Supreme Court dismisses appeal rejecting retrial request for newly found non-critical evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of a retrial request. The appellant argued that new documents found after the appeal were critical to proving an indefinite-term employment contract, but the lower court deemed them merely evidentiary. The Court held that the lower court's assessment of whether documents were critical is a non-appealable fact-based evaluation, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 544(7) K.Pol.D.; Art. 561(1) K.Pol.D.: The court's assessment of whether newly discovered documents are critical for overturning a judgment is a non-appealable fact-based evaluation and cannot be challenged via appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 64 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 64/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9903/1999 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αίτηση αναψηλάφησης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε η 8354/2001 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 7 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.
Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης αποδείξεως ή για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1041/2003, ΑΠ 231/2000).
Για να κρίνει όμως το δικαστήριο, αν τα έγγραφα είναι κρίσιμα ή όχι, πρέπει στο δικόγραφο της αναψηλαφήσεως να προσδιορίζονται αυτά, κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς του και το ουσιώδες περιεχόμενο τους και δεν είναι παραδεκτή η επίκληση με τις προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, προκύπτουν τα ακόλουθα :
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 8-2-1998 αγωγή του, επικαλούμενος σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, την οποία η τελευταία κατήγγειλε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας.
Με την 9903/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αγωγή απορρίφθηκε, επειδή κρίθηκε ότι ο ενάγων συνδέονταν με την εναγομένη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε με την από 19-12-2000 αίτηση για αναψηλάφηση της ανωτέρω αποφάσεως εκθέτει, ότι μετά την έκδοση της βρήκε και έλαβε στην κατοχή του τα ακόλουθα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία αγνοούσε: 1) την από 14-10-1998 έκθεση ειδικής έρευνας του Επιθεωρητή .....
και την από 29-10-1998 ανακοίνωση αξιοποίνων πράξεων της αναιρεσίβλητης κατά της υπαλλήλου του πρακτορείου Ιστιαίας Χ, η οποία στα έγγραφα αυτά χαρακτηρίζεται ως υπάλληλος-πράκτορας, όπως ήταν και ο ίδιος και δεν συνδέονταν με σύμβαση έργου 2) την από 2-11-2000 ένορκη εξέταση του ίδιου Επιθεωρητή στην οποία η Χ χαρακτηρίζεται ως υπάλληλος 3) Το από 13-8-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του υπαλλήλου της ....., με το οποίο ο τελευταίος προσελήφθη ως πράκτορας στο Πρακτορείο της ΔΟΥ Καλαβρύτων και το υπ'αριθμ. 3/2-1-1995 έγγραφο του ως άνω πρακτορείου προς τη ΔΟΥ Κλειτορίας που υπογράφει ο ίδιος υπάλληλος 4) την 45/19-12-1996 ανακοίνωση του Συλλόγου Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ότι τα έγγραφα αυτά δεν ήταν κρίσιμα για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν αορίστου χρόνου, αλλά αποτελούν τεκμήρια. 'Ετσι δεν καθίσταται προφανές, ότι αν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου θα είχε εκδοθεί από αυτό διαφορετική απόφαση και απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως ως μη νόμιμη.
Επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, αναφορικά με το αν είναι κρίσιμα ή όχι τα ανευρεθέντα έγγραφα, με τον οποίο, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η κρίση αυτή του δικαστηρίου, ότι τα ως άνω έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, απορρέει από την εκτίμηση του περιεχομένου τους και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ΄άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επίσης και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 9 και 11 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις 32/12-1-1995 και 194/23-3-1995 πράξεις του Διοικητή της αναιρεσίβλητης και την 1/30-8-1998 απόφαση του γενικού Συμβουλίου της, τα οποία έγγραφα ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε με την αίτηση της αναψηλαφήσεως, αλλά με τις προτάσεις του, διότι αυτά περιήλθαν στην κατοχή του μετά την άσκηση αυτής, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, αφού η αίτηση αναψηλαφήσεως απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, οι υπόλοιποι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν την 9903/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δεν απευθύνονται κατά της αναιρεσιβαλλομένης 8354/2001 αποφάσεως, (που απέρριψε την ένδικη αίτηση) πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 8354/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ