Legislator Case Law & Legislation
649/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding arguments denied as 'things' affecting the trial outcome.

Case Number 649/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court improperly considered the respondent's claim of ownership via adverse possession, which the appellant denied. The court ruled that such a denial constitutes a valid defense rather than a 'thing' affecting the trial outcome, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 no. 4, 566 para. 1, 577 para. 3 and 578 of the Code of Civil Procedure; A denial of the opponent's claim regarding the basis of the lawsuit does not constitute a 'thing' affecting the trial outcome under Article 559 no. 1.

Keywords

AI generated
adverse possession appeal inadmissibility things affecting trial denial of claim property ownership Code of Civil Procedure adverse possession claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 118 no. 4, 566 para. 1, 577 para. 3 and 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 3/1997
Supreme Court of Greece, 469/1984
Supreme Court of Greece, 25/2003
Supreme Court of Greece, 11/1996
Supreme Court of Greece, 28/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 649 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 649/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Καλαϊτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2002 μη οριστική, 145/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2009 αίτησή του και με τους από 8-11-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 18-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 28/1998).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος προτάσσεται, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου τον αναγνώρισε συγκύριο του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο, να του το αποδώσει κατά το ποσοστό αυτό, και στη συνέχεια ν' απορρίψει κατ' ουσίαν την πιο πάνω αγωγή του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος και πρέπει αν απορριφθεί, αφού δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Δικαστηρίου αυτού, δηλαδή αν η παραβίαση της προμνημονευόμενης ουσιαστικής διάταξης οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εφαρμογή και δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων της διάταξης που εφάρμοσε και, έτσι, δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠοΛΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Εξάλλου, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της άσκησης απ' αυτόν πράξεων συννομής επί του επιδίκου ακινήτου. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι, προεχόντως, αόριστοι, επειδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτή δέχθηκε, τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της και είναι αναγκαία για την επάρκειά της, αλλά και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση των αιτιολογιών αυτής.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 388, 339 και 346 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσκομίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ. Εξάλλου, ναι μεν η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 1824/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προσδιόρισε το επίδικο ακίνητο κατά θέση, έκταση και όρια και στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν άσκησε σ' αυτό πράξεις συννομής με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη του το από 18-1-1968 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Τ., το οποίο δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν οι διάδικοι. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα ήταν συνημμένο στο .../16-5-1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Χαραλάμπους Κωνσταντουλάκη, του οποίου έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση από τον αναιρεσείοντα, με τις από 12-11-2007 προτάσεις του κατά τη συζήτηση στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και το οποίο συμβόλαιο και τοπογραφικό διάγραμμα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν απαιτείτο να γίνει ειδική επίκλησή τους από τον αναιρεσίβλητο.

Eξάλλου, με τον πρώτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. 380/2000 αγωγή του κατά των αδελφών του και το από 13-8-1979 τοπογραφικό διάγραμμα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος, επειδή δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση τους απ' αυτόν κατά το ειδικότερα στο λόγο αυτό αναφερόμενα . Από την προσβαλλόμενη, όμως απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος του, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

IV. Από το άρθρο 529 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων με την έννοια των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται για πρώτη φορά στο εφετείο ή έχουν προσκομισθεί απαραδέκτως στον πρώτο βαθμό, ειδικότερα δε οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου νομίμως λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο και αν έχουν ληφθεί μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ή και κατά την διάρκειά της, οπότε όμως δύναται το εφετείο να τα αποκρούσει εάν κατά την ανέλεγκτη κρίση του προσεκομίσθησαν βραδέως από πρόθεση στρεψοδικίας. Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του το Εφετείο τις υπ' αρ. .../31-3-2006 και .../ 15-6-2006, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες ελήφθησαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή συζητήθηκε στις 21-10-1999, δηλαδή πριν την ισχύ του ν. 2915/2001, με συνέπεια οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις να αποτελούν μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, επειδή οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν "νέα" αποδεικτικά μέσα, τα οποία επιτρέπονται, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τον πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' ΚΠολΔ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του, δηλαδή ότι αυτός έγινε συγκύριος του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι α) την υπ' αρ. .../26-5-1986 ένορκη βεβαίωση, β) το από 27-12-1969 εταιρικό έγγραφο, γ) το από 26-3-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό και δ) την 88/1988 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Χανίων, με το στην αναίρεση αναφερόμενο περιεχόμενό τους.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα και "από...τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

VI. Από τις διατάξεις των άρθ. 1033, 1041, 1045 ΑΚ προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του με διεκδικητική αγωγή εναγομένου ότι απόκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) αποτελεί ένσταση κατά της βάσης της αγωγής από παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και επίσης ένσταση και κατά της βάσης από πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, εφόσον τα περιστατικά που τον στηρίζουν, αληθή υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον εναγόμενο κυριότητα εάν είναι μεταγενέστερα εκείνων που στηρίζουν την αγωγή ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά επαρκεί για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, διαφορετικά, αν δηλαδή αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων της αγωγής συνιστούν άρνηση της βάσης αυτής.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει, όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητάς τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984).

Εξάλλου "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την πιο πάνω έννοια, είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν ουσιώδες για την κρίση της διαφοράς παράπονο (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγμα" που δεν προτάθηκε νόμιμα από τον αναιρεσίβλητο με λόγο της έφεσής του και ειδικότερα τον ισχυρισμό του τελευταίου περί κτήσεως ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, με έκτακτη χρησικτησία. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των πρωτοδίκων προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος κατά της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσείοντος, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή της με διάνοια συνιδιοκτήτου στο επίδικο ακίνητο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από το έτος 1969 και συνεχώς μέχρι το έτος 1997 προβάλλει τον ισχυρισμό, ο οποίος αποτελεί άρνηση της αγωγής, ότι έγινε κύριος του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία ύστερα από συνεχή νομή του από το έτος 1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1998), δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας.

Ο ερευνώμενος αυτός πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός του εναγομένου, ο οποίος συνιστά άρνηση του τελευταίου κατά της βάσης της ένδικης αγωγής από πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια. Τέλος με τον πρώτο των προσθέτων λόγων αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου για λόγο ο οποίος δεν είχε προβληθεί με αυτή και αφορούσε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι αυτός έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου της από 14-11-2005 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, ο εκκαλών - αναιρεσίβλητος προέβαλε με αυτήν κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αρνούμενος τη βάση της αγωγής κατά την οποία ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Στοιχείο όμως της άρνησης αυτής του αναιρεσιβλήτου αποτελούσε και ο πιο πάνω ισχυρισμός του ότι ο ίδιος δηλαδή έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2009 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της 216/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 8-11-2010 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ