Legislator Case Law & Legislation
649/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against wife's claim for compensation for husband's death as third party.

Case Number 649/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the widow against the First Instance Court's decision. The court rejected the appeal regarding the other plaintiffs' claims for damages but set aside the ruling concerning the wife's status as a 'third party' entitled to compensation for moral damage. Consequently, the case was remitted to a different judge at the Court of First Instance for further proceedings on the wife's claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 666, 670-676, 681 of the Civil Code; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: A spouse injured in a vehicle driven by the deceased husband may claim compensation for moral damage as a third party, and the Supreme Court may remand such a claim to a different judge.

Keywords

AI generated
third party status moral damage compensation spousal claim remittal to different judge civil procedure appeal vehicle accident liability moral injury

Cited Legislation

AI generated
Articles 666, 670-676, 681 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 649 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 649/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χας Α. Α., 2) Γ. Α. του Α., κατοίκων ... Φλώρινας, 3) Μ. Α. του Α. και 4) Α. Π. του Τ., κατοίκου ... Φλώρινας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Ι. Α. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 42/9-7-2014 αγωγή του Π. Π. του Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 4-7-2019 (αριθμ. καταθ. 4/7/2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της 30/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρα 666, 670-676, 681 Α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, ήδη διαδικασία περιουσιακών διαφορών άρθρο 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί παραδεκτά και νόμιμα.

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Στην από 3-11-2014 αγωγή (αριθμ. καταθ. 85/2014), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (από κοινού με τον Ι. Α. του Α., ο οποίος δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη), εξέθεταν ότι ο ασφαλισμένος, ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημοσίας χρήσεως φορτηγό όχημα-ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του, προκάλεσε από υπαιτιότητά του, άλλως συνυπαιτιότητά του κατά 90%, τον θανάσιμο τραυματισμό του Α. Α. του Ι., συζύγου, πατέρα και γαμπρού αυτών, αντιστοίχως, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρία, με συνοδηγό την πρώτη ενάγουσα, υπό συνθήκες λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή.

Ζήτησαν, κατόπιν τούτου, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία, ως ασφαλίσασα τα ως άνω οχήματα, οφείλει να καταβάλει: α] στην πρώτη ενάγουσα, ως συνεπιβαίνουσα και συνεπώς "τρίτη" στο όχημα του συζύγου της ..., ποσό 50.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό της, κατά το ένδικο ατύχημα και ποσό 874,60 ευρώ ως έξοδα κηδείας του συζύγου της και β]σε καθέναν των αναιρεσειόντων, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας θανάτου του οικείου τους, συζύγου, πατέρα και γαμπρού τους, αντιστοίχως.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, δυνάμει της 10/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η, από 4-4-2018, έφεση από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι, επικαλούμενοι πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως εξειδικεύεται η εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την καθ` ολοκληρίαν παραδοχή της αγωγής τους ως βάσιμης κατ` ουσίαν.

Μετά την εκδίκαση της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). 'Ετι, περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...".

Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες......

κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3.

Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του..... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων", κατά δε το άρθρο 4 του ΚΟΚ, ''η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), που αφορούν τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ`αυτό οδηγών, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' Την 21 Μαρτίου 2014 και περί ώρα 11:15 π.μ., ο ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημόσιας χρήσης φορτηγό αυτοκίνητό του, το οποίο είναι αρθρωτό όχημα αποτελούμενο από τον ελκυστήρα του και την ημιρυμουλκούμενη από αυτό πλατφόρμα, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", κινούνταν επί της εθνικής οδού Φλώρινας- Κοζάνης, με κατεύθυνση από την Φλώρινα προς την Κοζάνη.

Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πέραν δε της λωρίδας κυκλοφορίας για τα κινούμενα προς Φλώρινα οχήματα υφίσταται ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους δύο μέτρων και στη μέση του οδοστρώματος υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή (βλ.

πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος). Επίσης, η ανωτέρω οδός είναι ευθεία και κατωφέρεια, με όριο ταχύτητας τα 70 χλμ/ώρα, ενώ, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η κατάσταση της οδού ήταν κανονική, το οδόστρωμα ξηρό, υπήρχε φωτισμός ημέρας, καλές καιρικές συνθήκες και η ορατότητα δεν περιορίζονταν από οποιοδήποτε εμπόδιο.

Την ίδια στιγμή, ο Α. Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. όχημα, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η πρώτη ενάγουσα της υπό στοιχείο Β' αγωγής, Φανή Αντωνίου, σύζυγος αυτού, κινούμενος επί της επαρχιακής οδού που οδηγεί προς την περιοχή της Λεβαίας Αμυνταίου και με κατεύθυνση προς τη συμβολή της εν λόγω οδού με τη νέα εθνική οδό Φλώρινας-Κοζάνης, επιχείρησε να διασχίσει την νέα εθνική οδό, προκειμένου, με αριστερή στροφή να κατευθυνθεί προς την πόλη της Φλώρινας.

Επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού όπου κινούνταν ο τελευταίος, υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα περί υποχρεωτικής διακοπής πορείας SΤΟΡ (Ρ-2) και πινακίδα Ρ-27 περί απαγορεύσεως αριστερής στροφής, ενώ επί της εθνικής οδού Φλώρινας - Κοζάνης υπάρχει πινακίδα ορίου ταχύτητας 70 χλμ/ώρα (Ρ-32) και πινακίδα διακλάδωσης με κάθετη οδό δεξιά (Κ- 28δ).

Ο ανωτέρω (οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου), κατά την προσπάθειά του να εισέλθει επί της εθνικής οδού, με κατεύθυνση προς τη Φλώρινα, έστριψε αριστερά, ενώ τούτο απαγορεύονταν, παραβιάζοντας αρχικώς τη ρυθμιστική της υποχρεωτικής διακοπής κυκλοφορίας πινακίδα SΤΟΡ (Ρ-2), καθώς και την διπλή διαχωριστική γραμμή, και εισερχόμενος στην κάθετη εθνική οδό, με σκοπό να κινηθεί αριστερά, κινήθηκε για περίπου 40 μέτρα διαγωνίως της εθνικής οδού και στο αντίθετο ρεύμα πορείας από αυτό στο οποίο σκόπευε να τοποθετηθεί, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του κανονικώς κινούμενου δημοσίας χρήσεως φορτηγού που οδηγούσε ο ...

και να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο μέρος του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, με περαιτέρω συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού, Α. Α., τον τραυματισμό της συνεπιβάτιδος πρώτης ενάγουσας της υπό στοιχείο Β' αγωγής και τις εκτεταμένες υλικές ζημίες αμφοτέρων των οχημάτων.

Το σημείο δε σύγκρουσης των οχημάτων εντοπίζεται στο μέσον του οδοστρώματος της εθνικής οδού ήτοι στη νοητή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, όπου κινείτο ο οδηγός του με αριθμού κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγού, ο οποίος αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.

φορτηγού και παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε και τον αριστερό αποφευκτικό ελιγμό δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση των οχημάτων. Το ως άνω ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, ο οποίος δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και εισήλθε στον ισόπεδο κόμβο, με πρόθεση να στρίψει αριστερά παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή επί της εθνικής οδού, επιπλέον δε, δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν την πινακίδα περί υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ) αλλά και την πινακίδα σήμανσης Ρ-27 περί απαγόρευσης αριστερής στροφής, επιχειρώντας, με αριστερή στροφή να εισέλθει αντικανονικά στην εθνική οδό με κατεύθυνση προς Φλώρινα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του δημοσίας χρήσεως φορτηγού και να επέλθει η σύγκρουση (άρθρο 330 β' Α.Κ, αρ. 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 και 16 παρ. 4 του Ν. 2696/1999).

Όπως προκύπτει δε από το από 21-03-2014 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την από ιδίας ημερομηνίας έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που διενεργήθηκε από όργανα του Τ.Τ. Φλώρινας, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α' αγωγής, Σ. Σ., ο οποίος ήταν συνεπιβάτης του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, ο θανών οδηγός του ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού, κατά την αντικανονική του πορεία με αριστερή στροφή από την επαρχιακή οδό προς την εθνική οδό, κινήθηκε διαγωνίως του οδοστρώματος για αρκετά μέτρα, με συνέπεια να επιμηκύνει έτι περαιτέρω τον χρόνο που απαιτούνταν, προκειμένου να απομακρυνθεί από το ρεύμα πορείας του έτερου οδηγού και να τοποθετήσει το όχημά του στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Φλώρινα, ήτοι στο αντίθετο ρεύμα από αυτό που κινούνταν ο οδηγός του δημοσίας χρήσεως φορτηγού.

Παρά δε το γεγονός ότι κινούνταν διαγωνίως με συνέπεια να έχει ορατότητα στο αντίθετο ρεύμα και να είναι σε θέση να εντοπίσει την πορεία του έτερου οχήματος, αυτός δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια, που όφειλε ως οδηγός και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος μέσος οδηγός, ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες, δηλονότι δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2696/1999), αλλά οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή, καθώς, μολονότι προέβη σε ανεπίτρεπτη αριστερή στροφή με πρόθεση να παραβιάσει την διπλή διαχωριστική λωρίδα επί της εθνικής οδού και αφού είχε παραβιάσει την πινακίδα περί διακοπής πορείας (SΤΟΡ), δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή ώστε να εντοπίσει το δημοσίας χρήσεως φορτηγό, του οποίου την πορεία ανέκοψε, καθώς κινούνταν για αρκετά μέτρα στο ρεύμα πορείας του, παρά το γεγονός ότι η ορατότητά του επί της εθνικής οδού δεν περιορίζονταν από οποιοδήποτε εμπόδιο.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, Π. Π., δηλονότι δεν αποδεικνύεται ότι δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια κατά την οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του. Ειδικότερα, ο ανωτέρω μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο στο ρεύμα πορείας του, του αντιθέτως κινούμενου οχήματος, επιχείρησε να πεδήσει το όχημά του, ενώ ταυτόχρονα ενήργησε αριστερό, σε σχέση με την πορεία του, ελιγμό, πράξη απόλυτα δικαιολογημένη καθώς έβλεπε να βρίσκεται στο ρεύμα πορείας του και αντίθετα σε αυτόν το έτερο όχημα.

Παρά τις ανωτέρω ενέργειες, δεν κατέστη δυνατόν να αποφύγει τη σύγκρουση, ούτε του δόθηκε ο αναγκαίος χρόνος να αντιδράσει με άλλο τρόπο αποτελεσματικά, ενόψει και του μεγάλου όγκου και βάρους του οδηγούμενου από αυτόν φορτηγού (αρθρωτό όχημα αποτελούμενο από τον ελκυστήρα του και την ημιρυμουλκούμενη από αυτόν πλατφόρμα) σε σχέση με το πλάτος του ρεύματος πορείας του που είναι περίπου 4 μέτρα.

Επίσης, η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 10 χιλιόμετρα την ώρα του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, καθώς, σύμφωνα με τον ταχογράφο η ταχύτητά του κατά τον χρόνο πριν τη σύγκρουση, ήταν τα 80 χλμ/ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 70 χλμ/ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς ακόμη και εντός των ορίων της επιτρεπομένης ταχύτητας να κινούνταν δεν θα είχε αποφευχθεί τόσο η σύγκρουση όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της ξαφνικής και όλως αντικανονικής εισόδου του ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού από την επαρχιακή οδό στην εθνική οδό και στο ρεύμα πορείας που οδηγεί προς Φλώρινα, και της κίνησης αυτού για αρκετά μέτρα εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας, στο οποίο κινούνταν κανονικά ο οδηγός του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, η οποία κίνηση (του θανόντος οδηγού) γίνονταν χωρίς την απαιτούμενη προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να εντοπίσει την πορεία του δημοσίας χρήσεως φορτηγού και να το αποφύγει.

Επίσης, βάσει των ανωτέρω καθώς και του γεγονότος ότι ο οδηγός του δημοσίας χρήσεως φορτηγού αντιλήφθηκε την είσοδο του ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού στο ρεύμα πορείας του από απόσταση σαράντα (40) μέτρων, ο προς τα αριστερά ελιγμός που επιχείρησε προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση ήταν ορθός και δεν υπήρχε στο όχημα αυτό δυνατότητα να κινηθεί ευθεία ή δεξιά, καθώς έβλεπε το έτερο όχημα να κινείται μέσα στο ρεύμα πορείας του.

Συνεπώς, δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν υπαιτιότητα του οδηγού του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, καθώς ο ανωτέρω κινούνταν κανονικά μέσα στο ρεύμα πορείας του, όταν το έτερο όχημα ανεπίτρεπτα και παραβιάζοντας τόσο την πινακίδα περί υποχρεωτικής διακοπής πορείας και την πινακίδα απαγόρευσης αριστερής στροφής, στην προσπάθειά του να εισέλθει στην εθνική οδό και στο αντίθετο ρεύμα από αυτό που κινούνταν ο ανωτέρω, κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό στο οποίο σκόπευε να τοποθετηθεί, ενώ η σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν αποφεύχθηκε καθώς ο οδηγός του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού θανών δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον κίνδυνο και συνέχισε την πορεία του μέσα στο αντίθετο ρεύμα.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο θανών οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω ενεργειών και παραλείψεών του. Εν όψει, λοιπόν, των ανωτέρω, θα πρέπει τόσο η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 § 1 ν.

ΓπΝ/1911) όσο και η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (άρθρα 6 ν. ΓπΝ/1911 και 300 ΑΚ) που πρόβαλε η εναγόμενη της υπό στοιχείο Α' αγωγής κατά της αγωγής αυτής, να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Αντίθετα, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη της επικαλούμενης προς θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία υπαιτιότητας του ασφαλισμένου της εναγόμενης της υπό στοιχείο Β' αγωγής, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, γενομένης δεκτής και της εκ του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν.

ΓπΝ/1911 ένστασης της εναγόμενης της υπό στοιχείο Β' αγωγής και ως κατ' ουσίαν βάσιμης, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...''. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 330 του ΑΚ, καθώς και αυτές του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε:

α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Α. Α. του Ι., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αγροτικού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη στην από 3-11-2014 και με αριθμό καταθέσεως 85/24-11-2014 αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Ε.Γ.Α." και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του Π. Π. του Ν.-ενάγοντος στην με αριθμό καταθέσεως 42/9-7-2014 αγωγή, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης φορτηγού οχήματος-ελκυστήρα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρία, στην πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι η ως άνω υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος κατά 10 χλμ/ώρα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 10 χιλιόμετρα την ώρα του δημοσίας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς, σύμφωνα με τον ταχογράφο η ταχύτητά του κατά τον χρόνο πριν τη σύγκρουση, ήταν τα 80 χλμ/ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 70 χλμ/ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς ακόμη και εντός των ορίων της επιτρεπομένης ταχύτητας να κινούνταν δεν θα είχε αποφευχθεί τόσο η σύγκρουση όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της ξαφνικής και όλως αντικανονικής εισόδου του ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού από την επαρχιακή οδό στην Εθνική οδό Φλώρινας - Κοζάνης και στο ρεύμα πορείας που οδηγεί προς Φλώρινα, αλλά και της κίνησης αυτού για αρκετά μέτρα εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας, στο οποίο κινούνταν κανονικά ο οδηγός του δημοσίας χρήσεως φορτηγού, η οποία κίνηση (του θανόντος οδηγού) γίνονταν χωρίς την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να εντοπίσει την πορεία του δημοσίας χρήσεως φορτηγού και να το αποφύγει.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 1310/2014].

Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβίασης του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητος κατά 10 χλμ/ώρα και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018), με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδ.

α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παράβασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 του ΑΚ, και 19 παρ. 1 και 3 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330, 914 του ΑΚ και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αγροτικού αυτοκινήτου, Α. Α.. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας (άρθρο 330 β'ΑΚ), που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 και 16 παρ. 4 του ν. 2696/1999, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, (μη συμμόρφωση και μη διακοπή της πορείας προ της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας P -2 (STOP), παραβίαση διπλής διαχωριστικής γραμμής, αλλά και παραβίαση σήμανσης Ρ -27 περί απαγόρευσης αριστερής στροφής επιχειρώντας να εισέλθει αντικανονικά στην εθνική οδό με κατεύθυνση προς Φλώρινα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στη πορεία του δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου).

Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) αν και δέχεται ότι, ο οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης φορτηγού οχήματος, αντιλήφθηκε την είσοδο του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αγροτικού αυτοκινήτου στην εθνική οδό από απόσταση 40 μέτρων, εντούτοις δεν εξηγεί γιατί αυτή η απόσταση δεν ήταν ικανή για να ακινητοποιηθεί το φορτηγό όχημα, β) αν και δέχεται ότι, το ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αγροτικό αυτοκίνητο κινήθηκε για αρκετά μέτρα εντός του ρεύματος πορείας του δημόσιας χρήσης φορτηγού οχήματος και δη διαγώνια με πορεία προς το ρεύμα κυκλοφορίας προς Φλώρινα, δεν διευκρινίζει αν το ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αγροτικό αυτοκίνητο είχε κινηθεί πριν από τη σύγκρουση στο ρεύμα πορείας προς Φλώρινα, ώστε να κριθεί αν ο ελιγμός του δημόσιας χρήσης φορτηγού οχήματος προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ο ενδεδειγμένος, γ) αν και δέχεται ότι, η είσοδος του ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αγροτικού αυτοκινήτου στη διασταύρωση ήταν αιφνίδια, εντούτοις δέχεται ότι η κίνησή του αυτή έγινε αντιληπτή από τον οδηγό του δημόσιας χρήσης φορτηγού οχήματος από απόσταση 40 μέτρων και δ) αν και δέχεται ότι, δεν δόθηκε στον οδηγό του δημόσιας χρήσης φορτηγού οχήματος ο αναγκαίος χρόνος να αντιδράσει με άλλο τρόπο αποτελεσματικά, δεν διευκρινίζει τον αποτελεσματικό τρόπο αντίδρασης, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, στον λόγο αυτό, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος, αντιστοίχως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, διότι μόνο έτσι η δίκη στηρίζεται σε ασφαλή θεμέλια.

Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του ενάγοντος ή εναγομένου και δικαιούχου ή υπόχρεου, αντίστοιχα, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγουν ή ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.

Και στις δύο περιπτώσεις συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του ενάγοντος ή εναγομένου, ενώ, εξάλλου, δεν πρόκειται για ενεργητική ή παθητική ομοδικία, των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας απαιτήσεως ή υποχρεώσεως έναντι του εναγομένου ή ενάγοντος, αφού ένας μόνο είναι ο δικαιούχος ή ευθύνεται, αντίστοιχα, αλλά υπάρχει αμφιβολία ποιος προσέτι δε στη διαζευκτική εναγωγή ο ενάγων δεν εκφράζει την προτίμησή του ως προς το πρόσωπο αυτού, ενώ στην επικουρική εναγωγή ζητεί από το δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του ως προς τον εκάστοτε επόμενο εναγόμενο μόνο σε περίπτωση απόρριψής της έναντι του αμέσως προηγουμένου (ΑΠ 1543/2009, ΑΠ 1821/2007, 1495/2007).

Κατά γενικό, επομένως κανόνα, σε περίπτωση επικουρικής εναγωγής η αγωγή απορρίπτεται στο σύνολο της ως απαράδεκτη, αυτεπαγγέλτως, διότι δημιουργεί εκκρεμοδικία υπό αίρεση και, ως εκ τούτου ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Η εκ του λόγου, όμως, αυτού ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής δεν συντρέχει όταν η εναγωγή αναφέρεται μόνον στη βάση ή το αίτημα της αγωγής, που παραδεκτά μπορούν να εναλλαχθούν επικουρικώς διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται περί ανεπίτρεπτης ασκήσεως της αγωγής, ως επί εναλλαγής προσώπων, υπό εξωδιαδικαστική, αλλά από επιτρεπτή, όπως επί επικουρικής εναλλαγής βάσεων ή αγωγικών αιτημάτων, αίρεση, εφ' όσον περιέχεται στην αγωγή μία βάση χωρίς αίρεση (Α.Π. 1607/2000).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 του ν. 489/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 παράγραφος 2 του Π.Δ. 264/1991, " η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, εξαιτίας θα¬νάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη, λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου, του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του ίδιου ν. 486/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση και αυτού, με το άρθρο 4 του πιο πάνω Π.Δ. 264/1991, "δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παρ. 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και ιδιαίτερα μετά την απάλειψη από την αρχική διατύπωση του άρθρου 7, της περιπτώσεως δ' με την οποία ορίζονταν, ότι δεν θεωρούνταν τρίτοι "οι σύζυγοι των αναφερόμενων στις προηγούμενες περιπτώσεις προσώπων, όπως και οι συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, εφόσον κατοικούν υπό την αυτή στέγη ή διατρέφονται από αυτούς ή εφόσον μεταφέρονται με το αυτοκίνητο που προξένησε τη ζημία", προκύπτει, ότι μετά το πιο πάνω Π.Δ 264/1991, που εκδόθηκε στα πλαίσια συμμόρφωσης προς τις διατάξεις της Οδηγίας 84/5 GEG (Ε.Ε.) της 30.12.1983 για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών - μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η σύζυγος και οι εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενείς του οδηγούντος το ζημιογόνο αυτοκίνητο, στο οποίο και επέβαιναν είναι τρίτοι, και με την ιδιότητά τους αυτή, σε περίπτωση θανατώσεώς ή σωματικής τους βλάβης η ασφαλιστική τους κάλυψη περιλαμβάνει και τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη των ιδίων, ως παθόντων, και ψυχική οδύνη, συνεπεία του θανάτου τους η οποία δύναται να επιδικαστεί στην οικογένειά τους.

Από το ότι δεν επαναλήφθηκε στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του πιο πάνω άρθρου 6, η περικοπή· του πρώτου εδαφίου, ότι, δηλαδή, στην αστική ευθύνη περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, κατά περίπτωση, δεν έπεται ότι αποκλείστηκε από τα μέλη της οικογένειας του οδηγού, η δυνατότητα να επιδιώξουν να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, διότι τούτο θα αποτελούσε, χωρίς αποχρώντα λόγο, περιορισμό της αποζημίωσης των δικαιούχων συγγενών, τα πρόσωπα των οποίων ο νομοθέτης επιδίωξε να προστατεύσει (ΑΠ 689/2006 Α.Π, 924/2004, ΑΠ 1114/2000).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του του οποίου η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την καρά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔικ.

Εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση της ένδικης, από 3.11.2014, αγωγής προκύπτει ότι, καθ' όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Φανή χήρα ..., αυτή στρέφεται κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, κυρίως μεν ως ασφαλίζουσας την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημόσιας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ... και ο οποίος (κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν) ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και διώκεται δι' αυτής η καταβολή στην πρώτη ενάγουσα των αναφερομένων σ' αυτήν ποσών, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας του τραυματισμού της και ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου του οικείου της ..., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. οχήματος στο οποίο αυτή επέβαινε, ως συνοδηγός και επικουρικώς, εφ' όσον, δηλαδή, ήθελε κριθεί ότι δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο παραπάνω αναφερόμενος οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου, κατ' αυτής ως ασφαλίζουσας την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, επιδιώκοντας την καταψήφισή της (εναγομένης) στην καταβολή στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ως τρίτη, του αναφερομένου ποσού χρηματικής της ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας του τραυματισμού της.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το ελεγχόμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής στο περιεχόμενο αυτού (κατά το μέρος που αφορά στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) διαλαμβάνονται τα εξής ως προς το ζήτημα της αναφοράς των περιστατικών, των θεμελιούντων την υπαιτιότητα του ασφαλισμένου από την εναγομένη οδηγού του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, μετά την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος "αποκλειστικά υπαίτιος άλλως και όλως επικουρικώς βαρύτατα συνυπαίτιος κατά ποσοστό 90% του σοβαρού τροχαίου αυτού ατυχήματος εκ του οποίου απώλεσε την ζωή του ο Α.

Α., ο οποίος βαρύνεται με μικρή συνυπαιτιότητα, λόγω της τυπικής υπάρξεως της πινακίδας STOP στην πορεία του τυγχάνει ο οδηγός του ασφαλισμένου παρά της αντιδίκου εταιρίας οχήματος καθ' ότι αυτός: α)..., β) .... " (βλ. σελ. 6 και 23 του αγωγικού δικογράφου). Περαιτέρω, στη σελίδα 13 του εν λόγω αγωγικού δικογράφου και υπό τον τίτλο "Αυτοτελείς ζημίες της πρώτης από εμάς (συζύγου του θανόντος), ενεχομένης της αντιδίκου εταιρίας έναντι εμού ως ασφαλίζουσας αμφότερα τα εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα", διαλαμβάνεται ότι αυτή, ως συνεπιβαίνουσα στο οδηγούμενο από το σύζυγο της όχημα, τραυματίστηκε και υπέστη, εκ του λόγου αυτού ηθική βλάβη.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, κατά το μέρος αυτής που, όπως προαναφέρθηκε, αφορά στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, στην οποία (αγωγή) διαλαμβάνονται τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία είναι επαρκή προς θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας αγωγικής αξιώσεως της έχουσας την ιδιότητα της τρίτης πρώτης ενάγουσας επιβαίνουσας στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, για χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού της δεν περιείχε ανεπίτρεπτη επικουρική εναγωγή, αλλά αντίθετα παραδεκτή και επικουρική εναλλαγή αιτημάτων και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας και χωρίς αίρεση βάσεως αυτής (αγωγής).

Ο ισχυρισμός αυτός (στον οποίο θεμελιώνεται η επικουρική αγωγική βάση, περί αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως της πρώτης ενάγουσας εξαιτίας του τραυματισμού της ως τρίτης συνεπιβαίνουσας στο όχημα, ο οδηγός του οποίου κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και το οποίο ασφάλιζε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία) απερρίφθη σιγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε από την πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου, με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, στον οποίο εξέθετε τα ακόλουθα: "έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της αποκλειστικής υπαιτιότητας ή του ποσοστού συνυπαιτιότητας ενός εκάστου εκ των εμπλακέντων οδηγών, δεν μου επιδίκασε την αγωγική μου αξίωση για τη ζημία της ηθικής βλάβης που υπέστην από τον σοβαρό τραυματισμό μου από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, δεδομένου ότι εγώ ευκρινώς στο αγωγικό μου δικόγραφο και ειδικότερα στις σελίδες έξι και είκοσι τρία αυτής έκανα σαφή αναφορά περί συγκλίνουσας υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, ενώ επιπροσθέτως προσδιόρισα και την ασφαλιστική ευθύνη της εναγομένης και νυν εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας "...

ΑΕΓΑ", ως ασφαλίζουσας την αστική ευθύνη τόσο του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αγροτικού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας και εκμεταλλεύσεως του θανόντος ..., στο οποίο επέβαινα ως συνεπιβάτης, όσο και του με αριθμό κυκλοφορίας ΙΑΕ Δ.Χ. ελκυστήρα, ο οποίος ρυμουλκούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενο όχημα, ιδιοκτησίας και εκμεταλλεύσεως του Π.

Π. ...".

Όπως προκύπτει δε από τις προεκτεθείσες για την έρευνα του προεκτεθέντος αναιρετικού λόγου, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας που θεμελίωνε την αξίωσή της ως τρίτης για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας του τραυματισμού της και κατά του οικείου της οδηγού του αυτοκινήτου, στο οποίο συνεπέβαινε και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ως ασφαλιστικής του εταιρίας Συνεπώς ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (επικουρική αγωγική βάση) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, πρέπει: Α] η αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων, ως προς το κεφάλαιο που αφορά τα πρόσωπα αυτά που περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος και αξιώνουν χρηματική ικανοποίηση ως ψυχική οδύνη εξαιτίας του θανάτου του οικείου τους ...

και να επιβληθούν σε βάρος τους, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής και Β] η αίτηση αναιρέσεως, να γίνει δεκτή ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, Φανή χήρα ..., ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην επικουρική αγωγική βάση, ήτοι ότι έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 του ν. 489/1976, την ιδιότητα της "τρίτης" και, επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό της, ως συνεπιβαίνουσα στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο θανών σύζυγός της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη εταιρία, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εν λόγω αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα αυτό πρώτη αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

Απορρίπτει την, από 4-7-2019 (αριθμ. καταθ. ΑΝΡ16/19), αίτηση αναιρέσεως, κατά της 30/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας θανάτου του οικείου τους ....

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Β)

Αναιρεί την 30/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Φανή χήρα ... κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην επικουρική αγωγική βάση και δη στον ισχυρισμό της ότι έχει την ιδιότητα της "τρίτης" και, επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό της, ως συνεπιβαίνουσα στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο θανών σύζυγός της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην πρώτη αναιρεσείουσα του παραβόλου το οποίο κατέβαλε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, σε βάρος της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ