Legislator Case Law & Legislation
648/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on business custom and document production requests in employment dispute.

Case Number 648/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for voluntary resignation compensation. The court found that while business custom could form a tacit agreement, the employer failed to prove a general practice or specific promise regarding future benefits. Furthermore, the court rejected the request to produce financial documents, ruling it unnecessary since the lower court had already assessed the evidence and deemed the request futile.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288 of the Civil Code, Article 22 of the Constitution, Article 141 of the Treaty establishing the European Community; Business custom alone does not generate claims but may form a tacit agreement if the employer consistently provides benefits which the employee accepts, creating a contractual bond.

Keywords

AI generated
business custom tacit agreement voluntary resignation document production employment law futile request equal treatment

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the Civil Code
Article 22 of the Constitution
Article 141 of the Treaty establishing the European Community
Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 2/1992
AP 545/2001
AP 1025/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 648 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 648/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1268/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1011/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.

Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στο ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον 3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτά κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ Ολομ. 348/1985, ΑΠ.Ολομ.1191/1983).

Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν την προϋπόθεση και το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής της εκμετάλλευσης, όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ" αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίσει να χορηγεί την παροχή αυτή, η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.

Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής- επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά τον ίδιο τρόπο.

Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Στην περίπτωση αυτή, αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση. (ΑΠ869/2018,1174/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). 2.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, Τράπεζα, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής που λήφθηκε την 2- 9-2004 ενέκρινε την παροχή κινήτρων εθελουσίας αποχώρησης σε όσους από το προσωπικό της επιθυμούσαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους, θέτοντας και τα σχετικά κριτήρια προς τούτο.

Ότι τα κίνητρα αυτά ήταν, διαζευκτικά, ή η προαγωγή στον αμέσως επόμενο βαθμό του κλάδου που ανήκε ο κάθε υπάλληλος ή η καταβολή οικονομικής παροχής σε αυτόν, ανάλογα με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και συντάξιμης υπηρεσίας σε ορισμένο χρονικό σημείο, η οποία θα αποτελούσε αποζημίωση για τη λύση της σχέσης εργασίας του, στην περίπτωση δε αυτή (λήψη οικονομικής παροχής), οι αποχωρούντες δεν θα δικαιούνταν καμία άλλη, εκτός αυτής, παροχή, συμπεριλαμβανομένης και της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.

Ότι το ως άνω πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης ανακοινώθηκε στο προσωπικό της εναγομένης με την από 13-9-2004 υπηρεσιακή εγκύκλιο της Διεύθυνσης προσωπικού αυτής, με την οποία προβλέπονταν, με βάση την προαναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορούσαν οι εργαζόμενοι σ' αυτή να υπαχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων ήταν και η υποβολή σχετικής δήλωσης από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο με καταληκτική ημερομηνία την 1-10-2004, όπως και η σχετική έγκριση της, στη συνέχεια, εκ μέρους της εναγομένης, η οποία και θα αποφάσιζε κατά την απόλυτη κρίση της για την αποδοχή ή μη κάθε δήλωσης.

Ότι τέτοια προγράμματα εθελούσιας εξόδου είχαν και κατά το παρελθόν ανακοινωθεί από την εναγομένη, πάντοτε με την ίδια διαδικασία, ενώ δεν προέκυψε ότι από το 2004 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής έγινε παρόμοια σχετική ανακοίνωση, ούτε βέβαια η ενάγουσα υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ότι ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι είχε άτυπα καθιερωθεί από την εναγομένη η εκ μέρους της χορήγηση πρόσθετης αποζημίωσης σε όσους από το προσωπικό της αποχωρούσαν οικειοθελώς από την υπηρεσία τους, βάσει επιχειρησιακής συνήθειας, ότι δηλαδή η εναγομένη χορηγούσε συνεχώς, και μετά την καταληκτική ημερομηνία του ανωτέρω προγράμματος, τέτοια παροχή σε όλους τους εργαζομένους που αποχωρούσαν πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, δεν βρίσκει ουσιαστικό έρεισμα στο άνω αποδεικτικό υλικό, αφού η συγκεκριμένη παροχή (πρόσθετη αποζημίωση) προβλεπόταν, κάθε φορά από υπηρεσιακή εγκύκλιο της εναγομένης, με βάση σχετική απόφαση του Δ.Σ.

της τελευταίας, με την οποία τίθεντο τα κριτήρια υπαγωγής στο κάθε φορά πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης, η διαδικασία και η καταληκτική ημερομηνία αυτού. Με βάση τα περιστατικά αυτά και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων κατέληξε ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, που με την από 16- 12-2010 έγγραφη δήλωση παραίτησης της προς την αναιρεσίβλητη- εργοδότρια αποχώρησε της υπηρεσίας κατόπιν συμπλήρωσης 30τούς υπηρεσίας δεν δικαιούται πρόσθετη (οικειοθελή )παροχή ποσού 163.115,19 ευρώ βάσει επιχειρησιακής συνήθειας.

Ακολούθως, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε κατά το κεφάλαιο αυτό την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως .Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, με συνοπτικές αλλά επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Τούτο διότι διαλαμβάνεται με σαφήνεια ότι η αναιρεσίβλητη- εργοδότρια χορηγούσε την ένδικη παροχή ως κίνητρο για την υλοποίηση προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου των υπαλλήλων της με βάση καθοριζόμενα από την ίδια κριτήρια, διαδικασία και χρόνο υλοποίησης, (το τελευταίο πρόγραμμα έλαβε χώρα το έτος 2004), δεν χορηγούσε δηλαδή την ανωτέρω οικειοθελή παροχή συνεχώς ώστε η πρακτική αυτή να αποτελεί συμβατική δέσμευση έναντι της αναιρεσείουσας για απόληψη της με βάση διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, αλλά ούτε και με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές, η αναιρεσείουσα δεν τελούσε στις ίδιες συνθήκες με αυτές των λοιπών αποχωρούντων, που έλαβαν αυτές, κατά την υλοποίηση προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου.

Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ,η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ,επικαλούμενη ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη .ειδικότερα δε (επί λέξει) ότι "η συγκεκριμένη παροχή (πρόσθετη αποζημίωση) προβλεπόταν κάθε φορά από υπηρεσιακή εγκύκλιο της εναγομένης ,με βάση απόφαση του ΔΣ αυτής ,με την οποία τίθεντο τα κριτήρια υπαγωγής στο κάθε φορά πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης, η διαδικασία και η καταληκτική ημερομηνία αυτού" .Όμως,, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, η ειδική αξιολόγηση των οποίων δεν ήταν αναγκαία.

Επομένως,ο λόγος της αιτήσεως από τον αρ. 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.. 3.Το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ παρέχει λόγο αναιρέσεως (και) όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά τη διάταξη αυτή νοείται και η διαδικαστική, αρκεί να αποτελεί κεφάλαιο της δίκης. Άρα αίτηση υπό την έννοια του άρθρου 559 αιρθ. 9 του ΚΠολΔ συνιστά και το κατά τα άρθρα 450 και 451 του ΚΠολΔ αίτημα επιδείξεως εγγράφων, αφού το αίτημα αυτό αποτελεί κεφάλαιο της δίκης ως δυνάμενο να είναι αντικείμενο και αγωγής (ΑΠ 545/2001, 1025/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με βάση τις ανωτέρω με αρ.2 της παρούσας αναφερόμενες παραδοχές ότι η αγωγή κατά το κεφάλαιο επιδίκασης στην ενάγουσα ποσού 163.115,19 ευρώ ως πρόσθετης αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης της από την υπηρεσία είναι αβάσιμη ,απέρριψε τους λόγους έφεσης της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά το κεφάλαιο αυτό και έκρινε ακολούθως ότι "Κατόπιν τούτων είναι αλυσιτελές και ως εκ τούτου απορριπτέο το αίτημα περί επίδειξης εγγράφων (ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης των ετών 2005 έως 20110 και αντιγράφων του φύλλου Ε7 της φορολογικής δήλωσης αυτής)".

Υπό τα διαλαμβανόμενα, το δικαστήριο της ουσίας , δεν αγνόησε το αίτημα περί επίδειξης εγγράφων αλλά αντίθετα το αντιμετώπισε και το απέρριψε.. Επομένως, ο πρώτος από τον αρ.9 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559ΚΠολΔ ,υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την ανωτέρω κρίση του, ότι το αίτημα επίδειξης εγγράφων είναι αλυσιτελές κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση τούτο διότι το αίτημα αυτό δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω δικονομικής ακυρότητας έκπτωσης από δικαίωμα ή έλλειψης των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους τους αλλά, επειδή, μετά την κρίση της προσβαλλόμενης ότι από το έτος 2004 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν αποδείχτηκε ότι ανακοινώθηκε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, ούτε ότι είχε διαμορφωθεί επιχειρησιακή συνήθεια, για τη χορήγηση της ένδικης παροχής πρόσθετης αποζημίωσης, το Εφετείο έκρινε ότι η εξέταση του ως άνω αιτήματος στερείτο αντικειμένου, ήταν δηλ.

αλυσιτελής, ως μη ασκούσα επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-3-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 1011//2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ