Supreme Court allows appeal against civil liability judgment for traffic accident, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by two individuals against a Thessaloniki Court of Appeal judgment regarding civil liability for a traffic accident. The appellants argued that the lower court incorrectly applied substantive law and failed to apply relevant provisions of the Civil Code and the Law on Traffic Accidents. The court found these arguments valid, noting the lower court's erroneous application of non-applicable articles and failure to apply applicable ones. Consequently, the judgment was annulled, the case remanded for retrial before a different panel, and the respondent ordered to repay the appellants' damages plus interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 249, 937 of the Civil Code; Articles 10(2), 19(4) of the Law on Traffic Accidents: An appeal under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure is admissible when a court of first instance violates substantive law rules, including erroneous application or non-application of mandatory provisions, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 64 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 64/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Χ. του Γ., 2) Σ. Χ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κακαβέλα και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1501/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/5/2009 αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 7/9/2010 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου (στο σύνολο του), του τρίτου και τετάρτου λόγων κατά το ένα μέρος τους, της από 4-5-2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1501/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παρα-δοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και, οι ερμη-νευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιά-ζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 §1 του Ν.489/1976 το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την οριζόμενη στην §2 του ίδιου άρθρου αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα όταν α) ...
β) το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστο αυτοκίνητο, γ) ... δ) .... Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ν. 489/1976 και 7 και 9 Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε προκύπτει ότι ανασφάλιστο είναι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, όταν δεν καταρτίστηκε ποτέ σύμβαση ασφαλίσεως ή η καταρτισθείσα ακυρώθηκε ή έληξε ή ανεστάλη η ισχύς της κατά νόμιμο τρόπο, χωρίς να συναφθεί νέα σύμβαση ασφαλίσεως.
Σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδίαν αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου 19) και το τελευταίο (Ε.Κ.) με την καταβολή της αποζημίωσης υποκα-θίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή, πλην της ανωτέρω περιπτώσεως δ' (πτώχευση ασφαλιστή κλπ) κατά την οποία δεν υποκαθίσταται στα εν λόγω δικαιώματα (παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου 19).
Η ανωτέρω υποκατάσταση, έχει την έννοια της ex lege μεταβίβασης της απαίτησης αποζημιώσεως στο Ε.Κ. Η μεταβίβαση αυτή, συνο-δεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση δικαιούται να αντιτάξει κατά του Ε.Κ. τις εντάσεις που θα μπορούσε να προβάλει αν ενήγετο όχι από το Ε.Κ αλλά από τον παθόντα.
Ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Ε.Κ. αναγωγικά δικαιούται να προβάλλει κατ' αυτού, μεταξύ άλλων την ένσταση της διετούς παραγραφής της §2 του άρθρου 10 του ΠΔ 237/86 που ισχύει και επί του Επικουρικού Κεφαλαίου, βάσει του άρθρου 19 παρ.2 του ΠΔ 237/86 με την έννοια ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση έναντι του παθόντος, του οποίου την ευθύνη καλύπτει το Επικουρικό Κεφάλαιο, ως συναίτιος μετ' άλλου και εις ολόκληρον ευθυνόμενος, δικαιούται να προβάλλει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος από την ΑΚ 300 του ίδιου του Επικουρικού Κεφαλαίου ως αναγωγικά ενάγοντος, όταν το τελευταίο, εναχθέν ήδη αναγωγικά από τον ασφαλιστή του ευθυνομένου εις ολόκληρον συναιτίου μετ' εκείνου, του οποίου την ευθύνη καλύπτει το Επικουρικό Κεφάλαιο, παρέλειψε να προβάλλει κατά του ίδιου ασφαλιστή την από αυτόν (ασφαλιστή) υπαίτιο παράλειψή του της προβολής κατά του παθόντος της ένστασης της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 § 2 του Ν.489/1976, η προβολή δε της ένστασης αυτής δυνατόν να οδηγήσει σε πλήρη απαλλαγή έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου του εναγομένου από το τελευταίο αναγωγικά συνυποχρέου.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. α'-δ', 6 §§ 1, 2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου, όπως και εκείνη κατά του ασφαλιστή, παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ. του ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 §1 ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξιώσεως.
Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξιώσεως αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Εφαρμόζεται όμως η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη.
Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως. Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γενέσεως της αξιώσεως του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξεως, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/1986 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθαρίσεως των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1Σ), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της (ΑΠ 603/2006, 240/2004).
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός με οποιαδήποτε μορφή ζημίας (θετικής ή αποθετικής) και γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, της οποίας η δικαστική επιδίωξη είναι δυνατή, αρχίζει η παραγραφή της σχετικής αξίωσης προς αποζημίωση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976, ως προς την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας, είναι δύο ετών από της ημέρας του ατυχήματος.
Τρέχει από τότε ο χρόνος παραγραφής για όλες τις ζημίες, επελθούσες και μέλλουσες, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Ολ. ΑΠ 38/96, 24/2003). Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση από ορισμένη αιτία, η επίδοση της αγωγής διακόπτει, σύμφωνα με τα άρθρα 261 εδ.
α' ΑΚ και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία και όχι για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, ανεξαρτήτως αν ως προς τις τελευταίες είχε γίνει επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους (ΑΠ 123/1999).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 926 παρ.1 ΑΚ, αν από κοινή πράξη περισσότερων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται εις ολόκληρον. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών.
Η παραπάνω διάταξη ρυθμίζει την δυνατότητα που έχει εκείνος από τους περισ-σότερους συνοφειλέτες, που κατέβαλε όλη την αποζημίωση, να στραφεί κατά των άλλων συνοφειλετών και να απαιτήσει από αυτούς να αναλάβουν μέρος ή και όλη την αποζημίωση (δικαίωμα αναγωγής). Το δικαίωμα αναγωγής στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνοφειλετών, κατά κανόνα ασκείται με αγωγή.
Η αγωγή, έχει τη μορφή αυτοτελούς ή παρεμπίπτουσας, αναλόγως του αν: α) ο συνοφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη τη ζημία του ζημιωθέντος ή κατέβαλε περισσότερα από τη μερίδα του ή β) αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη είτε μόνος είτε μαζί με άλλους συνοφειλέτες στη δίκη αποζημιώσεως δεν έχει ακόμη καταβάλει τίποτε και για την περίπτωση ήττας του, εγείρει αγωγή (αναγωγή) κατά των λοιπών συνοφειλετών.
Στην (α) περίπτωση το δικαίωμα αναγωγής ασκείται με αυτοτελή αγωγή, ενώ στη (β) περίπτωση ασκείται με παρεμπίπτουσα αγωγή. Τέλος, όταν την ίδια ζημία υποχρεούνται να αποκαταστήσουν διάφορα πρόσωπα έστω και βάσει διαφορετικής αιτίας όπως π.χ. είναι από τη μια πλευρά το Ε.Κ και από την άλλη ο κύριος, ο κάτοχος και οδηγός και ο ασφαλιστής τους ή περισσότερα συναίτια πρόσωπα τότε μεταξύ τους υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη.
Συμβιβασμός που συνάπτεται μεταξύ παθόντος και ενός εις ολόκληρον υπόχρεου δεν επιτρέπεται καταρχήν ν' αντιταχθεί κατά του Ε.Κ, εκτός αν το τελευταίο τον εγκρίνει (ΑΚ 486). Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρον 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 19-7-2005 αγωγή του, το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο ισχυρίστηκε ότι την 17-7-1996, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, κάτω από τις ειδικότερα εκτιθέμενες οδικές συνθήκες και περιστάσεις, μεταξύ του υπ' αριθμ. κυκλ. ... γεωργικού ελκυστήρα ιδιοκτησίας του Δ. Σ., τον οποίο οδηγούσε ο ίδιος και ο οποίος ήταν ασφαλισμένος για τις ζημίες που το παραπάνω όχημά του τυχόν θα προξενούσε σε τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και της υπ' αριθμ.
κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας αμφοτέρων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθενός από αυτούς, την οποία οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς και η οποία κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ανασφάλιστη. Ότι κατά την ανωτέρω σύγκρουση, τραυματίστηκε βαρύτατα ο Α. Τ., ο οποίος επέβαινε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα ως συνεπιβάτης και ότι ο τελευταίος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και εναντίον του Δ.
Σ., της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ" και κατά των αναιρεσειόντων την από 30-5-1997 αγωγή του. Ότι εν συνεχεία, οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά του Α. Τ. και της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ" την από 20-3-1998 αγωγή τους, ενώ η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", άσκησε εναντίον των αναιρεσειόντων και του Επικουρικού Κεφαλαίου την από 25-6-1998 παρεμπίπτουσα αγωγή της και το Επικουρικό Κεφάλαιο, την από 2-12-1998 παρεμπίπτουσα επίσης αγωγή του, κατά των αναιρεσειόντων.
Ότι οι ανωτέρω αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 521/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η οποία, αφού έκρινε ότι για την πρόκληση της παραπάνω σύγκρουσης τυγχάνουν συνυπαίτιοι αμφότεροι οι οδηγοί των δυο οχημάτων και συγκεκριμένα ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα κατά ποσοστό 70% και ο οδηγός της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 30%, επεδίκασε στον ενάγοντα Α.
Τ. τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσά και ότι η ως άνω απόφαση, κατέστη ήδη τελεσίδικη με την έκδοση της υπ' αριθμ. 544/2003 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ότι ο ανωτέρω παθών, Α. Τ., άσκησε στη συνέχεια την από 30-6-1999 δεύτερη αγωγή του, κατά των κληρονόμων του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα (καθόσον ο τελευταίος είχε ήδη αποβιώσει) και κατά της ασφαλιστικής του εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", οπότε και η τελευταία, άσκησε την από 24-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των εδώ αναιρεσειόντων και του Επικουρικού Κεφαλαίου, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτούσιο στο ίδιο δικόγραφο.
Ότι στις 15-12-1999, δηλαδή πριν καταστεί τελεσίδικη η υπ' αριθμ. 521/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας επί της πρώτης αγωγής του παθόντος Α. Τ. και πριν τη συζήτηση των ανωτέρω από 30-6-1999 και 24-11-1999 αγωγών, επιτεύχθηκε συμβιβασμός μεταξύ του παθόντος - κυρίως ενάγοντος Α. Τ. και της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ", σύμφωνα με τον οποίο ο Α.
Τ. περιόρισε τις αξιώσεις του που απέρρεαν τόσο από την υπ' αριθμ. 521/1999 απόφαση ως προς την πρώτη αγωγή του όσο, και από την από 30-6-1999 δεύτερη αγωγή του, παραιτούμενος της αξιώσεως και των κονδυλίων που λεπτομερώς αναφέρονται στο κρινόμενο δικόγραφο, αποδεχόμενος το συνολικό ποσόν των 132.061,63 ευρώ (45.000.000 δρχ) συμβιβαστικά έναντι των προαναφερθεισών συνολικών απαιτήσεών του και από τις δύο αγωγές.
Ότι η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", μετά την ολοσχερή καταβολή του ανωτέρου ποσού στον Α. Τ., αξίωσε αναγωγικά στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 927 ΑΚ από το Επικουρικό Κεφάλαιο, να του καταβάλλει το 30% του ανωτέρω ποσού των 132.061,63 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 39.618,49 ευρώ, καθόσον στο 30% ανερχόταν το ποσοστό συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού της ανασφάλιστης μοτοσικλέτας, στην πρόκληση του τραυματισμού του ανωτέρω παθόντος, την ευθύνη του οποίου κάλυπτε κατά νόμο το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Ότι περαιτέρω, το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλλε πράγματι στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" το ποσόν των 39.618,49 ευρώ, το οποίο αφορούσε: α) ποσό 17.756,07 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 30% του συνολικώς επιδικασθέντος στον Α. Τ. χρηματικού ποσού δυνάμει της υπ' αριθμ.521/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας επί της πρώτης αγωγής και β) ποσό 21.862,42 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 30% επί του καταβαλλομένου από την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" στον Α.
Τ. ποσού (ήτοι του ποσού των 72.874,72 ευρώ) για την δεύτερη από 30-6-1999 αγωγή του, κατόπιν του ανωτέρω εξώδικου συμβιβασμού και μετά τον περιορισμό των αντιστοίχων κονδυλίων του για απώλεια εισοδημάτων και την παραίτησή του από τα κονδύλια περί βελτιωμένης διατροφής και διατροφής της μητέρας του, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο.
Κατόπιν του ανωτέρω ιστορικού, το Επικουρικό Κεφάλαιο ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες εις ολόκληρον έκαστος αναγωγικά να του καταβάλλουν το χρηματικό ποσό των 21.862,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 19-3-2001, ημέρα καταβολής του στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Οι αναιρεσείοντες με σχετική δήλωση των πληρεξουσίων τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις τους, προέβαλλαν τον ισχυρισμό ότι οι απαιτήσεις του παθόντος Α. Τ. όσον αφορά τα διαφυγόντα εισοδήματά του λόγω του τραυματισμού του κατά το αναφερόμενο στην αγωγή τροχαίο ατύχημα, οι οποίες (απαιτήσεις) ασκήθηκαν με την δεύτερη από 8-9-1999 αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στις 1-11-1999, είχαν υποπέσει σε παραγραφή όσον αφορά το ενάγον τότε αναγωγικά και ήδη αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, πλην όμως το τελευταίο, δεν πρότεινε την ένσταση αυτή της παραγραφής αλλά αντιθέτως κατέβαλλε στην Αγροτική ΑΕΕΓΑ (η οποία συνήψε με τον Α.
Τ. εξώδικο συμβιβασμό) το χρηματικό ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσοστό εκ 30%, κατά το οποίο ο πρώτος των εναγομένων, ως οδηγός της δίκυκλης ανασφάλιστης μοτοσικλέτας, είχε κριθεί συνυπαίτιος στην πρόκληση του τραυματισμού του ανωτέρω παθόντος. Τον εν λόγω δε ισχυρισμό περί παραγραφής της απαίτησης του ανωτέρω παθόντος κατά του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, και κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής Εταιρείας σε συνδυασμό με ισχυρισμό συναφή από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, πρότειναν στην παρούσα εξ αναγωγής δίκη παραδεκτά και νόμιμα οι αναιρεσείοντες και τότε εναγόμενοι, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά του εξ υποκατάστασης στα δικαιώματα του παθόντος, ενάγοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο παρέλειψε να την προτείνει όταν ικανοποίησε την αναγωγική αξίωση της Αγροτικής Ασφαλιστικής όσο αυτή αφορούσε την κάλυψη αντίστοιχης αγωγικής αξίωσης του κυρίως ενάγοντος παθόντος από τη δεύτερη αγωγή του.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ως εναγόμενοι τότε αναγωγικά ότι: α) ο παθών Α. Τ. άσκησε την πρώτη του αγωγή το 1997 και διέκοψε την παραγραφή που ξεκίνησε την επομένη του ατυχήματος ήτοι την 18.7.1996, οπότε και άρχισε να τρέχει νέα παραγραφή, β) ότι με την αγωγή αυτή ζητούσε να του επιδικαστούν κονδύλια που αφορούν σε θετική του ζημία και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ασκώντας με αυτήν μόνο τις σχετικές αξιώσεις, γ) ότι ακολούθως, μετά την έκδοση της με αριθμό 521/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, ο παθών άσκησε και δεύτερη αγωγή (την 8.9.1999), με την οποία, πέρα από την επαύξηση των ήδη επιδικασθέντων κονδυλίων της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης-για τα οποία είχε επιφυλαχθεί, ζητούσε για πρώτη φορά να του επιδικαστεί ποσό που αφορούσε στην αξίωσή του για αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη), δ) ότι τη νέα του αυτή αξίωση ήγειρε ο παθών Α.
Τ. το πρώτον την 01.11.1999 (ημερομηνία επίδοσης της από 08.09.1999 κατατεθείσης αγωγής), πλην όμως, κατά το χρόνο εκείνο η σχετική αξίωσή του (διαφυγόντα κέρδη) είχε υποκύψει στη διετή (έναντι του ασφαλιστή και του Επικουρικού Κεφαλαίου) ως άνω παραγραφή η οποία συμπληρώθηκε την 18.07.1998, ήτοι δύο χρόνια από την επομένη του ατυχήματος (έναρξη της παραγραφής), αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε παράλληλη αξίωση του κυρίως ενάγοντος παθόντος από αδικοπραξία σε συνδυασμό με αναδοχή χρέους που να έχει ασκηθεί με τις δύο αγωγές του, στις οποίες δεν περιλαμβανόταν αντίστοιχη αγωγική βάση αναδοχής χρέους με την κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης της Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ" και ε) ότι συνακόλουθα, όταν η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ συνήψε τον προαναφερθέντα συμβιβασμό, ο οποίος κάλυπτε τόσο την επιδικασθείσα δια της 521/1999 οριστικής απόφασης απαίτηση του παθόντος όσο και τις αναφερόμενες στη δεύτερη αγωγή του αξιώσεις και κάθε άλλη εν γένει απαίτησή του-υφισταμένη ή μέλλουσα, προέβη στην καταβολή ποσού που κάλυπτε παραγεγραμμένη αξίωση του παθόντος (διαφυγόντα κέρδη) απέναντι της ίδιας Ασφαλιστικής Εταιρείας από τη δεύτερη αγωγή του, ώστε, όταν ακολούθως το αντίδικο προέβαινε στην καταβολή προς την ίδια ΑΕΕΓΑ του 30% του συνολικώς καταβληθέντος από την τελευταία ποσού του συμβιβασμού, για το μέρος που αφορούσε στη μη επιδικασθείσα απαίτηση, και αντιστοιχούσε στην αξίωση των διαφυγόντων κερδών του Α.
Τ., που δια της ένδικης αγωγής απαιτεί το αναιρεσίβλητο Ε.Κ. να του καταβληθεί, η καταβολή εκ μέρους της Ασφαλιστικής Εταιρείας ΑΓΡΟΤΙΚΗ προς τον κυρίως ενάγοντα παθόντα συμβι-βαστικά έγινε έναντι εξόφλησης παραγεγραμμένης απαίτησης του παθόντος. Τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, τον απέρριψε ως αβάσιμο με τις ακόλουθες παραδοχές, πλέον εκείνων που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης αγωγής όπως εκτίθενται ανωτέρω: "Οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής επικαλούμενοι, ότι, η αξίωση του παθόντος Α.Τ.
που αναφέρετο στην δεύτερη αγωγή του [διαφυγόντα κέρδη] είχε υποκύψει στην διετή παραγραφή, η δε καταβολή υπό της συνοφειλέτριας Αγροτικής Ασφαλιστικής της αξιούμενης από εκείνον [παθόντα] αποζημίωσης συμβιβαστικά και ακολούθως από το ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο προς την Αγροτική Ασφαλιστική, κάλυπτε παραγεγραμμένη αξίωση, κακώς δε και από πλάνη εκείνο [ενάγον] δηλαδή το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν προέβαλε κατά της Ασφαλιστικής Εταιρείας την παράλειψή της να προβάλλει κατά του παθόντος την ένσταση παραγραφής.
Η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη και τούτο διότι η ένδικη αγωγική αξίωση γεννήθηκε την στιγμή της καταβολής από το ενάγον (Ε.Κ.) στην Αγροτική Ασφαλιστική του περισσοτέρου από την αναλογία της και καταβληθέντος στον παθόντα ποσού των 21.862,42 ευρώ, πηγάζει δε από την κοινωνία χρέους μεταξύ αυτού (Ε.Κ.) και των εναγομένων, ο χρόνος δε της παραγραφής της αξίωσης αυτής είναι κατά τα προεκτεθέντα 20ετής και αφετηριάζεται από την καταβολή του ποσού των 21.862,42 ευρώ υπό του Ε.Κ.
στην Αγροτική Ασφαλιστική. Αλλά και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι με την καταβολή συμβιβαστικά υπό του ενάγοντος Επικουρικού Κεφαλαίου στην Αγροτική Ασφαλιστική του ως άνω ποσού [21.862,42 ευρώ] που ενείχε και έγκριση υπό αυτού [Ε.Κ.] του συναφθέντος συμβιβασμού της τελευταίας με τον παθόντα Α. Τ., υποκαταστάθηκε το ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαιώματα του ζημιωθέντος Α.
Τ. έναντι των εναγομένων, η αξίωση του ενάγοντος έναντι των εναγομένων (συνυποχρέων) υπόκειτο στον ίδιο χρόνο παραγραφής, όπως και η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου Α. Τ. έναντι αυτών [εναγομένων], ήταν δε πενταετής (937 ΑΚ), αρχομένη και πάλι από της καταβολής 19-3-2001 υπ' αυτού του ως άνω ποσού, μέχρι δε την άσκηση της ένδικης αγωγής (27-8-2005) δεν έχει παρέλθει η πενταετία".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η προαναφερθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων και απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις εφαρμοσθείσεες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 249 και 937 του ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 10 §2 και 19 §4 εδ.
α' του Ν. 489/1976, 251 και 300 του ΑΚ, που καίτοι ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση παράλειψε να τις εφαρμόσει. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
κρίνονται βάσιμα και πρέπει κατά παραδοχή του ιδίου λόγου του αναιρετηρίου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 680 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
Επί της σωρευομένης στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρ. 579 § 2 του Κ.Πολ.Δ. αίτηση επαναφοράς των πραγμα'των.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 § 2 του Κ.Πολ.Δ. αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με σωρευόμενη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης αυτοτελή αίτηση ζητούν να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμά-των στην προ της εκτέλεσης της αναιρουμένης απόφασης κατά-σταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτούς συνολικά το ποσό των 29.233,53 € που καταβλήθηκε απ' αυτούς στο αναιρεσίβλητο με την από 4-12-2008 απόδειξη νομίμου εκπροσώπου του για οφειλόμενο κεφάλαιο και νομίμους τόκους που επιδικάσθηκαν σε βάρος τους και σ' ολόκληρο από το καθένα με την αναιρούμενη απόφαση.
Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινόμενη αίτηση που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή και νόμιμη αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση, και την προσκομιζόμενη σε κεκυρωμένο φωτοαντίγραφο από 4-12-2008 βεβαίωση καταβολής από τους αναιρεσείοντες του πιο πάνω ποσού, που θα καταβληθεί (επιστραφεί) στους αναιρεσείοντες με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στο αναιρεσίβλητο κεκυρωμένου αντιγράφου της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1501/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Υποχρεώνει το αναιρεσίβλητο ως καθού η αίτηση επαναφοράς να καταβάλει (επιστρέψει) στους αναιρεσείοντες το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων διακοσίων τριάντα τριών ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (29.233,53) νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ