Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding invalid termination due to missing social security registration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by two companies against a labor court judgment that declared a termination of employment invalid. The plaintiff argued the company name had changed and the termination lacked proper grounds, while the defendant contended the dismissal was lawful. The court ruled that the termination was invalid because the employee's employment was not recorded in the social security registry for the relevant period, rendering the dismissal procedurally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 para. 3 of Law 2556/1997; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: A termination of employment is void if the employee has not been registered in the social security registry, and an appeal based on a change of company name or a claim of erroneous contract duration is inadmissible if the substantive defect of non-registration is established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 64 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 64/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", που εδρεύει στην ......, ... χλμ. Νέας Οδού ...... - ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΛΥΣΕΩΝ", που εδρεύει στην ......, ... χλμ. Νέας Οδού ...... - ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: ......, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζαμαλούκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-6-2003 και 26-10-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 889/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 376/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-6-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα έφερε την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ- Ελληνική Βιομηχανία Τηλεπικοινωνιών και Συστημάτων Πληροφορικής" τροποποιηθείσα, όπως προκύπτει από το ΦΕΚ 13120/23-12-2005, τ. ΑΕ και ΕΠΕ, σε ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ τον Δεκέμβριο του 2005, όταν με το ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Διπλούδη - Δαλγέρη έγινε απόσχιση του κλάδου τηλεπικοινωνιακών λύσεων αυτής (α' αναιρεσείουσας) και απορρόφηση αυτού από την δεύτερη αναιρεσείουσα, η ως άνω δε απόσχιση και απορρόφηση έγινε νόμιμα και εγκρίθηκε από το Νομάρχη Ανατολικής Αττικής με τις 10512/29-12-2005 και 10512/05/29-12-2005 αποφάσεις, η προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό και το προσκομισθέν προς απόδειξη αυτού προαναφερθέν ΦΕΚ με συνέπεια ν' αναφέρεται, κατά το μέρος που αφορά την α' αναιρεσείουσα, σε ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Ο λόγος αυτός από τους αριθμούς 8 και 11 του αρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η παραπάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης που οφείλεται σε γραφική παραδρομή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αλλά η απόφαση είναι δεκτική διόρθωσης ως προς την εσφαλμένη επωνυμία της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά τη διαδικασία των άρθρων 314 επ. ΚΠολΔ.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 1, 3 παρ. παρ. 1 και 2 ν. 2112/1920 και 5 παρ. παρ. 1 και 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, εάν δεν γίνει εγγράφως και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλομένη αποζημίωση. Τέλος, από την διάταξη του άρ. 416 ΑΚ που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή συνάγεται, ότι στοιχείο της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και με το α' σκέλος αυτού αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 11 του άρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα οι αναιρεσείουσας ισχυρίζονται, ότι, αν και με τον 4ο λόγο της έφεσής τους είχαν ισχυρισθεί ότι η από 31-3-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν έγκυρη, καθόσον έγινε εγγράφως και καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, προσκομίζοντας προς απόδειξη της ένστασης αυτής και τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβεν υπόψη τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό τους, που συνιστά "πράγμα", ούτε συνεκτίμησε τ' αποδεικνύοντα αυτόν έγγραφα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσειουσών (άρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ένσταση αυτή και δη η ένσταση της απόσβεσης της σχετικής οφειλής με καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης, η οποία (καταβολή) απαιτείται σωρευτικά με την τήρηση εγγράφου τύπου για την εγκυρότητα της καταγγελίας, προβλήθηκε στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο έφεσης κατά τρόπο εντελώς αόριστο και δη με την επίκληση μόνο της καταβολής της αποζημίωσης χωρίς την αναφορά του καταβληθέντος ποσού και του χρόνου καταβολής, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι κατ' άρ. 4 παρ. 1 ν. 3198/1955 για την εγκυρότητα της καταγγελίας η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να γίνει την ημέρα της συνεπεία αυτής λύσης της σύμβασης και επομένως η καταβολή της σε μεταγενέστερο χρόνο δεν θεραπεύει την ακυρότητα.
Με το β' σκέλος του αυτού ως άνω λόγου οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες για ουσιώδες ζήτημα οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη του διατακτικού της, καθόσον, ενώ δέχεται ότι δεν καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο η νόμίμη αποζημίωση κατά την καταγγελία της σύμβασής του την 31-3-2003, στην συνέχεια δέχθηκε ότι ορθά η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε την ένσταση των εναγομένων περί συμψηφισμού της καταβληθείσης αποζημίωσης, δέχθηκε δηλ.
ακυρότητα της απόλυσης λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και συγχρόνως συμψηφισμό της αποζημίωσης αυτής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, καθόσον μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και μη τήρηση του εγγράφου τύπου η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται για την κριθείσα απ' αυτήν ως πρώτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε την 31-3-2003, ενώ τήρηση έγγραφου τύπου και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης δέχθηκε για μεταγενέστερη καταγγελία που έγινε την 15-10-2003, την οποία έκρινε άκυρη για άλλο λόγο, περαιτέρω δε και κατά πάσα περίπτωση δεν γίνεται μνεία σε κάποιο σημείο της απόφασης για ένσταση συμψηφισμού.
ΙΙΙ. Ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφό της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ αντίστοιχα. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή από το άρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της από 26-10-2003 και με αριθ. έκθ. καταθ. 4585/2003 αγωγής του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ο ενάγων εξέθεσεν ότι (α) είναι πτυχιούχος φυσικός - αναλυτής μηχανικός και την 15-3-2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία με την τότε επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ - Ελληνική Βιομηχανία Τηλεπικοινωνιών και Συστημάτων Πληροφορικής" προκειμένου ν' απασχοληθεί ως υπάλληλος στο υποκατάστημά της στην Πάτρα (β) από την πρόσληψή του μέχρι την απόλυσή του την 31-3-2003 προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως προγραμματιστής τηλεφωνικών κέντρων έναντι των αναφερομένων εκεί μηνιαίων αποδοχών (γ) την 31-3-2003 η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως την σύμβαση εργασία του χωρίς να του κοινοποιήσει:
έγγραφη καταγγελία και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, στις σχετικές δε διαμαρτυρίες του η εναγομένη απήντησε ότι τον απέλυσε κατά τον ως άνω τρόπο, διότι δήθεν έληξε η διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της ήταν ορισμένου χρόνου και είχε συναφθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2000 - 31/3/2003 (γ) καθόλη την διάρκεια της εργασιακής σχέσης του, η οποία ήταν συνεχής και αδιάκοπη, η εναγομένη τον υποχρέωσε με απειλές και εκβιασμούς να υπογράψει τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις χαρακτηριζόμενες εικονικά ως ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν αποκλειστικά και μόνο για να μπορεί η εναγομένη να φαλκιδεύει τα νόμιμα δικαιώματά του, αφού η συνομολόγηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν εδικαιολογείτο από την φύση των εργασιών της εναγομένης και της δικής του απασχόλησης, καθόσον ο προγραμματισμός τηλεφωνικών κέντρων στον οποίο απασχολείτο ο ενάγων είναι το κύριο αντικείμενο εργασιών του υποκαταστήματος της εναγομένης στην ......, εγίνετο επί μακρόν χρόνο πριν από την πρόσληψή του και εξακολουθεί να γίνεται και μετά την απόλυσή του, ο ενάγων δηλ.
δεν απασχολείτο σε κάποιο προκαθορισμένο χρονικά ή ποσοτικά έργο, ώστε με την περάτωσή του να λήγει αυτοδίκαια η σύμβασή του αλλά εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, όπως και δεκάδες άλλοι εργαζόμενοι ίδιων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων με αυτόν που απησχολούντο στο ίδιο ακριβώς αντικείμενο, έχοντας συνάψει με την εναγομένη συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ε) όταν ανακοινώθηκε σ' αυτόν η απόλυσή του διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη και της ζήτησε ν' αποδεχθεί τις πραγματικά και κατά τον προσήκοντα τρόπο προσφερόμενες υπηρεσίες του, αυτή όμως αρνήθηκε και αρνείται έκτοτε να τον απασχολήσει περιελθούσα σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας του (στ) κατόπιν αυτών άσκησε κατά της εναγομένης την από 26-6-2003 αγωγή ζητώντας ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31-3-2003 καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον απασχολήσει πραγματικά με τους ίδιους όρους και συνθήκες πριν από την άκυρη απόλυσή του κλπ (ζ) την 20-10-2003 η εναγομένη κατήγγειλεν εγγράφως την σύμβαση εργασίας του, με την αίρεση ότι αυτή ήταν πραγματικά αορίστου χρόνου και ότι η προηγούμενη καταγγελία ήταν άκυρη, προσφέροντας συγχρόνως σ' αυτόν και τη νόμιμη αποζημίωση, και η καταγγελία, όμως, αυτή ήταν άκυρη, διότι, εφόσον η από 31-3-2003 καταγγελία ήταν άκυρη, η εναγομένη όφειλε να καταχωρίσει την απασχόλησή του στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια για τους μήνες από Απρίλιο έως και Οκτώβριο ου 2003 και να προβεί στην ασφάλισή του για το χρονικό αυτό διάστημα, ενέργειες στις οποίες δεν προέβη.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή του αναιρεσίβλητου ήταν πλήρως ορισμένη, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά τα α' και β' σκέλη του αληθώς από τον αριθμό14 του άρ. 559 ΚΠολΔ.
IV. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 376/2007 απόφασή του δέχθηκεν, ότι ο ενάγων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με την εναγομένη "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ- Ελληνική Βιομηχανία Τηλεπικοινωνιών και Συστημάτων Πληροφορικής", προσελήφθη για να εργασθεί ως εκπαιδευόμενος προγραμματιστής στις εγκαταστάσεις της στην ......
έναντι των νομίμων αποδοχών μέχρι την 31-8-2000, ότι μετά την λήξη της σύμβασης αυτής επακολούθησαν πέντε ακόμη συμβάσεις εξάμηνης κατά κανόνα διάρκειας, με τις οποίες προσελήφθη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις ίδιες εγκαταστάσεις της εναγομένης ως φυσικός αναλυτής μηχανικός μέχρι την 31-3-2003, όταν η εναγόμενη έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες του επικαλουμένη την αυτοδίκαιη κατά την ημερομηνία αυτή λήξη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου, ότι καθόλη την διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων ο ενάγων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης απασχολούμενος ως προγραμματιστής ηλεκτρονικών κέντρων, ότι από τη φύση της εργασίας του που δεν αφορούσε κάποιο προκαθορισμένο χρονικά έργο δεν δικαιολογείται η σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι κατά συνέπεια και σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 1 και 8 ν. 2112/1920 εφαρμόζονται και στις συμβάσεις αυτές, θεωρούμενες ως μία σύμβαση αορίστου χρόνου, οι διατάξεις του ν. 2112/1920 για την υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η εκ μέρους της εναγομένης - εργοδότριας μη τήρηση του εγγράφου τύπου και μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης επάγεται ακυρότητα της καταγγελίας και υπερημερία της εναγομένης, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 26/8 - 30/10/2002 ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Π.Π.Γ.
Νοσοκομείου Πατρών με ψυχωτική συνδρομή, μετά την έξοδό του όμως απ' αυτήν και την επάνοδό του στην εναγομένη εκπλήρωνε πλήρως, όπως και πριν από τη νοσηλεία του, τα καθήκοντά του, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ζήλο και ικανότητα και δεν βρισκόταν σε αδυναμία να εργασθεί και ότι η άσκηση των επίδικων αγωγών ενόψει τούτου και των λοιπών ως άνω περιστάσεων δεν παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη κατ' άρ. 281 ΑΚ ως μη υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που τίθενται στην διάταξη αυτή στην άσκηση του δικαιώματος από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του ασκουμένου δικαιώματος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο απορρίπτοντας αντίστοιχους σχετικούς λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, και απήντησε σε όλους τους νόμιμα και παραδεκτά προβληθέντες ισχυρισμούς της και δη όσους αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 και αρ. 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως (Α) τρίτος κατά τα σκέλη του από τους αριθμούς 19 και 8, 11, σύμφωνα με τα οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αντικείμενο και το είδος της εργασίας του ενάγοντος, ως προς το ζήτημα ποιές από τις επίμαχες συμβάσεις ήταν μαθητείας ή εκπαίδευσης και ποιές εργασίας και σε ποιές από αυτές προσέφερε πραγματικά εργασία καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι οι δύο πρώτες συμβάσεις ήταν μαθητείας και εκπαίδευσης, οι 4η και 5η έγιναν από λόγους κοινωνικούς, καθόσον ο ενάγων δεν ήταν σε θέση να εργασθεί ως πάσχων από ψυχωσική συνδρομή και εισαχθείς για τον λόγο αυτόν στην Ψυχιατρική Κλινική του Π.Π.Γ.Ν.
Πατρών, προέβη μάλιστα σε απόπειρα αυτοκτονίας κατά την ημέρα επανόδου του στην υπηρεσία, καθόσον όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί, που πάντως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αριθ. 8 άρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση ειδικότερα ως προς την ύπαρξη μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, η οποία και αποκρούσθηκε με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών και δη περί της ύπαρξης μιας σύμβασης αορίστου χρόνου, λήφθηκαν υπόψη και απαντήθηκαν, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, ως αβάσιμος (Β) τέταρτος από τους αριθ. 8 και 11 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τον οποίο και εάν ήθελε κριθεί άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οι αναιρεσείουσες δεν περιήλθαν σε υπερημερία καθόσον ο ενάγων βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία παροχής των υπηρεσιών του ως πάσχων από ψυχωσική συνδρομή, ένεκα της οποίας προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας, όπως απεδεικνύετο από τα με επίκληση προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες έγγραφα που μνημονεύουν, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ουσία της υπόθεσης (αρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Γ) πέμπτος από τους αριθ. 8 και 19 του ίδιου άρθρου, κατ τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επαναφερθείσα με την έφεση ένσταση περί καταχρηστικής κατ' άρ. 281 ΑΚ άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, ως προς την απόρριψη της οποίας ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή με πλήρεις αιτιολογίες.
V. Με τον έκτο λόγος αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθμό 8 του άρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί συγγνωστής πλάνης αυτών ως προς την μη τήρηση των προϋποθέσεων της καταγγελίας, καθόσον είχαν πλήρη πεποίθηση ότι η σύμβαση του αναιρεσιβλήτου ήταν ορισμένου χρόνου, κατά πάσα δε περίπτωση και σαν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου η μη καταβολή αποζημίωσης ή η μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη που δικαιολογείται πλήρως και επομένως έπρεπε να υποχρεωθούν μόνο στην καταβολή αποζημίωσης ενόψει και της ανικανότητας του αντιδίκου προς εργασία.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τα προεκτεθέν περιεχόμενο των παραδοχών του Εφετείου προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτόν, που προβλήθηκε με τις ενώπιον αυτού προτάσεις, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ότι από την φύση της εργασίας του που δεν αφορούσε προκαθορισμένο χρονικά έργο δεν δικαιολογείται η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου (άρα δεν συντρέχει περίπτωση συγγνωστής πλάνης), γενομένης προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι και μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο Πατρών ο ενάγων εκπλήρωνε πλήρως, όπως και προηγουμένως, τα καθήκοντά του, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ζήλο και ικανότητα.
VI. Σύμφωνα με το άρ. 5 αρ. 3 ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 2 παρ. 4 ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση, έχει καταχωρισθεί η απασχόληση του εργαζομένου στα τηρούμενα στο ΙΚΑ μισθολόγια και έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος, η δε μη καταχώριση του εργαζομένου στα μισθολόγια του Ι.Κ.Α.
ή η μη ασφάλισή του συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Επομένως, δεχθέν περαιτέρω το Εφετείο, ότι η μεταγενέστερη από 15-10-2003 με επιτρεπτή αίρεση δικαίου, ότι δηλ. η σύμβαση θα εκρίνετο από το δικαστήριο ως αορίστου χρόνου και η προηγουμένη καταγγελία της άκυρη, καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, διότι δεν είχε καταχωρισθεί στα τηρούμενα από την εναγομένη στο ΙΚΑ μισθολόγια η απασχόληση του ενάγοντος για το διάστημα από τον Απρίλιο έως και τον Οκτώβριο του 2003 ούτε είχεν ασφαλισθεί ο ενάγων για το ίδιο χρονικό διάστημα, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε ως προς αυτήν πλήρεις αιτιολογίες, μη ασκώντας επιρροή του γεγονότος ότι η καταγγελία αυτή έγινε με την αίρεση δικαίου της τελεσίδικης αναγνώρισης της ακυρότητας της προηγούμενης καταγγελίας, αφού το δικαστήριο δέχθηκε συγχρόνως ότι η πρώτη καταγγελία ήταν εξαρχής άκυρη.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος και τελευταίος λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" κλπ για αναίρεση της 376/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ