Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible evidence requests and failure to summarize objections.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving three employees. The appellant failed to properly submit procedural objections and evidence requests, lacking required summaries and page references as mandated by law. Consequently, the Court ruled that the lower court did not commit any reversible error by rejecting these inadmissible submissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 450(2) and 451(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(8)(a) and 559(9) of the Code of Civil Procedure: Procedural objections and evidence requests must include a summary and page references to be admissible; failure to comply renders them inadmissible, precluding appellate review of the lower court's rejection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 64 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 64/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Ε. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Κανελλόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε.-Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευάγγελου Μπέλλου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "MANPOWER TEAM A.E. ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/9/2003 (2) αγωγές των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3626/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/5/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 3/12/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ, κατά την οποία, "αν κάτι άλλο δεν προκύπτει από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωσή του και η αξίωση του εργοδότη στην εργασία είναι αμεταβίβαστη",σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361 και 648 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν σύμβαση εργασίας μισθωτού κατόπιν συναινέσεως του τελευταίου, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι ο μόνος υπόχρεος προς καταβολή του μισθού λόγω της μη μεταβολής της συμβάσεως εργασίας ως προς την υποχρέωση αυτή έναντι του μισθωτού.
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 έως 26 του ν. 2956/2001 "αναδιάρθρωση ΟΑΕΔ και άλλες διατάξεις" ρυθμίστηκαν το πρώτον τα σχετικά με τη λειτουργία των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης θέματα (ΕΠΑ, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται: Αρθρο: 20 "1. Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) είναι οι εταιρείες οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη ( έμμεσο εργοδότη ) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης. 2. Ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης ) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό ,ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης ) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και επιτρέπεται μόνο υπό τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων του παρόντος ...
Άρθρο 22: 1. Για παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση συνάπτεται μεταξύ της Εταιρείας Προσωρινής Απασχόλησης (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού ... 2. Με την κατά την προηγούμενη παράγραφο σύμβαση προσδιορίζεται επίσης το ύψος των αποδοχών του μισθωτού ... 3.
Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. 4 Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από οκτώ μήνες. Επιτρέπεται η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότη με την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 5.
Σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειάς της και της τυχόν ανανέωσής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη ...".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την αυτοδίκαιη μετατροπή της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη αρκεί το γεγονός ότι απασχολήθηκε διαδοχικά σε αυτήν δανειστικά για χρόνο μεγαλύτερο των 18 μηνών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα ,όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα ,η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή ,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) ,όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση ποία πραγματικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως διορθώθηκε με την 1959/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, και τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "MANPOWER TEAM A.E." και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη είναι εταιρεία προσωρινής απασχόλησης έχουσα ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την παραχώρηση εργαζομένων σε τρίτους με τη μορφή δανεισμού.
Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής κατάρτισε με τις ενάγουσας Ε. Μ. και Λ. Σ. (δύο πρώτες αναιρεσίβλητες), τις από 1/3/2000 και 29/5/2000 αντίστοιχα έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων τις προσέλαβε ως υπαλλήλους γραφείου και τις παραχώρησε για να προσφέρουν τις υπηρεσίες της στη δεύτερη εναγομένη "ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" και ήδη αναιρεσείουσα.
Η σύμβαση της πρώτης ενάγουσας έληξε την 31/8/2000, συνέχισε όμως να απασχολείται στη δεύτερη εναγομένη (έμμεση εργοδότη), δυνάμει των παρακάτω ορισμένου χρόνου συμβάσεων, που συνήφθησαν μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης: Από 1/9/2000 έως 28/2/2001, από 1/3/2001 έως 31/5/2001, από 1/6/2001 έως 31/8/2001, από 31/8/2001 έως 30/11/2001, από 30/11/2001 έως 30/5/2002, ενώ από 31/7/2002 έως 4/7/2003, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της, απασχολήθηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου.
Η σύμβαση της δεύτερης ενάγουσας έληξε την 1/6/2001, συνέχισε όμως και αυτή να απασχολείται στη δεύτερη εναγομένη (έμμεση εργοδότρια) δυνάμει των παρακάτω ορισμένου χρόνου συμβάσεων, που συνήφθησαν μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης: Από 1/6/2001 έως 31/8/2001, από 31/8/2001 έως 30/11/2001, από 30/11/2001 έως 28/2/2002, από 1/3/2002 έως 21/4/2002 και από 22/4/2002 απασχολήθηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου, έως την 4/7/2003, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της.
Εν τω μεταξύ την 6/11/2001 άρχισε να ισχύει ο νόμος 2956/2001. Έτσι, μετά τις από 30/11/2001 συμβάσεις, οι οποίες ήταν έγγραφες και περιείχαν τα απαιτούμενα από το άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου αυτού στοιχεία, η εργασιακή σχέση των διαδίκων ρυθμιζόταν πλέον από το νόμο αυτό. Από την 30/11/2001 μέχρι τις 4/7/2003 που απασχολήθηκαν οι ενάγουσες στη δεύτερη εναγομένη, απασχολήθηκαν συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών που θέτουν ως ανώτατο όριο οι προαναφερόμενες δια- τάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 και 5 του ν. 2956/2001.
Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ενώ έτσι είχαν τα πράγματα οι εναγόμενες κάλεσαν τις ενάγουσες να υπογράψουν έγγραφο οικειοθελούς αποχώρησης από την πρώτη εναγομένη, καθώς και έγγραφο - έντυπο νέας σύμβαση εργασίας μεταξύ της κάθε ενάγουσας και της εταιρείας "PROJECT SOLUTION Α.Ε.", η οποία φερόταν ως εργοδότης τους.
Αρνήθηκαν να τα υπογράψουν φοβούμενες καταστρατήγηση με τη μέθοδο αυτή, των δικαιωμάτων τους που απέρρεαν από τις πιο πάνω συμβάσεις τους με τον αρχικό εργοδότη τους και στις 3/7/2003 προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας ,εκθέτοντας το ζήτημα που ανέκυψε, ημερομηνία δε συζήτησης των προσφυγών ορίστηκε η 17/7/2003 .
Την επομένη της προσφυγής, ήτοι την 4/7/2003 οι εναγόμενες κατήγγειλαν τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών και ότι υπό τα περιστατικά αυτά η από 4/7/2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κάθε ενάγουσας έγινε για λόγους εκδικητικότητας των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων, λόγω της προηγηθείσας ως άνω μη αρεστής στις εναγόμενες συμπεριφοράς των εναγουσών, η οποία απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην προστασία, με νόμιμο τρόπο, των δικαιωμάτων τους.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι η εν λόγω καταγγελία υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της εναγομένης και συνεπώς είναι καταχρηστική. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 και 5 του ν. 2956/2001, καθόσον, α ) σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτή διορθώθηκε ,υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν οι ενάγουσες και ήδη δύο πρώτες αναιρεσίβλητες με την εταιρεία με την επωνυμία "MANPOWER TEAM A.E.", τρίτη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι εταιρεία προσωρινής απασχόλησης και έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την παραχώρηση εργαζομένων σε τρίτους, με τη μορφή δανεισμού, και οι οποίες απασχολούντο, μετά από δανεισμό από την αρχική (άμεση) εργοδότρια στην αναιρεσείουσα ( έμμεση εργοδότρια ), μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, δηλαδή από τις 30/11/2001 έως τις 4/7/2003, οπότε καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις τους από την αναιρεσείουσα, απασχολήθηκαν συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα οκτώ (18) μηνών, με συνέπεια οι συμβάσεις μεταξύ των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και της αναιρεσείουσας ως έμμεσης εργοδότριας, να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου και β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η άμεση εργοδότρια και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη προσέλαβε τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου την 1/3/2000 29/5/2000 αντίστοιχα και τις παραχώρησε με δανεισμό στην αναιρεσείουσα εταιρεία, και ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που καταρτίσθηκαν στις 30/11/2001, δηλαδή υπό την ισχύ του νόμου 2956/2001 (η ισχύς του άρχισε από 6/11/2001) μέχρι και τις 4/7/2003, που η αναιρεσείουσα κατάγγειλε τις συμβάσεις αυτές παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα οκτώ (18) μηνών, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας ως έμμεσης εργοδότριας, στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αιτιολογίες σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ,ένσταση ή αντένσταση .
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως ή μη νομίμως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 Κ.Πολ. Δ., είτε γιατί, δεν επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ,σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή με την επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, στις από 16/1/2006 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της εφέσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής και της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, αναφέρει ότι, "Προσάγουμε και επικαλούμαστε επικυρωμένο αντίγραφο των πρωτόδικων προτάσεών μας, ώστε να αποτελούν με τις παρούσες ενιαίο σύνολο, στα επί μέρους κεφάλαια των οποίων αναφερόμαστε και συγκεκριμένα: 1.2.3.4.5.6.
Στα κεφάλαια 3 και 4 όπου υποβάλλεται αίτημα συμψηφισμού προς την καταβληθείσα αποζημίωση και επίδειξης εγγράφων και στη συνέχεια ζητείται η απόρριψη της αγωγής". Η επανυποβολή όμως της ενστάσεως συμψηφισμού ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα δεν έγινε παραδεκτώς, αφού στις προτάσεις δεν περιλαμβάνεται σύντομη περίληψη της ενστάσεως συμψηφισμού και του αιτήματος επιδείξεως εγγράφου, ούτε αναγράφονται οι σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων στις οποίες περιέχονται οι παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμοί.
Κρίνοντας ,συνεπώς το Εφετείο, ότι η ένσταση συμψηφισμού δεν επαναφέρθηκε ενώπιον αυτού και ότι δεν "λαμβάνεται υπ' όψιν", δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α'του Κ.Πολ.Δ, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, μέρος πρώτο είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
α' του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, γα μη λήψη υπόψη του αιτήματος επιδείξεως εγγράφου, το οποίο απορρίφθηκε εκ του πράγματος από το Εφετείο, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν επανυπέβαλε το αίτημα αυτό παραδεκτώς με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, με σύντομη περίληψη του αιτήματος και της σελίδας των πρωτοδίκων προτάσεων, στην οποία περιέχεται το αίτημα αυτό.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, ήτοι να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα επιδείξεως εγγράφων. Το αίτημα αυτό, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι υποβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτο, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε, α) ποίο είναι το συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη, β) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι κάτοχος του εγγράφου αυτού, γ) ποίο είναι το περιεχόμενο του και δ) βάσει ποίων περιστατικών θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον της προς επίδειξη του εγγράφου. Επομένως, το Εφετείο με το να απορρίψει εκ του πράγματος το ως άνω αίτημα επιδείξεως εγγράφου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/5/2009 αίτηση για αναίρεση της 3626/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ