Appeal dismissed in part; second and third grounds rejected as inadmissible, first ground suspended pending Full Court ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the second and third grounds of appeal as inadmissible because they concerned substantive errors rather than procedural flaws. The first ground regarding the legal classification of water utilities was suspended to ensure uniformity of case law. Consequently, the appeal was partially allowed only by deferring the hearing of the first argument until the Full Court issues a definitive decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 576, 249 of the Code of Civil Procedure; The Court rejects inadmissible appeal grounds based on substantive errors and suspends proceedings on general interest issues pending Full Court resolution to ensure judicial unity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 649 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 649/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Κομοτηνής (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.) που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λευκή Κιοσσέ - Παυλίδου και Νικόλαο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)… και 55), απάντων κατοίκων …. Ο Φ. Π. (39ος) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2014 (με αριθμό κατάθεσης 388/2014) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 18/4/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 4160δ'/12-11-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ροδόπης Δ. Π. και 8126/18-10-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Π. Κ., αποδεικνύεται ότι αντίγραφα της αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 24-3-2020, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων που αποφασίστηκε στο πλαίσιο των μέτρων προς αποφυγή της μετάδοσης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και ορίστηκε οίκοθεν εκ νέου για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως σε όλους τους αναιρεσίβλητους, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Ελένης Κλωνίδου, η οποία παρήγγειλε την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την αναιρεσείουσα στις 22-03-2019 και Απόστολου Γκατζιού, ο οποίος, διορισθείς από τους αναιρεσίβλητους σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ και παρασταθείς στην πρωτόδικη δίκη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής και στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 143 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα με δικόγραφο αντικατάστασή του.
Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, ο 39ος των αναιρεσιβλήτων Φ. Π. δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Κατά την § 1 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου, μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουστεί η αναίρεση, καθώς και τα έγγραφα εκείνα που η υποβολή τους είναι παραδεκτή κατά την παρ. 2. Η κατάθεση και η ημερομηνία της βεβαιώνεται με σημείωση επάνω στο φάκελο της δικογραφίας.
Συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος που προτείνει ενστάσεις για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει υποχρεωτικά να καταθέσει προτάσεις και τα αποδεικτικά του έγγραφα 20 τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο, άλλως οι ενστάσεις αυτές είναι απαράδεκτες. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά την παρούσα δικάσιμο (13-10-2020) προβάλλουν ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως διότι αυτή δεν ασκήθηκε καθ' όλων των κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Σ. Κ., που απεβίωσε την 4-1-2015, αλλά μόνο κατά της συζύγου του 38ης των αναιρεσιβλήτων Ε. Ψ. και δεν ασκήθηκε κατά των κληρονόμων του 39ου των αναιρεσιβλήτων Φ. Π. που απεβίωσε την 7-4-2018. Η ένσταση αυτή, αφού οι προτάσεις με τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα δεν κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, προ 20ημέρου από τη συζήτηση της αίτησης, αλλά κατά τη συζήτηση αυτής, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σημειωτέον ότι δεν δηλώνεται βιαία διακοπή της δίκης, δεν προκύπτει γνώση της αναιρεσείουσας και δεν γίνεται επίκληση βλάβης.
Με την από 19-12-2014 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι είναι εργαζόμενοι της εναγομένης ΔΕΥΑ και ήδη αναιρεσείουσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έκαστος και ότι η τελευταία προέβη σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους, και των επιδομάτων εορτών και άδειας για το έτος 2012 επικαλούμενη τις διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, παρά την εξαίρεσή τους από τους νόμους αυτούς, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα ως άνω περικοπέντα ποσά. Το Ειρηνοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή και το κατ' έφεση της εναγομένης -αναιρεσείουσας δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση κατ' ουσία.
Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Οι αναφερόμενοι στη διάταξη λόγοι είναι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης 'μόνο', περιοριστικοί (ΟλομΑΠ 45/1987).
Κατά τον αριθμό 1 εδ. α' της διάταξης αυτής, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 1/1999).
Προκειμένου περί αοριστίας της αγωγής ελέγχεται στο πλαίσιο του παρόντος λόγου μόνο η νομική αοριστία, δηλ. εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του δικαιώματος.
Η τυχόν περαιτέρω αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της ελέγχεται από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση πρωτοδικείων (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 2057/2007). Εξάλλου, κατά τον αριθ. 6 του άνω άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Συνεπώς, οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο (ΟλομΑΠ 3/1997), ούτε η ελλιπής ή αντιφατική αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 452/2020). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων των ν. 3833/2010 & 3845/2010 έκρινε ότι η αναιρεσείουσα ως Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των νόμων αυτών, οπότε οι περικοπές των αποδοχών των εργαζομένων της που επέβαλε δυνάμει των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων είναι μη νόμιμες, κρίση δυνάμει της οποίας στο διατακτικό έκανε δεκτή την αγωγή, ενώ, αν ορθά (κατά την άποψή της) εφάρμοζε τους νόμους αυτούς θα έπρεπε να κρίνει ότι οι ΔΕΥΑ εξαιρούνται τούτων και συνακόλουθα να απορρίψει τη αγωγή.
Το ζήτημα αυτό, ως αναφερόμενο σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων και, εντεύθεν, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 626/2021 απόφαση του παρόντος Τμήματος, που ήταν γνωστή όταν άρχισε η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι ο αντίστοιχος λόγος της εκεί κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, περί του εάν οι ΔΕΥΑ υπάγονται ή μη στο ρυθμιστικό πεδίο των ν. 3833/2010 και 3845/2010 και συνακόλουθα εάν οι περικοπές των αποδοχών των εργαζομένων τους δυνάμει των νόμων αυτών είναι νόμιμες ή όχι, διότι οι ούτω προκύπτουσες διαφορές αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων της αυτής κατηγορίας, των οποίων υποθέσεις εκκρεμούν είτε ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ενώ συντρέχει επί πλέον λόγος για την ενότητα της νομολογίας.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης για το λόγο αυτόν αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι η νομική θεμελίωση αυτής (αναιρεσιβαλλομένης) είναι ελλιπής, καθώς και ότι αυτή έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου, είναι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι αφορά ελλείψεις της νομικής θεμελίωσης (μείζονας πρότασης) και όχι στις ουσιαστικές παραδοχές αυτής. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η αγωγή πάσχει ποσοτικής αοριστίας, διότι δεν εξειδικεύεται το ποσό κατά το οποίο μειώθηκαν οι αποδοχές των εναγόντων από την εφαρμογή κάθε νόμου ξεχωριστά, αλλά αναφέρεται συνολικά η μείωση των αποδοχών τους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι η επικαλούμενη πλημμέλεια, όπως προειπώθηκε, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση πρωτοδικείων.
Κατ' ακολουθία, πρέπει οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν, να αναβληθεί δε η συζήτηση του πρώτου λόγου αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 626/2021 απόφαση του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 18-4-2019 και με αριθμό καταθέσεως 26/19/18-4-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης δικάζον ως Εφετείο.
Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 626/2021 απόφαση του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ