Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and failure to consider arguments, upholding lower court labor dispute ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's labor judgment regarding the employee's working hours and overtime. The court found the appeal arguments based on abuse of right and failure to consider specific facts were unfounded because the lower court had already examined and rejected these claims. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant company was ordered to pay the legal costs of the employee.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 AC; Art. 559(1) & 559(8) CPolD: Abuse of right exists when exercising a claim contradicts good faith or the social purpose of the right; an appeal based on failure to consider arguments is inadmissible if the lower court examined and rejected those arguments substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 649 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 649/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΑΜΙΑΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Εμμανουήλ Βονδικάκης και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γεώργιο Παπάρα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γουνελά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1021/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5712/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, ή εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντίληψης του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 17/195).
Η επίκληση όμως περιστατικών η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του ασκουμένου δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζομένης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση ποσού 24.445,83 ευρώ για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του και αμοιβή για υπερεργασία και [παράνομη υπερωριακή απασχόληση, προέβαλλε παραδεκτώς πρωτοδίκως, και επανέφερε στο Εφετείο με σχετικό λόγο εφέσεως, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, την οποία στήριξε αποκλειστικά στους ισχυρισμούς της: 1) ότι δεν έχει καμία οφειλή έναντι του αναιρεσιβλήτου, του οποίου όλες οι προβαλλόμενες με την αγωγή απαιτήσεις είναι ανύπαρκτες, 2) ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε προσχηματικά από τον αναιρεσίβλητο, στην προσπάθειά του να "συμψηφίσει" την διαπραχθείσα απ' αυτόν και σε βάρος της πελάτιδας της αναιρεσείουσας εταιρίας "... - ...
Ο.Ε" υπεξαίρεση χρηματικού ποσού 43.256,57 ευρώ και γ) ότι, καίτοι υπέγραφε ο ίδιος τις συμβάσεις εργασίας του, ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε ζήτησε διαφορές αποδοχών, δεδομένου ότι δεν υφίσταντο τέτοιες. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με το οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα απ' αυτήν ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως τέτοια δε αίτηση νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα αλλά μόνον εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αιτήματος διαδίκου για αναβολή της δίκης κατ άρθρο 250 ΚΠολΔ εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία επί εκκρεμούς ποινικής αγωγής που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, δεν ιδρύεται ο υπόψη λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτής για αναβολή της συζητήσεως μέχρις αμετακλήτου περατώσεως της ποινικής διαδικασίας επί της εκκρεμούς αγωγής κατά του αναιρεσιβλήτου για την πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας "... - ... Ο.Ε", είναι απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα: 1) την από 15-10-2002 ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, 2) την αναγγελία προσλήψεως του αναιρεσίβλητου στον ΟΑΕΔ, 3) τις κατατεθείσες στην Επιθεώρηση Εργασίας καταστάσεις ωρών εργασίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας και 4) την ...
απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ΙΚΑ ... και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της εφέσεώς της ισχυρισμούς της, κατά τους οποίους το ωράριο εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν από 1.6.1997 έως 15.10.2002 Δευτέρα έως Παρασκευή από 8.00 έως 14.00 ώρας και επί 30 ώρες την εβδομάδα και από 15.10.2002 έως 30.6.2003 Δευτέρα έως Πέμπτη από 8.00 έως 14.00 ώρας, Παρασκευή 8.00 έως 15.00 ώρας και Δευτέρα και Τετάρτη από 18.00 έως 20.00 ώρας και επί 35 ώρες την εβδομάδα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους με λόγους εφέσεως προβληθέντες ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθέν ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο στην αναιρεσείουσα από το έτος 1998 και εφεξής κατά πλήρες ωράριο επί έξι ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Σάββατο) και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως καθώς και ότι αυτός από 1.2.2000 έως 31.5.2000 και από 1.2.2001 έως 31.3.2001 πραγματοποίησε και υπερωριακή εργασία επί 9 ώρες την εβδομάδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΑΜΙΑΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της 5712/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ