Supreme Court allows appeal against water company judgment due to causal link errors regarding flood damage timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a lower court judgment regarding water damage to a warehouse. The court found the lower court's reasoning flawed because it failed to establish a clear causal link between the water company's pipe rupture and the subsequent flood, specifically regarding the timing of the flood relative to the pipe damage. Consequently, the Supreme Court annulled the lower decision and remanded the case for retrial to determine the proper causation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; The court established that liability for damages requires a clear causal connection between the defendant's unlawful act and the plaintiff's loss, and that a lower court's failure to properly analyze the temporal sequence of events constitutes a violation of substantive law grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 649 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 649/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ντούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ηγουμενίτσας, που εδρεύει στην Ηγουμενίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χρήστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Επίσης, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων διατηρεί στη ....... αποθήκη ζωοτροφών, .... Η αποθήκη αυτή βρίσκεται στα χαμηλά επίπεδα της περιοχής, με συνέπεια, όπως και άλλες ιδιοκτησίες, να πλημμυρίσει εξαιτίας βροχόπτωσης μεγάλης έκτασης, η οποία εκδηλώθηκε στις 5-10-2010 και συνεχίσθηκε αμείωτη μέχρι και τις πρώτες ώρες της 6-10-2010.
Έτσι, στις 14:50 της 6-10-2010 η επίδικη πλημμύρα είχε ήδη επέλθει στην αποθήκη του ενάγοντος εξαιτίας της βροχόπτωσης, ενόψει και της απόφραξης με φερτά υλικά αύλακα που χρησίμευε για τη συλλογή και απομάκρυνση των υδάτων από τις ιδιοκτησίες της περιοχής. Το γεγονός ότι η αποθήκη είχε ήδη πλημμυρίσει στις 14:50 της 6-10-2010, δήλωσε ο ίδιος ο ενάγων στους αστυνομικούς του Α.
Τ. …, που μετέβησαν στην αποθήκη περί ώρα 08:55 της επομένης, ήτοι της 7-10-2010, ύστερα από τηλεφωνική κλήση του ιδιοκτήτη της Δ. Μ., πράγμα που βεβαιώνεται στο αρ πρώτ. …..26/267-0/7-10-2010 απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων συμβάντων του ανωτέρω Αστυνομικού Τμήματος......
Συνεπώς, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.... η κατάθεση του ενάγοντος, ως διαδίκου, και οι ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Μ., υπαλλήλου της αποθήκης, και, Δ. Μ., ιδιοκτήτη της αποθήκης, ότι μέχρι τις 15:00 έως 15:30 της 6-10-2010 δεν υπήρχε εισροή υδάτων στην τελευταία .... και ότι η επίδικη πλημμύρα εμφανίσθηκε σ' αυτήν την επομένη, ήτοι στις 07-10-2010, από διαρροή συνεπεία βλάβης στον κεντρικό αγωγό ύδρευσης του δικτύου της εναγομένης που διέρχεται πλησίον της αποθήκης, η οποία (βλάβη), καίτοι έλαβε χώρα στις 14:30 της 6-10-2010....
και ειδοποιήθηκε γι' αυτήν αμέσως, ήτοι περί ώρα 14:50 της ίδιας ημέρας, η εναγομένη...., η βλάβη δεν αποκαταστάθηκε εγκαίρως από ολιγωρία των προστηθέντων υπαλλήλων της, με αποτέλεσμα την μη αποτροπή της πλημμύρας. Και είναι γεγονός ότι περί ώρα 14:30 της 6-10-2010 πράγματι προκλήθηκε βλάβη στον κεντρικό αγωγό ύδρευσης της εναγομένης.
Τούτο, όμως, δε συνδέεται αιτιωδώς με την επίδικη πλημμύρα της αποθήκης, δεδομένου ότι ... η πλημμύρα είχε ήδη επέλθει από την βροχόπτωση όταν προκλήθηκε η βλάβη. Δεν αποδείχθηκε δε επιρροή από τη βλάβη του όγκου των υδάτων που εισέρρευσαν στην αποθήκη, ενόψει και του γεγονότος ότι η διαρροή από τη βλάβη του αγωγού ύδρευσης δεν ήταν μεγάλη ...., ο δε αγωγός διερχόταν σε ικανή απόσταση από την αποθήκη, ήτοι σε απόσταση 70-100 μ.
από αυτήν ..... και δεν αποδείχθηκε ότι τα ύδατα από τη διαρροή του αγωγού διοχετεύθηκαν στην αποθήκη. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από την ανωτέρω δήλωση του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στο προεκτεθέν απόσπασμα του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Α. Τ. …, δεδομένου ότι, καίτοι η βλάβη στον αγωγό προκλήθηκε στις 14:30 της 6-10-2010, αυτός δήλωσε ότι η πλημμύρα που διεπίστωσαν οι αστυνομικοί στην αποθήκη του στις 08:55 της 7-10-2010 είχε ήδη επέλθει στις 14:50 της 6-10-2010, χωρίς να επισημάνει επιδείνωση της κατάστασης από τη διαρροή λόγω της βλάβης του αγωγού ύδρευσης της εναγομένης από τις 14:30 της 6-10-2010 έως της 08:55 της 7-10-2010, πράγμα που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, θα έπραττε, αν τα ύδατα από τη διαρροή του αγωγού είχαν διοχετευθεί στην αποθήκη και είχαν επηρεάσει τον όγκο των εισρευσάντων υδάτων στην τελευταία, και δεν θα περιοριζόταν μόνον να αναφέρει την πλημμύρα που είχε ήδη πραγματοποιηθεί στις 14:50 και η οποία, ...
οφειλόταν αποκλειστικά και μόνον στην βροχόπτωση.
Συνεπώς, δεν προέκυψε, ότι η πλημμύρα που εκδηλώθηκε στην αποθήκη του ενάγοντος, οφειλόταν στην άνω διαρροή από τη βλάβη του αγωγού ύδρευσης της εναγομένης. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέδωσε την πλημμύρα στη διαρροή λόγω της βλάβης του αγωγού ύδρευσης και στην αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, λόγω παράλειψης τούτων να προβούν στις αναγκαίες εργασίες συντήρησης του αγωγού και ολιγωρίας τους να αποκαταστήσουν τη βλάβη τούτου εγκαίρως, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε αυτήν, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον δέχεται ότι η εναγομένη δεν τέλεσε την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα α) δέχεται ότι η πλημμύρα στην αποθήκη είχε ήδη επέλθει, λόγω της προηγηθείσας βροχόπτωσης, κατά το χρόνο βλάβης του αγωγού που συνέβη περί ώρα 14:30 της 6-10-2010, οπότε η συγκεκριμένη βλάβη δεν μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με την πλημμύρα της αποθήκης, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι η επίδικη πλημμύρα είχε επέλθει στις 14.50 της 6-10-2010, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς το χρόνο που έλαβε χώρα η πλημμύρα, δηλαδή αν συνέβη οπωσδήποτε πριν τη βλάβη στον αγωγό της εναγομένης ή αν συνέβη μετά από αυτήν, β) ενώ κατά τις ως άνω παραδοχές η έντονη βροχόπτωση εκδηλώθηκε στις 5-10-2010 και συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της 6-10-2010, δέχεται ότι η πλημμύρα στην αποθήκη συνέβη αποκλειστικά εξ αιτίας της βροχόπτωσης, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει πότε ακριβώς έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός, αν δηλαδή συνέβη κατά τη διάρκεια της βροχόπτωσης ή κατά το απώτατο χρονικό όριο του συμβάντος (που ασαφώς, κατά τα ανωτέρω, τοποθετείται περί ώρα 14.30 ή 14.50), στη δεύτερη δε περίπτωση, χωρίς να παραθέτει περιστατικά που να δικαιολογούν πειστικά την πλημμύρα της αποθήκης αρκετές ώρες μετά την παύση της βροχόπτωσης, γ) δέχεται ότι ύδατα από τη διαρροή του αγωγού της εναγομένης δεν διοχετεύτηκαν στην αποθήκη, χωρίς να εξηγεί επαρκώς, αν αυτά μπορούσαν να κατευθυνθούν προς άλλο σημείο πλην του χώρου όπου βρίσκεται η αποθήκη του ενάγοντος και, επίσης, αν μέχρι το χρόνο επέλευσης της βλάβη αυτής η αποθήκη ήταν λειτουργική και μπορούσε να χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της από τον ενάγοντα και τους συναλλασσόμενους μαζί του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου αναιρέσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 131/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ