Legislator Case Law & Legislation
648/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights, orders costs, and refunds security deposit.

Case Number 648/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his labor claim. The court found the appeal inadmissible because the lower court failed to specify the evidence used to prove the alleged abuse of rights, violating procedural requirements. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs, and the security deposit was refunded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on abuse of rights is inadmissible if the lower court fails to specify the evidence relied upon, rendering the review of the abuse claim impossible.

Keywords

AI generated
abuse of rights labor dispute inadmissible appeal evidence specification security deposit refund legal costs procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, section 4 of the Code of Civil Procedure
Article 663 of the Code of Civil Procedure
Article 677 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 648 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 648/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Πανταζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελευθερίας Βεντούρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 288/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 654/2010 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη, ανέγνωσε την από 21-10-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 10-10-2012 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 654/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 18-12-2008 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 288/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 27-12-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, δικηγόρου Ιωαννίνων και του επιδικάστηκε το ποσό των 20.705,95 ευρώ ως αμοιβή του για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της δοθείσας σ' αυτόν εντολής, και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε επί της ουσίας, απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολομ.

ΑΠ 8/2001, 17/1995, 62/1990). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 1126/2013, 971/2004). Εξ' άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 § 1, 98, 100 επ.

του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων". Ειδικότερα (α) κατ' αρθ. 91 § 1 του ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθ. 92 § 1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.

β' αυτής με το άρθρο 5 § 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 ν. 1093/1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επομ.

του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από τον χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται, ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ.

του Κώδικος των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαιτήσεώς του προς καταβολή της εν λόγω αξιώσεως, ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.

Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεως, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής, που προκύπτει από τις περιστάσεις, καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (Ολομ.

ΑΠ 10/2012, 33/2005, ΑΠ 626/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, που είχε προβάλει παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητος δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων συνεργαζόταν ως δικηγόρος Ιωαννίνων από το έτος 1984 μέχρι το έτος 2004 με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και κατόπιν εντολών της τελευταίας προέβη στην εκτέλεση δικαστικών ενεργειών, οι οποίες έγιναν στα πλαίσια της δικαστικής επίλυσης διαφορών μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και τρίτων, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, οι οποίες (διαφορές) αφορούσαν απαιτήσεις τρίτων για αποζημίωση για ζημίες - σωματικές βλάβες κ.λ.π.

που προκλήθηκαν σ' αυτούς από ασφαλισμένα στην εναγομένη αυτοκίνητα. Η αμοιβή την οποία λάμβανε ο ενάγων για κάθε υπόθεση που του ανατίθετο καθοριζόταν με βάση την ΠΟΑ. 1314/21.12.2000, με την οποία καθορίστηκαν οι αμοιβές δικηγόρων που είχε εκδώσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. Ο πίνακας αυτός, όσο και ο προηγούμενος πίνακας είχαν τεθεί υπόψη του ενάγοντος καθώς και όλων των δικηγόρων που συνεργάζονταν με την εναγομένη σ' όλη την Ελλάδα και που ανέρχονταν σε 170 περίπου.

Τον πίνακα αυτό ο ενάγων τον είχε αποδεχθεί και τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι μετά από κάθε υπόθεση ή ενέργειά του, εξέδιδε τη σχετική απόδειξη παροχής υπηρεσιών όπου ανέγραφε την υπόθεση (αριθμό φακέλου, όνομα διαδίκου, την δικαστική ενέργεια) καθώς και το ποσό της αμοιβής του, και την απέστελλε μαζί με το γραμμάτιο προείσπραξης στην εναγομένη και με βάση τα παραστατικά αυτά, η τελευταία τον εξοφλούσε, μετά την παρακράτηση των νομίμων κρατήσεων.

Η εναγομένη κατέβαλλε στον ενάγοντα και όλα τα έξοδα (δικαστικό ένσημο κ.λ.π.) χωρίς παρακράτηση, με την προσκόμιση απλών φωτοτυπιών των σχετικών αποδείξεων. Ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, με έγγραφο ή προφορικά, ούτε αμφισβήτησε ποτέ τον τρόπο συνεργασίας και τις αμοιβές που αναγράφονταν στους πίνακες και μόνο με την υπό κρίση αγωγή η οποία κατατέθηκε στις 28-12-2007, αξίωσε για πρώτη φορά το ποσό των 20.705,95 ευρώ, ως υπόλοιπο αμοιβής για την προσφορά των νομικών του υπηρεσιών από το έτος 2001 μέχρι το 2003.

Από την ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των είκοσι (20) ετών αναλάμβανε υποθέσεις της εναγομένης και λάμβανε ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα τις αμοιβές του, χορηγώντας και τις σχετικές αποδείξεις, χωρίς ποτέ να διατυπώσει κάποια άλλη σχετική αξίωση και ειδικότερα ν' απαιτήσει τη διαφορά μεταξύ της συμφωνημένης και της νόμιμης αμοιβής του, δημιουργήθηκε μία πραγματική κατάσταση και η αντίστοιχη εύλογη πεποίθηση της εναγομένης ότι δεν πρόκειται να προβληθεί η αξίωση του ενάγοντος κατά το επί πλέον αιτούμενο ποσό, η πληρωμή του οποίου θα προκαλέσει στην εναγομένη απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία επιτείνοντας την οικονομική κρίση της εναγομένης στον κλάδο της ασφάλισης των αυτοκινήτων.

Αν η εναγομένη γνώριζε την αληθινή κατάσταση και συγκεκριμένα τις αξιώσεις του ενάγοντος από την αρχή της συνεργασίας τους δεν θα του έδινε την εντολή, αλλά αντίθετα θα ανέθετε τις υποθέσεις σε άλλους δικηγόρους, όπως τον Σωτήριο Σταματιάδη και Βασίλειο Χρόνη, δικηγόρους Ιωαννίνων, με τους οποίους συνεργαζόταν κάτω από το ίδιο καθεστώς αμοιβής, με το οποίο άρχισε η συνεργασία της με τον ενάγοντα.

Ενόψει της αποδοχής του τρόπου αυτού αμοιβής, σε συνδυασμό με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εκτέλεση των σχετικών εντολών και της δημιουργίας της ως άνω εύλογης πεποιθήσεως στην εναγομένη, η αξίωση του ενάγοντος για μεγαλύτερη αμοιβή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν τη σχετική ένσταση της εφεσίβλητης - εναγομένης, που παραδεκτά είχε προβληθεί ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε σ' αυτό (Εφετείο) με σχετικό λόγο έφεσης, εξαφάνισε την υπό της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εκκληθείσα υπ' αριθμ. 288/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η ως άνω ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη) και έκρινε ως απορριπτέα την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.

Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, από τα ανελέγκτως γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά, α) της επί μακρό χρόνο (20 ετών) συνεργασίας των διαδίκων, με την ανάθεση δικαστικών υποθέσεων από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, με αμοιβή για κάθε υπόθεση που του ανατίθετο με βάση την ΠΟΑ. 1314/21.12.2000, με την οποία καθορίστηκαν οι αμοιβές δικηγόρων που είχε εκδώσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, β) της αποδοχής από τον ίδιο του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής, την οποία λάμβανε ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα, εκδίδοντας και σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, γ) της επί μακρό χρόνο μη δηλώσεως προς τους νομίμους εκπρόσωπους της αναιρεσίβλητης αντίθετης βούλησης, ότι δηλαδή δεν αποδέχεται τον όρο αυτόν αμοιβής και ότι διακόπτει τη συνεργασία με την αναιρεσίβλητη ή ότι θα συνεχίσει τη συνεργασία υπό τον όρο ότι η αμοιβή του θα γίνεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και δ) των επαχθών οικονομικών συνεπειών για την αναιρεσίβλητη εξ' αιτίας της ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς του και της δυνατότητας της ίδιας, αν δεν πίστευε στην τήρηση του όρου της καταβολής της αμοιβής για την ενέργεια δικαστικών υποθέσεων με βάση το πινάκιο αυτής, είτε να αναθέσει τις υποθέσεις σε άλλο δικηγόρο με τους ίδιους όρους ή να μην υποστηρίζει ορισμένες υποθέσεις, οι οποίες για την ίδια δεν θα είχαν οικονομικό όφελος, η άσκηση της ένδικης αξιώσεως προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη (άρθρ. 281 Α.Κ.) οριζόμενα όρια.

Επομένως οι δύο πρώτοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπό όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1, 346, 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Όπως σαφώς συνάγεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, οι αποδείξεις οι οποίες παρά το νόμο λήφθηκαν υπό όψη από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αν το δικαστήριο στήριξε την δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου, το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού και οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 305/2019, 1348/2017, 1042/2013, 296/2011).

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Η δικαστική ομολογία κατά τις αμέσως παραπάνω διατάξεις αποτελεί αποδεικτικό μέσο που, όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ` αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ (ΑΠ 336/2020, 1025/2019, 6/2019, 685/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1416/2017, 1/2011, 212/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' και 12 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, κατά την έρευνα του τρίτου λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο παραπονείτο αυτή για την απόρριψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που προέβαλε αυτός προς αντίκρουση της ως άνω ενστάσεως, ότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει ή αποδεχθεί ο ίδιος να αμείβεται για τις δικηγορικές υπηρεσίες που προσέφερε με βάση τους σχετικούς πίνακες της αναιρεσίβλητης, περιεχόμενη στο δικόγραφο των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, όπου αναφέρει επί λέξει ότι "η αμοιβή του αναιρεσείοντος, όσες φορές ήταν υψηλότερη των προβλεπομένων στους πίνακες αμοιβών της εταιρίας, εγκρινόταν από τον Διευθυντή του Νομικού Τμήματος Θ.

Χ. με δική του πρωτοβουλία", ενώ με το να μη λάβει υπόψη του την ως άνω ομολογία, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από την εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι περιέχεται σ' αυτές η ως άνω περικοπή, με τη διευκρίνιση ότι η κατά τα παραπάνω έγκριση από το Διευθυντή του Νομικού Τμήματος, γινόταν προκειμένου να υπάρχει "καλόπιστη και ακώλυτη συνεργασία με τον συνεργάτη δικηγόρο", πλην όμως από την περικοπή αυτή δεν συνάγεται δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, με την έννοια που προαναφέρθηκε, για το ως άνω κρίσιμο γεγονός, αλλά αντίθετα τα αναφερόμενα στην επίμαχη παράθεση πραγματικά περιστατικά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και επιχειρήματα προς στήριξη της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ως άνω ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.

Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως και κατά το δύο σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 11 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης σχετικά με το ότι, ο αναιρεσείων είχε αποδεχθεί τον πιο πάνω πίνακα αμοιβών που είχε καταρτίσει η ίδια για την αμοιβή των δικηγόρων της και συνακόλουθα για τη βασιμότητα της υποβληθείσας εκ μέρους της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, μη προσδιοριζόμενα κατά την ταυτότητά τους αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη με επίκληση προσαγωγή, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρεται ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο χωρίς να έχουν νόμιμα προσκομισθεί, ούτε καθορίζεται το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτά είναι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ως άνω ισχυρισμού ούτε οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου.

Πέραν αυτών, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, όπως προεκτέθηκε, συνήγαγε ανέλεγκτα το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα εναγομένης, ανομωτί κατάθεση ενάγοντος στο ακροατήριο, την υπ' αριθμ. 1062/15-9-2008 ένορκη βεβαίωση και απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα), τα οποία ήταν επαρκή και προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση στο δικαστήριο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημα αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστεθείσα με το άρθ. 12 § 2 ν. 4055/2012 ίσχυε (από 2-4-2012) κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ.

μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ. 663 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές του άρθρου 677 ΚΠολΔ από αμοιβές για την παροχή εργασίας (αριθ. 1 της ως άνω διάταξης, όμοια και η ισχύουσα για τα ασκούμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα ρύθμιση των άρθρων 495§3 και 614 αριθ.3 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με τα άρθρα τρίτο και τέταρτο του άρθ.1 ν.4335/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, αν και δεν υπεχρεούτο, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτόν ένδικης αναίρεσης, παράβολο Δημοσίου (υπ' αριθμ. 1240351, 1226018 και 1226019 σειρά Α') ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτόν (βλεπ.

ΑΠ 504/2017, 2061/2014, 1125/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 10-10-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 654/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ