Legislator Case Law & Legislation
649/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court judgment regarding civil liability and procedural costs allocation.

Case Number 649/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a public legal entity against a first-instance judgment. The lower court had dismissed the plaintiffs' claims, and the Supreme Court reversed this decision for specific defendants while maintaining the case for others. Consequently, the Court ordered the appellants to pay the legal costs of the plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews cases ex officio when parties are absent or improperly summoned, and may allow appeals while partially dismissing the original suit to allocate costs accordingly.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility public legal entity legal costs allocation procedural default civil liability Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 2, 4, 576(1-3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 649 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 649/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ / ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΞΑΝΘΗΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσατσάνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Δ. Ρ., κλπ (σύνολο 13), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Κιούση, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 2/7/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1761/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 4/3/2019 κλήση του καλούντος .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου ανέγνωσε την από 14/10/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των καθών η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, αν κάποιους από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 3631/2019, ΑΠ 234/2018).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 102 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, για την υποχρεωτική παράσταση διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως και έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 Ν. 3894/2011 και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 προστέθηκε με το άρθρο 63 Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017), η πληρεξουσιότης δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή την έκθεση.

Ειδικά όμως για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Για τον τύπο δε αυτό της πληρεξουσιότητας, που προβλέφθηκε με το άρθρο 63 Ν. 4509/2017, εφόσον η πληρεξουσιότης χορηγείται σε δικηγόρο μετά τις 22-12-2017, σε υποθέσεις εργατικών διαφορών εφαρμόζεται η νέα διάταξη και επί εκκρεμών υποθέσεων, κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 24 παρ.1 εδ.α ΕισΝ Κ.Πολ.Δ γενικής δικονομικής αρχής, ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά το χρόνο διενεργείας αυτών.

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύτηκε είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 106/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 234/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 4-3-2019 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η υπό κρίση από 2-7-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 109/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1761/2012 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής λόγω μη κλήτευσης των μη παραστάντων αναιρεσιβλήτων. Κατά την ενεστώσα συζήτηση της υποθέσεως, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, εμφανίστηκε η δικηγόρος Κυριακή Κιούση, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσιβλήτους, προσκόμισε δε προς τούτο το υπ' αριθ.20.213/8-11-2019

πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αικατερίνης Παγουλάτου. Όμως σχετικά με την παράσταση και εκπροσώπηση της τέταρτης αναιρεσίβλητης Θ.Ζ. δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας από αυτή στην προαναφερόμενη δικηγόρο, με κάποιο από τους ως άνω νόμιμους τρόπους, δεδομένου μάλιστα ότι στο προσκομιζόμενο πληρεξούσιο, δεν μνημονεύεται ότι παρέχει και αυτή σχετική πληρεξουσιότητα. Επομένως η αναιρεσίβλητη αυτή θεωρείται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ως δικονομικά απούσα. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2018Γ73-4-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θ. με έδρα το Πρωτοδικείο Ξ. Δ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 2-7-2010 αίτησης αναίρεσης και της από 4- 3-2019 κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη αναιρεσίβλητη Θ. Ζ.. Όμως, η προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο, και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση όμως να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ.2 εδ.α' και γ' Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.α, 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος). Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ ου η διακοπή της δίκης δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη αυτής, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 281 Κ.Πολ.Δ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ, περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ 6/2019, ΑΠ 17/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα την αριθ. … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Ξάνθης, το υπ' αριθ. … πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το υπ' αριθ. Πρωτ. … πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, του Δημάρχου Αβδήρων Ξάνθης, τις αριθ. … και … εκθέσεις δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Γραμματέα στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Κ. και το αριθ. πρωτ. … πιστοποιητικό μεταγραφής της υποθηκοφύλακος

Ξάνθης Κ. Τ., προκύπτει ότι στις …, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως απεβίωσε στην Ξάνθη η δεύτερη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα Π. Χ., η οποία κληρονομήθηκε, δυνάμει της από 17.195/18-03- 2009 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αικατερίνης Παγουλάτου, από τους ανηψιούς της Α. Χ. και Σ. Χ., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία. Ήδη η δίκη επισπεύδεται από το αναιρεσείον, αντίδικο της αποβιώσασας, το οποίο επέδωσε στους ως άνω κληρονόμους της τελευταίας την από … κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο, η οποία αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Με τα δεδομένα αυτά νόμιμα και εμπρόθεσμα το αναιρεσείον - εναγόμενο επέσπευσε την επανάληψη της δίκης. Ενόψει αυτών η διακοπείσα με το θάνατο της ως άνω αναιρεσίβλητης δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους της θανούσας αναιρεσίβλητης Π. Χ. οι οποίοι παρίστανται κατά την αναφερόμενη δικάσιμο στη θέση της κληρονομηθείσας διαδίκου, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Με την από 2-7-2010, με αριθμό καταθέσεως 77/2-7-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 109/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, επί της από 9-3-2009, με αριθμό κατάθεσης 842/2009 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.ΠΙ.Δ με την επωνυμία "ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ/ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΞΑΝΘΗΣ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 9 Ν.4109/2013 (ΦΕΚ 16/Α/23-01-201 3), του άρθρου 16 Ν.3275/2014 (ΦΕΚ 149/Α/15-7-2014) και του άρθρου 15 Ν.4312/2014 (ΦΕΚ 260/Α/1 2-12-2014).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 142/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία έγινε δεκτή η από 1-10-2007 με αριθμό καταθέσεως 172/2-10-2007 αγωγή ως προς τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους, από δέκα έξη (16) συνολικά ενάγοντες και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του αρχικά εναγομένου - αναιρεσείοντος Ν.Π Ι.Δ, να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν σε επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 35 παρ.6 Ν. 1566/1985.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 Κ.Πολ.Δ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1, 558 και 566 Κ.Πολ.Δ η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ' αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και είναι δυνατή με αυτήν και με βάση της επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλόμενη απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους συνακόλουθα δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΑΠ 1353/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 125/2006, ΑΠ 731/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης, τρίτης, πέμπτου, έκτου, εντέκατης και δωδέκατης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), καθόσον οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς στην αίτηση αναίρεσης άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς αυτούς. Το αναιρεσείον πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω εφεσιβλήτων που παραστάθηκαν με τον ίδιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγω αυτής (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

Με το άρθρο 32, που εντάσσεται στο κεφάλαιο I, υπό τον τίτλο "Ειδική Αγωγή" του ν. 1566/1985 "Δομή και Λειτουργία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης", ορίζεται ότι: "1. Στα άτομα που έχουν ειδικές ανάγκες παρέχεται ειδική αγωγή και ειδική επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία, στα πλαίσια των σκοπών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, επιδιώκει ιδιαίτερα:

α) την ολόπλευρη και αποτελεσματική ανάπτυξη και αξιοποίηση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων τους, β) την ένταξή τους την παραγωγική διαδικασία και γ) την αλληλοαποδοχή τους με το κοινωνικό σύνολο. Οι στόχοι αυτοί επιτυγχάνονται με την εφαρμογή ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων. ...3. Η ειδική αγωγή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση, παρέχεται δωρεάν από το κράτος σε δημόσια σχολεία 4.

Η ειδική αγωγή και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές ανάγκες παρέχεται: α) σε κανονικά σχολεία στα οποία είναι ενταγμένα τα άτομα αυτά, β)...5.Η ίδρυση, η προαγωγή, η κατάργηση, ο υποβιβασμός και η συγχώνευση ειδικών σχολείων γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Οι θέσεις προσωπικού που συνιστώνται προσαυξάνουν τις οικείες θέσεις κατά κατηγορίες και κλάδους που προβλέπονται από αυτόν το νόμο. 6. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με: α) την προσωνυμία ή τον τίτλο καθώς και τον εξειδικευμένο τύπο των ειδικών σχολείων ή άλλων μονάδων ειδικής αγωγής, β) τον ελάχιστο αριθμό ατόμων που απαιτείται για την ίδρυση ειδικών σχολείων και άλλων μονάδων ειδικής αγωγής, την οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και τον τρόπο παροχής της ειδικής αγωγής στο σπίτι από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, γ) την εσωτερική διάρθρωση κατά βαθμίδες και τάξεις, την οργανικότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού και τον αριθμό των μαθητών κατά τάξη ...>>.

Με το άρθρο 34 ορίζεται ότι: "1 .Αποκλειστικός φορέας για κάθε θέμα που αναφέρεται στην ειδική αγωγή και την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση είναι το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.... 3) Μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, που ανήκουν στην αρμοδιότητα ή την εποπτεία άλλων υπουργείων και οργανισμών και λειτουργούν είτε ως δημόσια σχολεία είτε ως σχολεία νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είτε ως ιδιωτικά σχολεία, υπάγονται εφεξής στην αρμοδιότητα ή την εποπτεία του υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. 4.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να μετατρέπονται σε δημόσιες σχολικές μονάδες τα ειδικά σχολεία ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης που ανήκουν σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή φυσικά πρόσωπα... 5. Οι εκπαιδευτικοί και το λοιπόν προσωπικό των μονάδων της παρ.3, εφόσον έχουν την ιδιότητα του μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου, εντάσσονται με το βαθμό που κατέχουν στις θέσεις προσωπικού που συνιστώνται με το νόμο αυτόν για την ειδική αγωγή και την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση.

Όσοι έχουν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου διατηρούν την ιδιότητά τους αυτή. Οι λοιποί εξακολουθούν να υπηρετούν με την ιδιότητα που έχουν. Όσοι υπηρετούν σε σχολικές μονάδες που μετατρέπονται κατά τις διατάξεις της παρ.4, προσλαμβάνονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στις δημόσιες σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου...".

Με το άρθρο 35 υπό τον τίτλο "προσωπικό" ορίζεται ότι: "1. Οι θέσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού των δημόσιων μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης περιλαμβάνονται στο σύνολο των οργανικών θέσεων εκπαιδευτικού προσωπικού κατά βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως προβλέπονται στα άρθρα 12 παρ.4 ... 2) Για τη στελέχωση των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, χρησιμοποιείται εκπαιδευτικό προσωπικό πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά περίπτωση.

Συνιστώνται επί πλέον κατά κλάδους οι εξής θέσεις προσωπικού Α. Ειδικό Προσωπικό ... Θεραπευτών του λόγου ... Επαγγελματικών συμβούλων ... ψυχολόγων, επιμελητών ... κοινωνικών λειτουργών... Β. Διοικητικό Προσωπικό ... Διοικητικό υπαλλήλων .... κλητήρων, επιστατών, φυλάκων - νυχτοφυλάκων ... 5.Οι διατάξεις που ισχύουν για το εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολείων ιδιωτικής εκπαίδευσης εφαρμόζονται αναλόγως και στο εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης ...".

Και τέλος με την παρ. 6 του άρθρου 35 του ίδιου νόμου 1566/30-9- 85, ορίζεται ότι: "Στο προσωπικό που υπηρετεί στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης καταβάλλεται κατά μήνα και για όλο το έτος επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας ίσο με το 30% των μηνιαίων αποδοχών του κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου του εισαγωγικού βαθμού κάθε κλάδου".

Εξάλλου στο άρθρο 33 παρ.4 του Ν.2009/1992 <<Εθνικό Σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και άλλες διατάξεις >> ορίζεται ότι: <<Οπου στο Κεφάλαιο 1 Ειδική Αγωγή του Ν.1566/1985 αναφέρεται ειδικό προσωπικό νοείται ως ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό >>. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ.1 εδ.β και 4 σε συν. με το άρθρο 31 περ.η' του ν.2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης ...", που ίσχυσε, κατά το άρθρο 33 του ίδιου νόμου από 1-1-1977, διατηρούνται τα ειδικά επιδόματα του εκπαιδευτικού προσωπικού μειονοτικών σχολείων και σχολείων ειδικής αγωγής.

Β) Με το άρθρο 5 παρ.4 ν.2817/2000 "εκπαίδευση ατόμων με ειδικές ανάγκες και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'78/14-3-2000) καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του (δηλ. από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ, άρθρ.18 αυτού) οι διατάξεις των άρθρων 32, 33παρ.1, 34 παρ.παρ.1 και 2 και 35 παρ.παρ.4, 5, 11, 12 και 13 του ως άνω ν.1566/1985 (μη ασκούσης έννομης επιρροής, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, της κατάργησης του ως άνω άρθρ.5 ν.2817/2000 με το άρθρ. 35 παρ.1 ν.3699/2008, ΦΕΚ Α' 199/2-10-2008, από την ως άνω έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου), ενώ παρέμειναν σε ισχύ οι λοιπές διατάξεις των άρθρ. 33, 34 και 35 αυτού, με τον ίδιο δε αυτόν ν.2817/2000 ρυθμίσθηκαν, εκτός των άλλων, θέματα της εκπαίδευσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 10, αυτού ορίσθηκε, ότι η ίδρυση, κατάργηση, προαγωγή, ο υποβιβασμός, η μετατροπή και η συγχώνευση των σχολείων της παρ.13 και των τμημάτων ένταξης, η προσθήκη τομέων και τμημάτων ειδικοτήτων στα Τ.Ε.Ε ειδικής αγωγής, η στελέχωση αυτών, καθώς και η ανάλογη αύξηση ή μείωση των οργανικών θέσεων του προσωπικού γίνονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από εισηγήσεις του οικείου Κ.Δ.Α.Υ., των οργάνων του άρθ. 49 ν.1566/1985 και του Κ.Δ.Α.Υ.

της έδρας της περιφέρειας, στο προσωπικό δε των σχολείων ειδικής αγωγής και των τμημάτων ένταξης περιλαμβάνονται και οι ανήκοντες στους κλάδους ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού. Με την παρ.4 του ΣΤ' Κεφαλαίου του άρθ. 4 ν.2817/2000 ορίσθηκε ειδικά, ότι το ως άνω κατ' άρθ. 35 παρ.6 ν.1566/1985 και 10 παρ.1 περ.β' ν.2470/1997 επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας καταβάλλεται στο δραχμικό ύψος του με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών αποκλειστικά και μόνο στο εκπαιδευτικό, ειδικό εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό που υπηρετεί στα Κ.Δ.Α.Υ, στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και στα τμήματα ένταξης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Σε σχέση δηλαδή με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.ιβ Ν. 2470/1997 προστέθηκε στους δικαιούμενους το άνω επίδομα και το "ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό" καθώς και το βοηθητικό προσωπικό. Ειδικότερα, ως προς το προσωπικό των σχολικών μονάδων και σχηματισμών, το οποίο αποκλειστικά και μόνο δικαιούται, σύμφωνα με τα παραπάνω, το ως άνω επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας, προκύπτουν τα εξής: 1) Κατά το άρθρο 35 παρ.παρ.1 και 2 ν.1566/1985 που διατηρήθηκε σε ισχύ και τροποποιήθηκε με το Ν. 2817/2000, οι θέσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού των δημόσιων μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης περιλαμβάνονται στο σύνολο των οργανικών θέσεων εκπαιδευτικού προσωπικού κατά βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως προβλέπονται στα άρθρ. 12 παρ.4, 13 παρ.4 και 14 παρ.4, για την στελέχωση δε των σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης χρησιμοποιείται εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά περίπτωση και συνιστώνται επιπλέον οι εξής θέσεις προσωπικού "Α Ειδικό Προσωπικό" (1) Κλάδος ΑΤ19 θεραπευτών του λόγου, θέσεις 10...

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθ. 35 παρ.6 ν.1566/1985, όπως προκύπτει από την ερμηνεία της υπό το πλέγμα και των λοιπών ως άνω διατάξεων και δη της παρ.4 του ΣΤ' Κεφ. του άρθ.4 ν.2817/2000, το προαναφερόμενο επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας καταβάλλεται στο εκπαιδευτικό και ειδικό προσωπικό που απασχολείται μόνο σε σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, μετά δε την ισχύ του Ν.2470/1997 καταβάλλεται μόνο στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Στη συνέχεια όμως μετά την ισχύ του v.2817/2000, καταβάλλεται αποκλειστικά και μόνο στο εκπαιδευτικό και ειδικό εκπαιδευτικό, και βοηθητικό προσωπικό που υπηρετεί: (α) Στα ΚΔΑΥ, που αποτελούν αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες και υπάγονται απευθείας στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στις θέσεις του οποίου (προσωπικού) διορίζονται, τοποθετούνται, υπηρετούν και αποσπώνται εκπαιδευτικοί από τους επιτυχόντες στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, με απόφαση και ύστερα από προκήρυξη του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (με επιλογή των διοριστέων από το ΥΣΕΕΠ), ενώ κατ' εξαίρεση προσλαμβάνονται στις θέσεις αυτές (του ειδικού εκπαιδευτικού και ειδικού βοηθητικού προσωπικού των ΚΔΑΥ) ιδιώτες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (διάρκειας ενός σχολικού έτους) στους οποίους επίσης καταβάλλεται το ως άνω επίδομα (β) Στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής (ΣΜΕΑ), δηλ.

τα νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία ειδικής αγωγής, τα γυμνάσια και ενιαία λύκεια ειδικής αγωγής, τα τεχνικά επαγγελματικά εκπαιδευτήρια (TEE) ειδικής αγωγής Α' και Β' βαθμίδας και τα εργαστήρια ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΕΕΕΚ), που υπάγονται στην οικεία Διεύθυνση Εκπαίδευσης της βαθμίδας τους, για την στελέχωση των οποίων χρησιμοποιείται εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά περίπτωση, ενώ συστήθηκαν και οι ως άνω θέσεις εκπαιδευτικού και ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού (άρθ. 35 παρ.2 ν. 1566/1985), με την αυτή ως άνω διαδικασία, στις θέσεις δηλ των εκπαιδευτικών των ΣΜΕΑ διορίζονται κλπ, εκπαιδευτικοί από τους επιτυχόντες στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, με απόφαση και ύστερα από προκήρυξη του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (με επιλογή των διοριστέων από το ΥΣΕΕΠ), και μόνο κατ' εξαίρεση προσλαμβάνονται στις ΣΜΕΑ ιδιώτες με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή ως προσωρινοί αναπληρωτές άτομα με ειδικές ανάγκες κατά την σειρά της επιτυχίας τους στον διαγωνισμό πρόσληψης εκπαιδευτικών του ν.2525/1997 (γ) Στα τμήματα ένταξης, που λειτουργούν μέσα στα σχολεία της δημόσιας γενικής και τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, στις θέσεις δε των εκπαιδευτικών των τμημάτων ένταξης διορίζονται κλπ εκπαιδευτικοί από τους επιτυχόντες στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ.

Σύμφωνα δηλ. με τα παραπάνω το επίδικο επίδομα, κατά την σαφή νομοθετική βούληση, καταβάλλεται μόνο στο εκπαιδευτικό ειδικό εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό που υπηρετεί σε αποκλειστικά δημόσια σχολεία, σχολές και υπηρεσίες που αφορούν την γενική και τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, της οποίας άλλωστε αποκλειστικός φορέας είναι το κράτος και δη στα ΚΔΑΥ, τις ΣΜΕΑ και τα τμήματα ένταξης, καταρχήν με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και κατ' εξαίρεση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διάρκειας ενός διδακτικού έτους, και ειδικότερα καταβάλλεται στο προσωπικό που είτε προέρχεται από την πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση είτε ανήκει στους κλάδους και τις ειδικότητες του άρθ. 35 παρ.2 ν.1566/1985, το οποίο, όμως, και αυτό προβλέφθηκε και συστάθηκε για την στελέχωση των ως άνω δημόσιων σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Στις άλλες και συναφείς σχολικές μονάδες που δεν υπάγονται στις ως άνω κατηγορίες (ιδιωτικές κλπ) το επίδομα αυτό καταβάλλεται, μόνον όταν τούτο προβλέπεται ρητά με διάταξη νόμου (δηλ. με μισθολογική εξομοίωση προς το ως άνω προσωπικό) ή συμβατικά, μη δυνάμενης σε κάθε περίπτωση να τύχει ανάλογης εφαρμογής της ως άνω διάταξης, λόγω του ρητού και σαφούς περιορισμού της καταβολής του επιδόματος στους ως άνω εκπαιδευτικούς ( ΑΠ 596/2008, ΑΠ 500/2006, ΑΠ 1328/2005, ΑΠ 1333/2004).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναίρεσης.

Εντούτοις, εφόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ, κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατόπιν προτάσεως από τον εισηγητή αρεοπαγίτη, λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, υφίσταται η δυνατότης παραδεκτώς συμπληρώσεως από τον εισηγητή του εμπίπτοντος στις εν λόγω περιπτώσεις ελλιπούς αναιρετικού λόγου, ώστε να αποφευχθεί η απόρριψη του λόγου αυτού ως αόριστου (ΑΠ 234/2018, ΑΠ 197/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως η αναίρεσε ίο υ σα με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 35 Ν. 1566/1985, όσον αφορά τη χορήγηση του επιδόματος δυσμενών συνθηκών εργασίας στους 1ο, 4η, 7η, 8η, 9η, 10η και 13η των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δεν έχει συσταθεί ο' αυτό ειδική σχολική μονάδα ή μονάδα ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης από το Υπουργείο Παιδείας, που να υπάγεται στην εποπτεία του, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.5 του Ν.1566/1985 και οι ως άνω αναιρεσίβλητοι συνεπώς δεν αποτελούσαν ειδικό προσωπικό αυτού κατά την έννοια του άνω άρθρου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ήτοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις συμπληρωθείσες από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη με την ως άνω αναγνωσθείσα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως έγγραφη εισήγησή του, χάριν του αναιρετικού ελέγχου κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο εδέχθη ανελέγκτως τα εξής: "..Δυνάμει του ΒΔ. 493/1964, όπως αναμορφώθηκε με το ΒΔ. 598/1972, συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας με την επωνυμία "Ψυχολογικόν Κέντρο Βορείου Ελλάδος (Ψ.

Κ. Β. Ε)", το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος σκοπός του ιδρύματος αυτού είναι η "ψυχοπαιδαγωγική και κοινωνικο-θεραπευτική μέριμνα εν Βορείω Ελλάδι του εξελιξίμου, νοητικώς υστερούντος και απροσαρμόστου παιδός, ήτοι έχοντος δείκτην νοημοσύνης υπερβαίνοντα το 50% και μέχρι 80%, αμφοτέρων των φύλων, επί σκοπώ επανόδου του εις την οικογένειαν, το σχολείον και την κοινωνίαν μετά βελτίωσιν ή αποθεραπείαν αυτού.

Ειδικώτερον, σκοπός του ιδρύματος είναι η στοιχειώδης ειδική προσχολική και σχολική εκπαίδευσις και η επαγγελματική καθοδήγησις και εκπαίδευσις του παιδός, όταν φθάσει εις την εφηβικήν ηλικίαν, ώστε να καταστεί δυνατή η προσαρμογή του εις πραγματικά συνθήκας εργασίας". Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο ανωτέρω σκοπός του ιδρύματος επιτυγχάνεται με την λειτουργία των εξής τμημάτων και υπηρεσιών:

α) Ιατροπαιδαγωγικού συμβουλευτικού σταθμού, β) Ειδικού παιδικού σταθμού, γ) Ειδικού σχολείου και πρακτικού σχολείου, δ) Επαγγελματικού εργαστηρίου και τμήματος εργασιοθεραπείας, ε) Ειδικής τεχνικής σχολής, στ) Προστατευτικών Εργαστηρίων και κέντρων εργασίας και ζ) Οικοτροφείου. Το Ψυχολογικό Κέντρο Ξάνθης ιδρύθηκε και λειτουργεί στην Ξάνθη από το έτος 1979 ως παράρτημα του Ψυχολογικού Κέντρου Β.Ελλάδος και έχει ως σκοπό τη στήριξη και προαγωγή νοητικά υστερημένων ατόμων.

Η παρέμβαση του Κέντρου δεν προσανατολίζεται μόνο προς τους γενικούς στόχους εκπαίδευσης και αγωγής, οι οποίοι αποβλέπουν στην ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων και, μεταξύ άλλων, ικανότητας για ανταπόκριση στις απαιτήσεις της ζωής, αλλά και στην πληρότητα της ζωής που συνδέεται με την προστασία, τη στήριξη, την αισιοδοξία, τη χαρά και, γενικότερα, την αυτοπραγμάτωση του νοητικά στερημένου ατόμου μέσα από την κοινωνική ένταξη και την προσωπική ολοκλήρωση.

Το Ψυχολογικό Κέντρο Ξάνθης εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση επί 30 περίπου έτη και παρέχει σε άτομα με νοητική υστέρηση την ευκαιρία να μάθουν να επικοινωνούν, να αποκτήσουν επάρκεια στην καθημερινή ζωή τους, να φροντίζουν τον εαυτό τους και να εργάζονται, ώστε να μην είναι παθητικά και εξαρτημένα άτομα.

Το Ψυχολογικό Κέντρο Ξάνθης είναι κοινωφελές ίδρυμα, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Ιδρύθηκε ως παράρτημα του Ψυχολογικού Κέντρου Β.Ελλάδος στις 28.02.1975, μετά από πολύχρονη έρευνα της Ε. Ν. στην περιοχή της Θράκης με σκοπό τον εντοπισμό παιδιών με νοητική υστέρηση και την καταγραφή τους σε ειδικό μητρώο.

Κατά το έτος 1990 το Ψυχολογικό Κέντρο Ξάνθης αναδιάρθρωσε και επέκτεινε τις δραστηριότητες του σε ολόκληρη την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Κατά το έτος 1992 το Κέντρο μεταφέρθηκε σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις του στην Χρύσα - Ξάνθης, των οποίων η πρόβλεψη, ο σχεδιασμός, ο εξοπλισμός και η υλικοτεχνική υποδομή ανταποκρίνεται στις πλέον σύγχρονες απαιτήσεις και προδιαγραφές του Τομέα Ειδικής Αγωγής των ευρωπαϊκών κρατών.

Με την πάροδο των ετών το Κέντρο πλαισιώθηκε με νέο προσωπικό και τώρα πλέον εφαρμόζονται στο Κέντρο προγράμματα ειδικής θεραπευτικής αγωγής και κατάρτισης, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη ανάπτυξη και προαγωγή των ικανοτήτων των ατόμων με νοητική υστέρηση, ενώ, παράλληλα, το Κέντρο φροντίζει για τη δημιουργία κλίματος θερμής παραδοχής των ατόμων αυτών, ώστε να επιτυγχάνεται η συναισθηματική ωρίμανσή τους.

Τα έσοδα του Κέντρου προέρχονται από διάφορες πηγές. Κυριότερη πηγή εσόδων του είναι οι επιχορηγήσεις του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης διαμένου του νομαρχιακού προϋπολογισμού. Άλλα έσοδα του Κέντρου προέρχονται από νοσήλια, από το ειδικό κρατικό λαχείο, από δωρεές, από διάθεση έργων - προϊόντων των ατόμων που φοιτούν στα εργαστήρια του Κέντρου, και από το έτος 1983 από επιχορηγήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Ταμείου για την υλοποίηση επιχειρησιακών προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης.

Τα τμήματα του Κέντρου είναι διαμορφωμένα, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ανάγκες των εκπαιδευομένων, σε μικρές ομάδες, 7 ή 8 ατόμων, ανάλογης ηλικίας, και λειτουργούν με βάση ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην αυτοπραγμάτωσή τους και στην κοινωνική ένταξη τους μέσα από την ανάπτυξη και προαγωγή των γνωστικών, ψυχοκινητικών, κοινωνικών και εργασιακών ικανοτήτων τους.

Οι αρχές που καθορίζουν την εκπαιδευτική λειτουργία του Κέντρου είναι οι εξής: α) Αντίληψη της νοητικής υστέρησης ως μιας περισσότερο ή λιγότερο μεγάλης εξελικτικής καθυστέρησης, β) Ενεργοποίηση και υποκίνηση, ως προσπέλαση, για όλες εκείνες τις διεργασίες και τα βιώματα που ενισχύουν και εδραιώνουν την αγάπη για τη ζωή, γ) Προαγωγή της αισθητηριακής κινητικής και της πρακτικής ως εκπαίδευση των δεξιοτήτων για την κοινωνική ενσωμάτωση, δ) Προαγωγή της πληροφόρησης και της επικοινωνίας ως μεσιτεία για προσανατολισμό και κοινωνικές επαφές και σχέσεις, ε) Κανονικοποίηση αξιών και σταθεροποίηση ως μόρφωση για στάσεις ζωής.

Ο νοητικά υστερημένος μαθητευόμενος δεν αντιμετωπίζεται στο Κέντρο ως άτομο με έλλειψη σημαντικής αίσθηση, όπως είναι λ.χ. ο τυφλός, αλλά ως άτομο που είναι πίσω στην εξέλιξη του. Η συγκεκριμένη θεώρηση καθορίζει και την παρέμβαση του Κέντρου, η οποία στοχεύει στη μέγιστη δυνατή προαγωγή προς αναπλήρωση των εξελίξεων, απεικόνιση των εξελικτικών δυνατοτήτων, αναπτυξιακή βοήθεια και αυτονόμηση του νοητικά υστερημένου ατόμου.

Κατ' επέκταση η λειτουργία του Κέντρου, δεν στοχεύει, απλώς, στη φροντίδα των νοητικά ανάπηρων ατόμων αλλά στην παροχή ερεθισμάτων και διόδων για την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Όλα τα μέτρα προσαρμόζονται στην πραγματική και αναπτυξιακή ηλικία των εκπαιδευομένων και σε σχέση με το περιεχόμενο της προαγωγής τους λαμβάνεται υπόψη η χρονολογική ηλικία τους, ενώ σε σχέση με τους τρόπους μεσίτευσης λαμβάνεται υπόψη η αναπτυξιακή ηλικία τους.

Το Ψυχολογικό Κέντρο είναι ένα σύγχρονο κέντρο για την κοινωνική αγωγή - εκπαίδευση - επαγγελματική κατάρτιση και αποκατάσταση 51 παιδιών και νέων με νοητική υστέρηση, οι οποίοι φοιτούν εκεί. Το προσωπικό του Κέντρου αποτελούν 24 άτομα και ένας υπάλληλος της Νομαρχίας, οι οποίοι συμβάλλουν με την εργασία τους στην καλή λειτουργία του Κέντρου και στη συνέχιση του κοινωνικού έργου του.

Τα τμήματα που λειτουργούν τώρα στο Ψυχολογικό Κέντρο Ξάνθης είναι τα εξής: ι)Τμήμα Ειδικής θεραπευτικής αγωγής και άσκησης για 15 παιδιά, ηλικίας 5 και 16 ετών, ιι) Τμήμα θεραπευτικής αγωγής και απασχόλησης για 6 άτομα με βαριές πολλαπλές αναπηρίες, ιιι) Τμήμα επαγγελματικής κατάρτισης για 30 άτομα ηλικίας 16 έως 45 ετών, στα πλαίσια του οποίου λειτουργούν 4 εργαστήρια (επεξεργασίας ξύλου, κηροπλαστικής, πηλοπλαστικής, σίτισης), ιν) Τμήμα φυσικής αγωγής, ν) Τμήμα φυσικοθεραπείας, ν) Συμβουλευτικός σταθμός - Κοινωνική Υπηρεσία - Οικοτροφείο, νι) Διοικητικές υπηρεσίες - λογιστήριο, νιι) Κ.Ε.Κ.

Ψυχολογικό Κέντρο Ξάνθης. Το προσωπικό του Κέντρου διαιρείται: Α) Ανάλογα με το αντικείμενο αυτού σε: α) Διοικητικό, β) Επιστημονικό - ψυχοπαιδαγωγικό, γ) Ιατρικό - νοσηλευτικό (μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τέτοιο προσωπικό), δ) Τεχνικό - βοηθητικό, Β) Ανάλογα με τον τρόπο πρόσληψης αυτού σε: α) Προσωπικό που προσλαμβάνεται με ειδική σύμβαση, β) Προσωπικό που προσλαμβάνεται με μισθό, αντίστοιχο στους βαθμούς των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων, γ) Προσωπικό με μισθό ή ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο βάσει συμβάσεων.

Στο προσωπικό του εναγόμενου, ήδη εκκαλούντος, Κέντρου περιλαμβάνονται και οι αντίδικοι του, ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι, από τους οποίους: ι) ο 1ος ενάγων, Δ. Ρ., προσελήφθη στις 02.05.1999 ως κλινικός ψυχολόγος, αλλά υπηρετεί, παράλληλα, ως διευθυντής του Κέντρου, ιι)..., ιιι) ...ιν) Η 4η ενάγουσα, Θ. Ζ., προσελήφθη στις 1 1.12.1984 ως κοινωνική θεραπεύτρια - I παιδαγωγός και απασχολήθη στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος ως κοινωνική θεραπεύτρια - παιδαγωγής, ν) ...

νι) ...νιι) Η 7η ενάγουσα, Χ. Α., προσελήφθη την 01.10.1979 ως επιμελήτρια και απασχολήθηκε στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος με αυτή την ειδικότητα, νιιι) Η όγδοη ενάγουσα, Μ. Κ. – Τ., προσελήφθη την 01.10.1979 ως επιμελήτρια και απασχολήθηκε στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος με αυτή την ειδικότητα, ιχ) Η 9η ενάγουσα, Α.

Ζ. προσελήφθη την 01.10.1988 ως νυκτερινή επιμελήτρια και απασχολήθηκε ως νυκτερινή επιμελήτρια (παιδοκόμος) σε όλη τη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, χ) Η 10η ενάγουσα, Ζ. Π., προσελήφθη στις 09.01.1989 και απασχολείται έκτοτε ως νυκτερινή επιμελήτρια (παιδοκόμος), χι)...., χii). Η 14η ενάγουσα, ήδη 12η εφεσίβλητη, Μ.

Ζ., προσελήφθη την 01.09.1993 ως λογοθεραπεύτρια - παιδαγωγός και απασχολήθηκε στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος με αυτή την ειδικότητα στο τμήμα λογοθεραπείας του εναγομένου, χιιι) Η 15η ενάγουσα, ήδη 131 εφεσίβλητη, Ε. Π., προσελήφθη την 01.05.1995 ως επιμελήτρια και απασχολήθηκε στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος με αυτή την ειδικότητα.

Οι πιο πάνω εργαζόμενοι του εναγομένου αποτελούν ειδικό προσωπικό αυτού και παρέχουν υπηρεσίες, οι οποίες συμβάλλουν στη βελτίωση της ψυχοσωματικής υγείας και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των εκπαιδευομένων του εναγομένου και, επίσης, στην ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Οι ίδιοι εργαζόμενοι έχουν μισθολογική αντιστοιχία προς τους δημόσιους υπαλλήλους και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, έκαστος με την ειδικότητά του, κάτω από τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας, στις οποίες απασχολείται το διδακτικό προσωπικό των δημόσιων σχολικών μονάδων ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, και, συνεπώς, δικαιούνται το επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας του άρθρου 35 παρ.6 Ν. 1566/1985, όπως άλλωστε αυτό κρίθηκε τελεσιδίκως με την 385/04 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία αποφάνθηκε ότι όλοι οι παραπάνω ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το επίδομα του άρθρ. 35 παρ.6 Ν. 1566/1985 για προγενέστερο από το ήδη επίδικο χρονικό διάστημα εξαιτίας παροχής της ίδιας ακριβώς εργασίας τους, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω.

Το γεγονός ότι στο εναγόμενο κέντρο δεν έχει συσταθεί ειδική σχολική μονάδα ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία να υπάγεται στην εποπτεία αυτού του Υπουργείου, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 32 παρ.5 Ν. 1566/1985, και, επίσης, το γεγονός ότι οι πιο πάνω εργαζόμενοι δεν αποτελούν προσωπικό πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν αποκλείει το δικαίωμα αυτών να λαμβάνουν το επίδικο επίδομα δυσμενών συνθηκών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το συγκεκριμένο επίδομα δεν παρέχεται μόνο στο εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που υπηρετεί σε σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής ή ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, αλλά και στο ειδικό προσωπικό των μονάδων ειδικής αγωγής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, οι οποίες λειτουργούν στα πλαίσια ν.π.ι.δ, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον χώρο, στον οποίο, ανάλογα με το είδος και τις ειδικές ανάγκες των ατόμων, το προσωπικό αυτό παρέχει τις υπηρεσίες του, εφόσον ασχολείται με κάθε μορφής διδασκαλία και εκπαίδευσης ατόμων με ειδικές ανάγκες και έχει μισθολογική αντιστοιχία προς τους δημοσίους υπαλλήλους...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 35 παρ.6 Ν.1566/1985, άρθρου 10 παρ.ιβ Ν.2470/1997, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 4 περ.στ Ν.2817/2000, αφού κατά τις παραδοχές του, οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι "αποτελούν ειδικό προσωπικό του εναγομένου", το εναγόμενο "υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών>>, στο εναγόμενο κέντρο δεν έχει συσταθεί ειδική σχολική μονάδα ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία να υπάγεται στην εποπτεία αυτού, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 32 παρ.5 Ν. 1566/1985", "οι ενάγοντες δεν αποτελούν προσωπικό πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης" και ότι "έχουν μισθολογική αντίστοιχε ία προς τους δημόσιους υπαλλήλους", δηλαδή δεν υπάγονται σε κάποια από τις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, χορήγησης του επιδόματος.

Τούτο δε διότι, όπως αναφέρθηκε, το ως άνω επίδομα καταβάλλεται υπό την ισχύ του Ν.2817/2000, που αφορά το ένδικο χρονικό διάστημα, αποκλειστικά και μόνο στο εκπαιδευτικό, ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό και βοηθητικό προσωπικό που υπηρετεί στα ΚΔΑΥ (Κέντρα Διάγνωσης Αξιολόγησης και Υποστήριξης), στις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής "ΣΜΕΑ" στα τμήματα ένταξης που λειτουργούν μέσα στα σχολεία της δημόσιας γενικής και τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, και στις συναφείς ιδιωτικές σχολικές μονάδες, αρμοδιότητος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, επί πλέον δε για τις ιδιωτικές σχολικές μονάδες, όταν υφίσταται κατά το νόμο ή συμβατικά μισθολογική εξίσωσης με το προσωπικό περιοριστικά μόνο των προαναφερομένων σχολικών μονάδων, μη δυναμένης σε κάθε περίπτωση να τύχει ανάλογης εφαρμογής λόγω του ρητού και σαφούς περιορισμού της καταβολής του επιδόματος στους ως άνω εκπαιδευτικούς σε ιδιωτικές σχολικές μονάδες, που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, το προσωπικό των οποίων δεν εξομοιούται μισθολογικά με διάταξη νόμου αλλα ούτε και συμβατικά με τους ως άνω εκπαιδευτικούς.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το α' σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος.

Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους 1ο, 4η, 7η, 8Π, 9η, 10η και 13η των αναιρεσιβλήτων παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου κατά τα λοιπά σκέλη του, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνισης, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ.3 εδ.α Κ.Πολ.Δ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 9-3-2009 και με αριθμό καταθέσεως 42/10-3-2009 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π Ι.Δ καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ" ως προς τους άνω εφεσιβλήτους, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 142/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θράκης, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η 1-10-2007 με αριθμό καταθέσεως 172/2-10-2007 αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της έφεσης.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ", ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος Ν.Π Ι.Δ, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού.

Πρέπει να σημειωθεί ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη δίκη το άρθρο 22 παρ.1 και 3 Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η εκπροσώπηση του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ δεν έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1097, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 2-7-2010 αίτηση του Ν.Π Ι.Δ με την επωνυμία "Ψυχολογικό Κέντρο Β. Ελλάδος / Παράρτημα -Ξάνθης", καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΜΘ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 109/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Α. Χ. και Σ. Χ., καθολικών διαδόχων της αρχικής αναιρεσίβλητης, Π. Χ., Κ. Π., Ε. Χ., Κ. Π., Χ. Χ. και Μ. Ζ.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

-

Αναιρεί την ως άνω υπ' αριθμ. 109/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης, ως προς τους 1°, 4η, 7η, 8η, 9η, 10η, και 13η των αναιρεσιβλήτων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, κατά το άνω μέρος της.

Δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 9-3-2009 και με αριθμό καταθέσεως 42/10-3-2009 έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου - αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ, ως προς τους ως άνω εφεσιβλήτους - ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 142/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, κατά το άνω μέρος της.

Δικάζει την από 1-10-2007 και με αριθμό καταθέσεως 172/2-10-2007 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους ενάγοντες Δ. Ρ., Θ. Ζ., Χ. Α., Μ. Κ. – Τ., Α. Ζ., Ζ. Π. και Ε. Π..

Καταδικάζει τους ως άνω ενάγοντες - αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου - αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200) ευρώ, για τον πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ