πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων με σύζυγο εργαζόμενη) και ότι είχε σύζυγο εργαζόμενη, ε) δεν προσδιορίζεται το είδος, η μορφή και η έκταση των δυσμενών οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών του ενάγοντος σε σχέση με τις αντίστοιχες συνέπειες του Δ.

Δ., στ) ενώ αναφέρεται ότι ήταν προσχηματική η απόλυση του ενάγοντος με την επίκληση της δήθεν κατάργησης της θέσης εργασίας του, στη συνέχεια δέχεται ότι έγινε συγχώνευση της θέσης του ενάγοντος με τη θέση του διευθυντή των μεγάλων μηχανημάτων, και ζ ) ενώ αναφέρεται ότι ο ενάγων μπορούσε να τοποθετηθεί σε θέση απλού υπαλλήλου δεν διαλαμβάνονται παραδοχές ότι υπήρχε κενή θέση υπαλλήλου ,για να τοποθετηθεί σ' αυτή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου , η αίτηση επαναφοράς μπορεί να υποβληθεί και με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων. Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο των από 9/1/2014 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ζητεί, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλλει σ' αυτήν κάθε ποσό που του κατέβαλε σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η αίτηση αυτή, η οποία συνεκδικάζεται με την αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ανεξάρτητα από την αοριστία της (δεν προσδιορίζεται το αιτούμενο χρηματικό ποσό) είναι ουσία αβάσιμη, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία καταβολής του τελεσιδίκως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικού ποσού

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5787/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ