Legislator Case Law & Legislation
64/2006 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against Athens Court of Appeal decision regarding civil liability and procedural costs.

Case Number 64/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision of 8398/2004 but rejected the opposing party's appeal against the same ruling. The court found that the appellant's arguments regarding civil liability and procedural costs were valid, necessitating a remand for further examination. Consequently, the decision was annulled and the case was sent back to the Court of Appeal with a new composition of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision and remand the case for further examination when the appellant's arguments regarding civil liability and procedural costs are valid, even if the opposing party's appeal is rejected.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal annulment civil liability procedural costs remand for further examination new composition of judges partial appeal success

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 64 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 64/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων:1)Χ. Β. του Α., κατοίκου ...,2)Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 3)'Α. Β. του Χ., κατοίκου…, 4)Χ.-Ι. Β. του Χ., κατοίκου…, 5)Α. Ι. του Α.-Γ., κατοίκου ... και 6)Μ. Ι. του Α.-Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.

Των αναιρεσίβλητων:1)Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2)Ν. Π. του Α., κατοίκου ...,3)Α. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρου τους Δημήτριο Μανώλη και 4)Δ. Λ. χήρας Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο.

Β)Της αναιρεσείουσας:Δ. χήρας Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Β. του Α., κατοίκου ...,2)Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 3)'Α. Β. του Χ., κατοίκου…, 4)Χ.-Ι. Β. του Χ., κατοίκου…, 5)Α. Ι. του Α.-Γ., κατοίκου ... και 6)Μ. Ι. του Α.-Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη, 7)Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 8)Ν. Π. του Α., κατοίκου ... και 9)Α. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρου τους Δημήτριο Μανώλη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, η 5η αναιρεσείουσα (Αγγελική Ιγγλέση) βρίσκεται στο Εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Λονδίνο και δεν έχει ακόμη πληρεξούσιο της. Επίσης το ίδιο αίτημα υπέβαλε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της 4ης αναιρεσίβλητης, διότι, όπως δήλωσε την υπόθεση την χειρίζονταν άλλος δικηγόρος ο κ. Ρισβάς και δεν έχει ενημερωθεί ακόμη. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των τριών πρώτων αναιρεσίβλητων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής, χορήγησε προθεσμία υποβολής των σχετικών εγγράφων μέχρι την 17-10-2005 και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-1997 αγωγή των 1)Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2)Ν. Π. του Α., κατοίκου ...,3)Α. Π. του Α., κατοίκου ..., με την από 2-5-1997 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη έξι αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων και με την από 10-10-1997 παρέμβαση της Δ. χήρας Α. Π., κατοίκου ..., Δ. χήρας Α. Π., κατοίκου ..., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10231/1998 προδικαστική, 7414/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1706/2004 προδικαστική,8398/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες, με υπό στοιχείο Α, με την από 9-2-2005 αίτησή τους και τους από 8-4-2005 προσθέτους λόγους, επίσης και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 9-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε τις από 20-9-2005 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε για μεν την υπό στοιχεί Α την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, για την δε υπό στοιχείο Β την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο (Α) αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, άλλως την παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγω της σπουδαιότητας της, ο πληρεξούσιος των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης και υπό στοιχείο (Β) αναιρεσείουσας την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 9.2.2005 αίτηση αναίρεσης, με τους από 8.4.2005 πρόσθετους λόγους, των Χ. Β. και λοιπών, συνολικά 6 τον αριθμό, κατά των Σ. Π. και λοιπών, συνολικά 3 τον αριθμό, και της Δ. Π. και η από 9.3.2005 αίτηση αναίρεσης της Δ. Π. κατά των Χ. Β. και λοιπών, συνολικά 6 τον αριθμό, και κατά των Σ. Π. και λοιπών, συνολικά 3 τον αριθμό, στρεφόμενες και οι δύο κατά της 8398/2004 (και όχι 8389/2004, όπως από παραδρομή αναγράφεται σε μερικά σημεία της δεύτερης αίτησης) απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν για τη διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Η πρώτη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της Δ. Π. και η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των Χ. Β. και λοιπών, συνολικά 6 τον αριθμό, πρέπει να απορριφθούν για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην ενώπιον του Εφετείου δίκη η Δ. Π. υπήρξε όχι αντίδικος των Χ. Β. και λοιπών, συνολικά 6 τον αριθμό, αλλά προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ αυτών, οι οποίοι από την εν λόγω δίκη δεν ωφελήθηκαν προς ζημία εκείνης, ούτε εκείνη ωφελήθηκε προς ζημία αυτών ( αάθρο 558 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 1710 παρ. 2 και 1813 Α.Κ. συνάγεται ότι το κληρονομικό εκ διαθήκης δικαίωμα επί της κληρονομίας κάποιου, κατά κανόνα αποκλείει το κληρονομικό εξ αδιαθέτου δικαίωμα επί της αυτής κληρονομίας. Περαιτέρω, από το άρθρο 1764 του Α.Κ. συνάγεται ότι επί διαδοχικών διαθηκών κάποιου η μεταγενέστερη διαθήκη ανακαλεί σιωπηρά με το περιεχόμενό της την προγενέστερη διαθήκη, είτε εν όλω είτε εν μέρει, αν το εν λόγω περιεχόμενό της εναντιώνεται, δηλαδή εν συμβιβάζεται, εν όλω ή εν μέρει, αντίστοιχα, προς το περιεχόμενο της προγενέστερης διαθήκης.

Εξάλλου, από τα άρθρα 281 Α.Κ. και 1710 παρ.2 Α.Κ. συνάγεται ότι η άσκηση του κληρονομικού εκ διαθήκης δικαιώματος επί της κληρονομίας κάποιου είναι καταχρηστική και απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέλος, από τα άρθρα 1813 εδ.

α' και β', 1820 εδ α', 1825, 1829, 1831 εδ. α' στην αρχή, και εδ. β' περ. πρώτη (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν.1329/1983) και 1833 εδ. α' περ. πρώτη (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν.1329/1983) συνάγεται ότι το τυχόν μοναδικό τέκνο του χωρίς επιζώντα σύζυγο κληρονομουμένου είναι αναγκαίος κληρονόμος τούτου και ειδικότερα έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία τούτου, κατ' αντίστοιχο αποκλεισμό των λοιπών κατιόντων και των γονέων τούτου από αυτό το δικαίωμα, ότι κάθε περιορισμός εκείνου του μεριδούχου από τη διαθήκη του κληρονομουμένου τούτου, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί, ότι το ποσοστό της νόμιμης μοίρας εκείνου είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδος του και γι'αυτό ανέρχεται στο 1/2 (ή κατ' άλλη έκφραση στο 100% δια 2) εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας, ότι ο ως άνω ποσοστιαίος προσδιορισμός της νόμιμης μοίρας ενδέχεται να αρκεί για εκείνον τον μεριδούχο (πβλ.

Ολ. Α.Π. 769/1970), ότι ωστόσο κάθε τρίτος που έχει σχετικό έννομο συμφέρον δικαιούται να προβεί στον κατά νόμο λογιστικό προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας εκείνου, ώστε ενδεχομένως να ανακύψει ποσοστό αυτής μικρότερο του προαναφερομένου ή και μηδενικό τέτοιο ποσοστό, και ότι κατά το λογιστικό προσδιορισμό λαμβάνεται ιδίως υπόψη αφενός η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και αφετέρου κάθε εν ζωή του κληρονομουμένου τούτου χαριστική εκποιητική παροχή αυτού προς τον μεριδούχο, κατά την αξία του χρόνου της συντέλεσής της, όμως υπό τον ταυτόχρονο ή προηγούμενο όρο να καταλογιστεί αυτή στη νόμιμο μοίρα εκείνου και εφόσον ο μεριδούχος εκείνος αποδέχτηκε αυτόν τον όρο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο επελήφθη, α) της από το άρθρο 1094 Α.Κ. από 24.3.1997 διεκδικητικής αγωγής των Σ. Π. και λοιπών, συνολικά 3 τον αριθμό, κατά των Χ. Β. και λοιπών, συνολικά 6 τον αριθμό, η οποία αγωγή έχει βάση το ότι οι ενάγοντες και ο μη διάδικος Γ.

Π. έγιναν κατ' ισομοιρία αποκλειστικοί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου από το κληρονομικό εκ της από 31.12.1968 ιδιόγραφης διαθήκης δικαίωμά τους επί της κληρονομίας της θανούσας το έτος 1981 και αληθούς κυρίας εκείνου Σ. Μ. (ή Μ.) και από την εκ μέρους τους αποδοχή της εν λόγω κληρονομίας, με μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη και ότι οι εναγόμενοι κατέχουν το επίδικο, β) της κύριας ένστασης των εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, η οποία ένσταση είχε ως βάση κυρίως το ότι, ενώ η περιέλευση της κατοχής του επιδίκου στο εναγόμενο μέρος οφειλόταν στο ότι ο πατέρας των εναγόντων και μοναδικός γιός της μη έχουσας σύζυγο κληρονομουμένης Α.

Π., προβάλλοντας το κληρονομικό εξ αδιαθέτου δικαίωμά του επί της αντίστοιχης κληρονομίας και την εκ μέρους του με μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχή αυτής της κληρονομίας, με μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό συμβόλαιο του έτους 1991 πούλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή σ' αυτό το διάδικο μέρος το επίδικο, οι ενάγοντες κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της αντίστοιχης αγοραπωλησίας γνώριζαν αφενός την ύπαρξη αυτών των διαπραγματεύσεων και αφετέρου την ύπαρξη δύο διαθηκών της κληρονομουμένης, με τις οποίες εγκαθίστατο το ενάγον μέρος ως κληρονόμος αυτής κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου προσώπου και εντούτοις παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προς ματαίωση των εν λόγω διαπραγματεύσεων, όπως τέτοια μέτρα θα ήταν εκείνα της εναντίωσής τους στην από τον πατέρα τους πώληση και μεταβίβαση και εκείνος της εκ μέρους τους αποκάλυψης της ύπαρξης δύο διαθηκών στους εναγομένους, με συνέπεια η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, γ) της επικουρικής, έναντι της προηγουμένης, ένστασης των εναγομένων, η οποία είχε βάση το ότι το επίδικο περιήλθε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο εναγόμενο μέρος ως εκ του ότι ο δικαιοπάροχός τους Α.

Π. πριν από την προμνημονευόμενη αγοραπωλησία έγινε κύριος του επιδίκου κατά το ως άνω ιδανικό ποσοστό από το κληρονομικό εκ νόμιμης μοίρας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δικαίωμά του επί της κληρονομίας της ως ανωτέρω κληρονομουμένης, δ) της, έναντι της ως άνω ενστάσεως, αντένστασης των εναγόντων, η οποία είχε βάση το ότι η Σ.

Μ. εν ζωή είχε προβεί σε ορισμένες χαριστικές και εκποιητικές παροχές προς τον Α. Π., με τον όρο να καταλογιστούν στη νόμιμη μοίρα του και ότι με διενέργεια του κατά νόμο λογιστικού προσδιορισμού της νόμιμης μοίρας τούτου, το ποσοστό της εν λόγω νόμιμης μοίρας μηδενίστηκε και ε) της πρόσθετης παρέμβασης της Δ.

Π., ως μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του θανόντος Α. Π., δικονομικού εγγυητή των εναγομένων, η οποία παρέμβαση έχει γίνει υπέρ των εναγομένων και κατά των εναγόντων. Ακολούθως δε το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Κατά τον αμέσως πριν από την 1.5.1964 χρόνο η Σ. Μ. δεν είχε μεν σύζυγο, είχε όμως γνήσιους κατιόντες τον γιό της Α.

Π. και τα εξ αυτού γνήσια τέκνα και εγγόνια της Σ., Ν. και Α. Π., ήτοι τους τρείς ενάγοντες, καθώς και τον μη διάδικο Γ. Π., είχε δε στην κυριότητά της το επίδικο ακίνητο, ήτοι μία βίλα επί οικοπέδου 698,90 τ.μ., στην οδό ... του Δήμου Ψυχικού Αττικής. Την 1.5.1964 στην Αθήνα η Σ. Μ. συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκαθιστούσε μοναδικό κληρονόμο της την πρώτη ενάγουσα, τη διαθήκη δε αυτή εμπιστεύτηκε προς φύλαξη στη νονά αυτής της ενάγουσας, Έ. - Ά.

Π., δικηγόρο, που την τοποθέτησε ανάμεσα στα έγγραφά της. Στις 31.12.1968 στη Στοκχόλμη της Σουηδίας η ανωτέρω διαθέτιδα συνέταξε δεύτερη ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους της τους τρείς εγγονούς της και ήδη ενάγοντες και τον τέταρτο εγγονό της και ήδη μη διάδικο, καθέναν κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας, στη δε συνέχει έθεσε αυτήν τη διαθήκη εντός φακέλου, τον οποίον έβαλε μέσα σε ατζέντα, την οποίαν τοποθέτησε ανάμεσα στα έγγραφά της.

Στις 27.8.1981 η Σ. Μ. πέθανε και αμέσως μετά το θάνατό της αφενός η ως άνω 'Έ. - Ά. Π. άρχισε να αναζητεί την πρώτη διαθήκη ανάμεσα στα έγγραφά της, πλην ανεπιτυχώς, και αφετέρου έγγραφα, βιβλία και άλλα αντικείμενα της θανούσας, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η ως άνω δεύτερη διαθήκη της, εναποτέθηκαν σε χάρτινα και ξύλινα κιβώτια, που τοποθετήθηκαν στο υπόγειο της οικίας του Κ., την οποία η πρώτη ενάγουσα είχε κληρονομήσει από τον παππού της Γ.

Π. και στην οποία, σημειωτέον, διέμενε αυτή από το 1990 μέχρι λίγο πριν από τις αρχές του 1997. Το έτος 1989 ο Α. Π., τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας, αγνοώντας την ύπαρξη της δεύτερης διαθήκης, αποφάσισε να πουλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το επίδικο ακίνητο υπό την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου αποκλειστικού κληρονόμου της Σ.

Μ. και προς τούτο αφενός άρχισε να αναζητεί αγοραστή και αφετέρου με την υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την αντίστοιχη κληρονομία και μάλιστα σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο. Κατά τον αμέσως πριν από την 1.6.1990 χρόνο ο Α. Π. ήλθε σε σχετικές διαπραγματεύσεις με τους εναγόμενους και ιδιαίτερα με τον πρώτο απ' αυτούς.

Κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουνίου του έτους 1990 υπήρξαν δημοσιεύματα στον ημερήσιο αθηναϊκό Τύπο και συγκεκριμένα στα φύλλα των εφημερίδων "Τύπος της Κυριακής" της 3.6.1990, "Ελεύθερος Τύπος" της 13.6.1990, "Απογευματινή" της 13.6.1990, "Απογευματινή" της 14.6.1990 και "Ελευθεροτυπία" της 14.6.1990, όπου αναφερόταν η ύπαρξη "δακτυλογραφημένης", δηλαδή μη ιδιόγραφης, διαθήκης της Σ.

Μ., με την οποία φερόταν ότι άφηνε το ήδη επίδικο ακίνητο στη Σ. Π. (πρώτη ενάγουσα), μάλιστα δε στα φύλλα των εφημερίδων "Απογευματινή" της 13.6.1990 και "Ελευθεροτυπία" της 14.6.1990 αναφερόταν ως χρόνος σύνταξης της διαθήκης η 31.12.1998 και ως τόπος σύνταξής της η Στοκχόλμη της Σουηδίας. Ήταν δε προφανές ότι τα δημοσιεύματα αυτά αναφέρονταν όχι στη δεύτερη αλλά στην πρώτη διαθήκη, αφού στην πρώτη εγκαθίστατο μοναδική κληρονόμος η πρώτη ενάγουσα, ενώ στη δεύτερη εγκαθίσταντο κληρονόμοι η πρώτη ενάγουσα, οι άλλοι δύο ενάγοντες και ο μη διάδικος Γ.

Π.. Μέχρι δε να εμφιλοχωρήσουν τα δημοσιεύματα αυτά οι ενάγοντες δεν γνώριζαν την ύπαρξη της αναφερόμενης στα δημοσιεύματα διαθήκης, δηλαδή της πρώτης. Ενόψει όμως του ότι είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για την πώληση του επιδίκου, οι ενάγοντες, προκειμένου να προσταστεύσουν και τα δικαιώματα του Α.

Π., συναντήθηκαν με αυτόν, συνοδευόμενο από τη σύζυγό του Δ. Λ. - Π., ήτοι την προσθέτως παρεμβαίνουσα και κατά τη γενόμενη σχετική συζήτηση, διαβεβαίωσαν αλλήλους ότι δεν γνώριζε κανένας τους την ύπαρξη διαθήκης της Σ. Μ. που να εγκαθιστά μοναδική κληρονόμο, κατά τα δημοσιεύματα ή συγκληρονόμο, ως προς το επίδικο ακίνητο, τη Σ.

Π. και θεώρησαν τα δημοσιεύματα ως αστήρικτα, δηλαδή ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Ακολούθως ο Α. Π. διαβεβαίωσε τους εναγομένους ότι τα δημοσιεύματα ήταν κατ' ουσίαν αβάσιμα και έτσι αυτοί, που είχαν και οι ίδιοι διαβάσει τα δημοσιεύματα, θεώρησαν, ενόψει και των ως άνω διαβεβαιώσεων του Α. Π., τα εν λόγω δημοσιεύματα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Στις 29.3.1991 ο Α. Π., μη γνωρίζοντας την ύπαρξη της δεύτερης διαθήκης και γι' αυτό εκλαμβάνοντας εαυτόν ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Σ. Μ., με το υπ'αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μπρέ, που μεταγράφηκε νόμιμα, και δια του αντιπροσώπου του Ι. Θ. - Α. πούλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους και συγκεκριμένα κατ' επικαρπία στους δύο πρώτους και κατά ψιλή κυριότητα στους τέσσερις τελευταίους.

Στις αρχές του έτους 1997, οπότε ανεζητούντο από τους ενδιαφερομένους έγγραφα και αντικείμενα που σχετίζονταν με τον προαναφερόμενο παππού της πρώτης ενάγουσας για να εμπλουτίσουν το υπό σύσταση Ίδρυμα Γ. Π., η πρώτη ενάγουσα ανέθεσε στη φίλη της Α. Τ. και σε άλλους να ερευνήσουν το υπόγειο της προμνημονευόμενης οικίας του Κ.

και ακολούθως η εν λόγω φίλη της ανεύρε εκεί τη δεύτερη διαθήκη και την παρέδωσε στην πρώτη ενάγουσα, που, όπως και καθένα από τα λοιπά τέκνα του Α. Π., μέχρι τότε δεν είχε γνώση της υπάρξεώς της, και που φρόντισε σχετικά και έτσι δημοσιεύθηκε νόμιμα αυτή η διαθήκη στις 7.3.1997. Στις 17.4.1997 η Έ. - Ά. Π. ανακάλυψε ανάμεσα στα έγγραφά της την πρώτη διαθήκη και αμέσως την παρέδωσε στην πρώτη ενάγουσα, που φρόντισε σχετικά και έτσι δημοσιεύθηκε νόμιμα αυτή η διαθήκη στις 18.4.1997.

Ως προς δε το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του Α. Π. επί της κληρονομίας της μητέρας του, "όπως αποδεικνύεται και δεν αμφισβητούν ειδικώς οι διάδικοι οι ως άνω εν ζωή παροχές της διαθέτιδας προς τον Α. Π. υπερκαλύπτουν τη νόμιμη μοίρα του και συνεπώς δεν υφίσταται προσβολή της νόμιμης μοίρας του από την κατάλειψη του επιδίκου ακινήτου με την επίμαχη, από 31.12.1968, διαθήκη στα τέκνα του Α.

Π. (ενάγοντες κλπ.) και από τον περιορισμό αυτού σε ό,τι εν ζωή εδαπάνησε υπέρ αυτού εν ζωή η διαθέτιδα, ο οποίος έτσι δεν συντρέχει ως νόμιμος μεριδούχος μαζί με τα τέκνα του στο επίδικο ακίνητο, το οποίο παραμένει στην εξ αδιαθέτου αποκλειστική κυριότητα των τέκνου του". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια ένσταση, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αντένταση και γι' αυτό απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την επικουρική ένσταση, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την πρόσθετη παρέμβαση.

Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι αποφάσισε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και γενικότερα ανεπαρκών αιτιολογιών στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα που συγκροτούσαν τις βάσεις της κύριας ένστασης και της αντενστάσεως. Ειδικότερα: Α) Ως προς την κύρια ένσταση:

Το Εφετείο άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς δέχθηκε ότι κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Ιουνίου του έτους 1990 συντάκτες δημοσιευμάτων γνώριζαν την ύπαρξη διαθήκης της Σ. Μ. και παρουσίασαν την αντίστοιχη γνώση τους σε δημοσιεύματά τους σε ημερήσιες εφημερίδες, ότι αυτά τα δημοσιεύματα των εφημερίδων αφορούσαν, μάλιστα δε προφανώς για κάθε αναγνώστη τους, όχι στη δεύτερη ιδιόγραφη διαθήκη της Σ.

Μ. αλλά στην πρώτη ιδιόγραφη διαθήκη εκείνης, προέκυπτε δε τούτο με τη χρήση του αναφερόμενου στα δημοσιεύματα κριτηρίου, ότι δηλαδή με τη διαθήκη εγκαθίστατο κληρονόμος της διαθέτιδας η πρώτη ενάγουσα, ήτοι ότι με τη διαθήκη εγκαθίστατο μοναδική κληρονόμος εκείνης αυτή, όπως συνέβαινε με την πρώτη διαθήκη, ενώ με τη δεύτερη διαθήκη εγκαθίστατο κληρονόμος η πρώτη ενάγουσα, όχι όμως μοναδική αλλά μαζί με τους τρείς αδελφούς της, ότι μέχρι τη δημοσίευση αυτών των δημοσιευμάτων εντός του ως άνω δεκαπενθημέρου του μηνός Ιουνίου 1990 οι ενάγοντες δεν γνώριζαν την ύπαρξη της αναφερόμενης στα δημοσιεύματα διαθήκης, δηλαδή της πρώτης τέτοιας, ενώ αμέσως μετά το εν λόγω δεκαπενθήμερο γνώριζαν πλέον, από τα δημοσιεύματα που ήδη είχαν αναγνώσει, την ύπαρξη της πρώτης διαθήκης, αντίθετα δε την ύπαρξη της δεύτερης διαθήκης δεν την γνώριζαν μέχρι, το ενωρίτερον, και την κατάρτιση του ως άνω ...

συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης του επιδίκου από τον πατέρα τους στους εναγομένους και ότι ενόψει του ότι είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για την πώληση και μεταβίβαση του επιδίκου από τον πατέρα των εναγόντων στους εναγομένους, οι ενάγοντες, προκειμένου να προστατεύσουν και τα δικαιώματα του πατέρα τους κατά τις ως άνω διαπραγματεύσεις, που βέβαια τους ήταν γνωστές, διαβεβαίωσαν τον πατέρα τους ότι δεν γνώριζαν την ύπαρξη διαθήκης της Σ.

Μ. που να εγκαθιστά μοναδική κληρονόμο εκείνης την πρώτη ενάγουσα, κατά τα δημοσιεύματα, δηλαδή δεν γνώριζαν την ύπαρξη της πρώτης διαθήκης της διαθέτιδας, ή που να εγκαθιστά συγκληρονόμο μαζί με άλλους εκείνης της διαθέτιδας την πρώτη ενάγουσα. Έτσι όμως το Εφετείο παρέθεσε ασαφείς και γενικότερα ανεπαρκείς αιτιολογίες, τούτο δε διότι το συμπέρασμα ότι τα δημοσιεύματα, βάσει σταθμίσεως του σ'αυτά αναφερομένου κριτηρίου της με τη διαθήκη εγκαταστάσεως της πρώτης ενάγουσας ως κληρονόμου, αφορούσαν στην πρώτη διαθήκη, είναι ασαφές, αφού δεν αναφέρεται σ'αυτό κατά πόσο σταθμίστηκε το ωσαύτως αναφερόμενο στα δημοσιεύματα κριτήριο του ότι ήταν χρόνος και τόπος σύνταξης της διαθήκης η 31.12.1968 και η Στοκχόλμη της Σουηδίας, αντίστοιχα, το οποίο κριτήριο οδηγούσε στο ότι τα δημοσιεύματα αφορούσαν στη δεύτερη διαθήκη, αφού αυτή είχε συνταχθεί στον ως άνω τόπο και χρόνο.

Οι αντίστοιχες δε ασάφειες και γενικότερα ανεπάρκειες των αιτιολογιών αφορούν σε εμφανή περιστατικά που είναι κατάλληλα να οδηγήσουν στην ενδιάθετη κατάστασης της από τους ενάγοντες γνώσης ή μη γνώσης της ύπαρξης της δεύτερης διαθήκης κατά το διάστημα από το χρόνο αμέσως μετά το τέλος του πρώτου δεκαπενθημέρου του Ιουνίου 1990 μέχρι και την κατάρτιση του ...

συμβολαίου, με συνέπεια οι εν λόγω ασάφειες και γενικότερα ανεπάρκειες να μην αίρονται από το ότι το Εφετείο δέχθηκε σαφώς και απερίφραστα ότι συνέτρεξε για τους ενάγοντες η ενδιάθετη κατάσταση της από αυτούς αντίστοιχης μη γνώσης. Τέλος το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι κατά το ίδιο διάστημα το ενάγον μέρος γνώριζε την ύπαρξη της πρώτης διαθήκης της και θεμελιωτικής, σημειωτέον, του οικείου κληρονομικού δικαιώματος της πρώτης ενάγουσας, δεν περιέλαβε στην απόφασή του παραδοχές επί του κατά πόσο το ίδιο διάδικο μέρος έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς ματαίωση των προαναφερομένων διαπραγματεύσεων και ιδίως επί του κατά πόσο εναντιώθηκε στην από τον Α.

Π. πώληση και μεταβίβαση του επιδίκου στους εναγομένους, πράγμα που συνιστά επίσης ανεπάρκεια των αιτιολογιών εκείνου του δικαστηρίου, Β) Ως προς την αντένσταση: Το Εφετείο άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς δέχθηκε ότι, όπως αποδεικνύεται από τα στην αρχή της σκέψης του επί της ουσίας αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, εξέταση των διαδίκων) και από την εκ μέρους των εναγομένων μη ειδική αμφισβήτηση των σχετικών πραγματικών ισχυρισμών των εναγόντων (πρβλ.

άρθρο 261 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), οι εν ζωή παροχές της διαθέτιδας προς τον Α. Π. υπερκαλύπτουν τη νόμιμη μοίρα του, με αποτέλεσμα να μηδενιστεί το ποσοστό αυτής της νόμιμης μοίρας και να μη συντρέχει αυτός ως κληρονόμος της διαθέτιδας μαζί με τα τέκνα του στο κληρονομιαίο και ήδη επίδικο ακίνητο. Έτσι όμως το Εφετείο παρέθεσε ασαφείς και γενικότερα ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προσδιόρισε α) την κατάσταση και αξία της κληρονομίας της Σ.

Μ. κατά το χρόνο του θανάτου της και β) καθεμία από τις εν ζωή της κληρονομουμένης χαριστικές εκποιητικές παροχές αυτής προς το νόμιμο μεριδούχο Α. Π., κατά την αξία του χρόνου συντέλεσής της, καθώς και ότι υφίστατο για την παροχή ταυτόχρονος ή προηγούμενος όρος της διαθέτιδας να καταλογιστεί αυτή η παροχή στην αντίστοιχη νόμιμη μοίρα, καθώς και το ότι ο νόμιμος μεριδούχος αποδέχθηκε αυτόν τον όρο, ώστε να ανακύπτετο ότι το ποσοστό της νόμιμης μοίρας αυτού μηδενίστηκε.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της στέρησης της απόφασής του από νόμιμη βάση και της εντεύθεν εκ πλαγίου παραβίασης των προεκτιθέμενων και σχετικών με την κύρια ένσταση και την αντένσταση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και γι'αυτό οι επ' αυτής της πλημμέλειας στηριζόμενοι πρώτος (φερόμενος ως στηριζόμενος στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και επιτρεπτώς εκλαμβανόμενος ως στηριζόμενος στην άνω από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια), πέμπτος, έκτος και πρόσθετος πρώτος λόγοι της πρώτης (από 9.2.20050 αίτησης αναίρεσης και ο προς διευκρίνιση εκείνων πρώτος (και αυτός εκλαμβανόμενος ως στηριζόμενος σε πλημμέλεια όχι από τον αριθ. 1 αλλά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) λόγος της δεύτερης (από 9.32005) αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνου δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι.

Ενόψει τούτων πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως (η μεν πρώτη τούτων, δηλαδή η από 9.2.2005, μόνο κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των πρώτης, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, η δε δεύτερη, δηλαδή η από 9.3.2005 μόνο κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των εβδόμης, όγδοου και ενάτου των αναιρεσιβλήτων), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή ή σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων που νίκησαν, όπως θα ορισθεί στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΖΕΙ τη συνεκδίκαση των από 9.2.2005 και 9.3.2005 αιτήσεων για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8398/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.2.2005 αίτηση (των α)Χ. Β. κλπ.) κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης (Δ. Π.).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ως ανωτέρω αναιρεσείοντες (Χ. Β. κλπ.) στη δικαστική δαπάνη της ως άνω τέταρτης αναιρεσίβλητης (Δ. Π.), που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.3.2005 αίτηση αναίρεσης (της Δ. Π.) κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων (Χ. Β. κλπ).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ως άνω αναιρεσείουσα (Δ. Π.) στη δικαστική δαπάνη των ως άνω έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων (Χ. Β. κλπ.), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

ΑΝΑΙΡΕΙ την 8398/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους της από 9.2.2005 αίτησης αναίρεσης (Σ. Π. κλπ) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων της ίδιας αίτησης (Χ. Β. κλπ), που παραστάθηκαν, άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης και κατέθεσαν προτάσεις, εκ χιλίων εξακοσίων σαράντα (1.640,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους έβδομη, όγδοο και ένατο των αναιρεσιβλήτων της από 9.3.2005 αίτησης αναίρεσης (Σ. Π. κλπ.) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας της ίδιας αίτησης (Δ. Π.), που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ