Legislator Case Law & Legislation
64/2010 AI generated

Successive fixed-term public contracts cannot be deemed open-ended even if covering permanent needs.

Case Number 64/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's decision recognizing successive fixed-term public contracts as open-ended. The plaintiff argued that permanent needs justified this characterization, but the Court held that statutory provisions explicitly forbid such conversion. Consequently, the lower court violated constitutional equality principles by misapplying these mandatory rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 103 of the Constitution and 21 of Law 2190/1994; Successive fixed-term employment contracts with the public sector cannot be characterized as open-ended contracts, even when covering permanent and continuous needs.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts public sector employment open-ended contract characterization constitutional equality principle mandatory statutory prohibition

Cited Legislation

AI generated
Article 103 of the Constitution
Article 21 of Law 2190/1994
Article 4, paragraph 1 of the Constitution
Article 559, numbers 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 38, paragraph 2 of Law 2218/1994

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 64 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν.2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύτπουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ αυτού.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι, από την απαγόρευση, που τίθεται με το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης έννομης σχέσεως, η οποία δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως αυτής κατά τη δικαστική ή τη διοικητική υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ διαδικασία.

Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Επομένως, οι συναφείς λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Αριθμός 64/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης - Έβρου", Νομαρχιακό Διαμέρισμα Ροδόπης, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Νομάρχη Ροδόπης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψαρρό.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 677/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-3-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη, για τη δικάσιμο της 1-4-2008, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αναίρεσης.

Κατά αυτήν, η τελευταία δεν παραστάθηκε και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13-1-2009. Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ροδόπης ..., επικυρωμένο αντίγραφο των υπ' αριθμ. 52/2008 πρακτικών αναβολής, με κλήση προς εμφάνιση κατά τη νέα συζήτηση, επιδόθηκε και πάλι με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η τελευταία παραστάθηκε, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 4/2009 πρακτικά και μετά από αίτημα της η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά τη σημειωθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της υπό κρίση αναίρεσης.

Επομένως και ενόψει του ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' ΚΠολΔ. που κατ' αυτή του άρθρου 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση δεν απαιτείτο κλήση για εμφάνιση της αναιρεσίβλητης κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο, παραδεκτά, διεξήχθη κατά την ίδια δικάσιμο η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α. Ν 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (αρθρ. 1,2,3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται και απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχολήσεως, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων:

η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 και επ.

Α.Κ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της οικείας περιφέρειας ή του εξουσιοδοτημένου απ' αυτόν οργάνου, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.

Με τη σύμβαση μισθώσεως έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Περαιτέρω, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α)αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ)τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνο α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π. Δ/τος ορίζονται τα εξής "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια η παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ... .

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α του εν λόγω Π. Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση".

Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚτου Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ αυτού (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007).Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 25-11-2004 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι στις 13-2-1998 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-'Εβρου με τέσσερις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.

Ότι η ίδια την 1-9-2003 συνήψε με το αναιρεσείον, κατόπιν της αναφερομένης αποφάσεως του Νομάρχη Ροδόπης, σύμβαση μισθώσεως έργου με αντικείμενο την επεξεργασία και μελέτη των αιτήσεων και των σχετικών εγγράφων και την έκδοση αδειών εργασίας αλλοδαπών στο Γραφείο Εργασίας του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης της Διεύθυνσης Πολιτικών Δικαιωμάτων και διάρκεια ισχύος της από 1-9-2003 έως 31-8-2004, αντί συμφωνηθείσης κατ' αποκοπή αμοιβής, ανερχόμενης στο ποσό των 10.564,92 ευρώ.

Ότι από την πρόσληψη της και μέχρι τις 31-5-2003, οπότε έληξε η τελευταία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και κατά τη διάρκεια ισχύος της κατ' επίφαση συμβάσεως μισθώσεως έργου, ως εργαζόμενη με την ειδικότητα της χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή με κανονικό ωράριο εργασίας στο Τμήμα Εκδόσεως Διαβατηρίων υπό τις εντολές και τις οδηγίες του προϊσταμένου της, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Ότι η κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και της κατ' επίφαση συμβάσεως έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας της, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών του αναιρεσειόντος, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση, που τη συνέδεε με το αναιρεσείον, ήταν αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου με απειλή χρηματικής ποινής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή, ως νόμω βάσιμη, διότι από την απαγόρευση, που τίθεται με το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης έννομης σχέσεως, η οποία δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως αυτής κατά τη δικαστική ή τη διοικητική υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ διαδικασία, ενώ στη συνέχεια δέχθηκε αυτή, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν υποχρεωτικώς από το νόμο ορισμένου χρόνου και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν η αναιρεσίβλητη κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, αφού καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος.

Επίσης, η ως άνω σύμβαση μισθώσεως έργου, εφόσον κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ήταν αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του Ν. 2527/1997. Ακόμη, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε της 28-6-1999 δεν θεσπίζει διατάξεις άμεσης εφαρμογής και δεν ήταν αμέσως εφαρμόσιμη από τη λήξη του χρόνου προσαρμογής στις 10-7-2001, το δε Π.Δ 164/2004, με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική έννομη τάξη προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας ως προς τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ισχύει από 19-7-2004, ενώ οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ήταν ενεργές κατά το χρόνο αυτό (19-7-2004) και καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Επίσης, ναι μεν με τη θέσπιση των ως άνω συμβάσεων, κατά νομοθετική στην αγωγή και συνταγματική στη συνέχεια επιταγή, ως ορισμένου χρόνου, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας (αρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος) , πλην όμως, ενόψει του ότι ο εργοδότης δεν έχει πλέον ευχέρεια με βάση τις εν λόγω διατάξεις για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου, με την εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως από τα δικαστήρια ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, παραβιάζεται η συνταγματική αυτή αρχή.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο δε δεύτερος και από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.

Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειόντος, μειωμένη (άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς άρθρα 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης Υπ. Οικον. Και Δικ/νης και 38 παρ. 2 του ν. 2218/1994),σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα τρ9 τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 677/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ