Legislator Case Law & Legislation
648/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of bank loan decisions.

Case Number 648/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the appellate court erred in its assessment of bank loan discretion and evidence regarding a third party, while the respondent bank appeared only partially. The court found the appeal inadmissible because the respondent bank failed to appear at the hearing, and the substantive arguments regarding the bank's discretion and evidence evaluation were deemed unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 176, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the respondent fails to appear at the hearing and when the appellate court's evaluation of evidence and discretionary powers of a financial institution is not arbitrary.

Keywords

AI generated
appeal dismissal non-appearance of party bank loan discretion evidence evaluation legal costs award procedural default substantive review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 648 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 648/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που είχε έδρα στην …, με την οποία συγχωνεύθηκε κατόπιν απορροφήσεως της τελευταίας και 2) Α. συζύγου Α. Π., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-9-2004 και 24-4-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2011 μη οριστική και 17/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2916/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παρασταθείσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ...14-5-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Ι. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 28-9-2015, οπότε και αναβλήθηκε η υπόθεση διαδοχικά για τις δικασίμους αρχικά της 8-2-2016 και στη συνέχεια της 17-10-2016 με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικάσιμο (17-10-2016) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 8, 11 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης αναιρεσίβλητης κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο γραμμάτιο προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, που κάλυπτε μόνο την παράστασή του για την αντίκρουση της εφέσεως, όχι όμως και των προσθέτων λόγων, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, κατά παράβαση των όσων ορίζονται στο άρθρο 61 παρ. 4 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 ν. 4205/2013, και κατά συνέπεια θα έπρεπε αυτή να δικασθεί ερήμην και να μη ληφθούν υπόψη, λόγω της πλασματικής της ερημοδικίας, αφενός μεν ο καταλυτικός της αγωγής του ισχυρισμός, ότι η ένδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού καταγγέλθηκε εκ μέρους της για σπουδαίο λόγο, αφετέρου δε τα έγγραφα που προσκόμισε η ίδια στο δικαστήριο, τα οποία και άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού εξαίρονται αυτά στην προσβαλλόμενη απόφαση και με βάση αυτά το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη γνησιότητα της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, το λόγο για τον οποίο έκλεισε ο λογαριασμός αυτός και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε η επιχείρησή του σε τρίτο πρόσωπο.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ενεγράφη εκ περισσού με τον ίδιο αριθμό πινακίου που είχε εγγραφεί και το δικόγραφο της εφέσεως, μολονότι το άρθρο 498 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στους προσθέτους λόγους, αφού ούτε πινάκιο απαιτείται για τη συζήτησή τους, ούτε η προθεσμία κλητεύσεως του άρθρου 228 ΚΠολΔ τηρείται λόγω της οκταήμερης (ήδη τριακονθήμερης) προθεσμίας, που ειδικά προβλέπει το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια η υπόθεση συζητήθηκε ως ενιαία ενώπιον του Εφετείου, και για το λόγο αυτό δεν ήταν αναγκαία η κατάθεση ιδιαιτέρου γραμματίου παραστάσεως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης αναιρεσίβλητης για την αντίκρουση των προσθέτων λόγων. Η ρύθμιση που προβλέπεται στο άρθρο 61 παρ. 4 "Κώδικα περί Δικηγόρων", όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 ν. 4205/2013, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα Ι και

ΙΙΙ του ίδιου Κώδικα, αναφέρεται κυρίως και πρωτίστως στον πληρεξούσιο δικηγόρο που άσκησε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιδίκου του. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπει για τους προσθέτους λόγους ιδιαίτερη ερημοδικία, ούτε παραπέμπει στο άρθρο 271, και για το λόγο αυτό, δηλώνοντας ο εφεσίβλητος δικονομικά παρών ως προς την έφεση, θεωρείται αυτοδικαίως παρών και για τους προσθέτους λόγους, και συνακόλουθα μια φορά καταθέτει προτάσεις, τόσο για την έφεση όσο και για τους προσθέτους λόγους, η δε παράλειψή του να απαντήσει στους τελευταίους δεν σημαίνει μη προσήκουσα παράσταση και άρα ερημοδικία αυτού, κατ’ άρθρο 271 ΚΠολΔ, απλώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνάγει κατά την κρίση του, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ, από τη μη αμφισβήτηση σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών του, ομολογία ή άρνηση των ισχυρισμών του εκκαλούντος.

Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης αναιρεσίβλητης όφειλε να καταβάλει το ήμισυ της προκαταβολής για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των προσθέτων λόγων εφέσεως, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, η παράλειψή του αυτή δεν κατέστησε τη διάδικο που εκπροσωπούσε δικονομικά απούσα, και εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της εφέσεως, θεωρείται αυτή αυτοδικαίως παρούσα και για τους προσθέτους λόγους.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παράσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, και ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός για καταγγελία της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού για σπουδαίο λόγο, που είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είχε γίνει δεκτός ως βάσιμος, νομίμως επαναφέρθηκε με τις προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν εμπροθέσμως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προς αντίκρουση του δευτέρου λόγου εφέσεως, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 17/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Τέλος, παραδεκτά έλαβε υπόψη το Εφετείο προς αντίκρουση των λόγων εφέσεως και των συναφών πρόσθετων λόγων το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ίδια με τις προτάσεις αυτές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όσα κατά τον αναιρεσείοντα απαραδέκτως προσκομίσθηκαν, και ειδικότερα:

α) την από Σεπτεμβρίου 2011 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Μ. - Μ. Κ., β) την 37/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, γ) την 367/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, δ) την 208/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ε) την έγγραφη άρνηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εγγραφή ενεχύρου επί των εμπορευμάτων της, στ) την από 26-11-2007 αγωγή του Β.

Σ., ζ) την 6864/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η) την 646/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, θ) την Δ.04/26/30-10-2004 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου και ι) την 115/29-12-2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου. Κατόπιν τούτου και ως προς τα λοιπά μέρη του ο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ πρώτος λόγος είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη την από Σεπτεμβρίου 2011 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., παρά το ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίσθηκε εκπρόθεσμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γεγονός που το είχε επικαλεσθεί με λόγο εφέσεως, και ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι η ως άνω γραφολογική έκθεση, η οποία προσκομίσθηκε με σημείωμα της πρώτης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε μόλις δύο ημέρες πριν την επανάληψη της συζητήσεως, ήταν εκπρόθεσμη και ότι για το λόγο αυτό δεν έπρεπε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να την λάβει υπόψη, πλην όμως έκρινε περαιτέρω ότι ζήτημα απαραδέκτου προσκομίσεως των λοιπών εγγράφων δεν τίθεται και για το λόγο αυτό δεν εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον δε το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίσθηκε εκ νέου από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτά την έλαβε υπόψη το Εφετείο και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 1526 ΑΚ, δέχθηκε ότι η εκ μέρους του έλλειψη πληρεξουσιότητας για την παροχή αδείας προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στην ψιλή κυριότητα ακινήτου του ανήλικου τέκνου του, η οποία χορηγήθηκε με την 393/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, καλύφθηκε εκ των υστέρων με την παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας στον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο, με αφορμή άλλη αίτηση για την παροχή αδείας προς εγγραφή και νέας προσημειώσεως υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, η οποία χορηγήθηκε με την 309/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ενώ κατά νόμο η άδεια αυτή πρέπει να προηγείται και όχι να ακολουθεί την προς επιχείρηση πράξη.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Επειδή όμως η εναγομένη Τράπεζα θεωρούσε ότι η ανωτέρω προσημείωση δεν εξασφάλιζε απόλυτα τις απαιτήσεις της, ζήτησε ... να της παρασχεθεί το δικαίωμα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης και επί της ψιλής κυριότητας του ίδιου ακινήτου μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ.

Όμως εξαιτίας της ανηλικότητας του ψιλού κυρίου του ... ακινήτου, απαιτείτο να εκδοθεί δικαστική απόφαση, με την οποία θα παρεχόταν στους γονείς του η σχετική άδεια να συναινέσουν στην εγγραφή της εν λόγω προσημείωσης. Έτσι, κατόπιν σχετικής κοινής αιτήσεως του ενάγοντος και της δεύτερης εφεσίβλητης/εναγομένης (τότε συζύγου του) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εκδόθηκε η με αριθμό 393/2000 απόφαση αυτού ..., με την οποία παρασχέθηκε στους ανωτέρω αιτούντες, ...

η άδεια να συναινέσουν για λογαριασμό του ανηλίκου στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ. επί της ψιλής κυριότητας του ως άνω ακινήτου, ... Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση, κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης, οι αιτούντες γονείς του ανηλίκου είχαν παρασταθεί διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Α.

Μ.. Κατόπιν τούτου η εναγομένη Τράπεζα με την από 8-11-2000 ... αίτησή της ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου ... κατά του ως άνω ανηλίκου, όπως εκπροσωπείτο από τους ασκούντες τη γονική του μέριμνα γονείς του, ... ζήτησε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου ... μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ.

Στις 8-11-2000, όταν επρόκειτο να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου η αίτηση της ως άνω Τράπεζας, ο ενάγων, ο οποίος είχε ενημερωθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Μ. για την αναγκαιότητα της αυτοπρόσωπης ή διά ειδικού πληρεξουσίου παράστασής του στο δικαστήριο, επικαλούμενος την ανάγκη αυτοπρόσωπης παρουσίας του εκείνη την ημέρα στην επιχείρηση, έδωσε στον ανωτέρω δικηγόρο την προφορική συγκατάθεσή του να χρησιμοποιήσει ως δικηγόρο του στο δικαστήριο τη συστεγαζόμενη στο ίδιο με αυτόν γραφείο Α.

Π., δικηγόρο Κορίνθου, την οποία εξουσιοδότησε με τον ίδιο τρόπο (ατύπως) να συγκατατεθεί στην εγγραφή της αιτούμενης προσημειώσεως. Η τελευταία ενεργούσα καλόπιστα και μη δυναμένη να υποψιαστεί ότι θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση η άτυπη αυτή πληρεξουσιότητά της, εμφανίστηκε στο δικαστήριο και ομολόγησε τη βάση της αιτήσεως, στο περιεχόμενο της οποίας περιλαμβανόταν και ο ισχυρισμός ότι δυνάμει της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 393/2000 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου είχε παρασχεθεί στους γονείς αυτούς του ανηλίκου η άδεια συναινέσεως στην αιτούμενη εγγραφή.

Η ομολογία αυτή έγινε παρουσία και της δεύτερης εφεσίβλητης/εναγομένης ... η οποία επίσης τελούσε σε γνώση του ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο η συγκεκριμένη δικηγόρος και να συνομολογήσει την αίτηση και δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι κάτι ύποπτο υπήρχε στην εξουσιοδότηση του συζύγου της από τη συγκεκριμένη δικηγόρο.

Περαιτέρω και κατόπιν συνομολογήσεως της βάσεως της αιτήσεως και από την αυτοπροσώπως παραστάσα 2η εναγομένη, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου εξέδωσε ... την υπ’ αριθμ. 1499/8-11-2000 απόφασή του με την οποία παρέσχε την άδεια εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης για την μνησθείσα αιτία επί της ψιλής κυριότητας του εν λόγω ακινήτου του ανηλίκου μέχρι του ποσού των 70.000.000 δραχμών. ...

Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...17-9-2001 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου ...ς Παναγούλας Τζαβέλλα, αμφότεροι οι ως άνω γονείς του ... ανηλίκου διόρισαν τον δικηγόρο Κορίνθου Α. Μ. ως ειδικό πληρεξούσιο ... και παρείχαν σ’ αυτόν την εξουσία ... επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους να ασκήσει ...

νέα αίτηση παροχής σ’ αυτούς της άδειας να συναινέσουν και πάλι υπό την ιδιότητά τους αυτή ... στην εγγραφή περαιτέρω προσημειώσεως υποθήκης ... μέχρι του ποσού των 150.000.000 δρχ. προς εξασφάλιση της εναγομένης Τράπεζας, ... να παρασταθεί δε ενώπιον του αυτού δικαστηρίου και συναινέσει γι’ αυτούς στην παροχή προσημειώσεως υποθήκης. ...

Στη συνέχεια ... ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος ... άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου για λογαριασμό τους την από 18-9-2001 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 309/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ... με την οποία οι γονείς του ανηλίκου έλαβαν την άδεια να παράσχουν το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης στο ανωτέρω ακίνητο του ανηλίκου ...

μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ. Στη συνέχεια, κατόπιν σχετικής αίτησης της εναγομένης Τράπεζας ... εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1907/2001 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία, ... μετά τη δηλωθείσα προς τούτο, υπό του ως άνω και έχοντος τη σχετική εξουσία κατά τα προεκτεθέντα πληρεξουσίου δικηγόρου των γονέων του ανηλίκου συναίνεση αυτών δέχθηκε την αίτηση. ...

Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει ... ότι ο εκκαλών/ενάγων με την παροχή στο δικηγόρο του ανωτέρω ... ειδικού πληρεξουσίου ... της εξουσίας αφενός μεν ... να ασκήσει στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου αίτηση για λογαριασμό του ανηλίκου για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του προαναφερόμενου ακινήτου του ανηλίκου, και αφετέρου να συναινέσει επίσης ...

στην παροχή του δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, ενέκρινε εκ των υστέρων και σιωπηρώς τις προηγούμενες ενέργειες του δικηγόρου τούτου ... κατά τα σχετικώς προεκτεθέντα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έδωσε στο δικηγόρο Κορίνθου Α. Μ. την προφορική συγκατάθεσή του να χρησιμοποιήσει ως δικηγόρο του στο δικαστήριο τη συστεγαζόμενη στο ίδιο με αυτόν γραφείο Α. Π., δικηγόρο Κορίνθου, την οποία εξουσιοδότησε με τον ίδιο τρόπο (ατύπως) να συγκατατεθεί στην εγγραφή της αιτούμενης προσημειώσεως, αυτή δε από την πλευρά της, ενεργώντας καλόπιστα, εμφανίστηκε στο δικαστήριο και ομολόγησε τη βάση της αιτήσεως, στο περιεχόμενο της οποίας περιλαμβανόταν και ο ισχυρισμός ότι δυνάμει σχετικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου είχε παρασχεθεί στους γονείς του ανηλίκου η άδεια συναινέσεως στην αιτούμενη εγγραφή, και συνεπώς δέχθηκε το Εφετείο ότι είχε υπάρξει, έστω και προφορικά, πριν τη συζήτηση της αιτήσεως, πληρεξουσιότητα του αναιρεσείοντος προς τον ως άνω δικηγόρο να παραστεί για λογαριασμό του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, προκειμένου να του παρασχεθεί άδεια να συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο του ανηλίκου τέκνου του, με πλεοναστική δε κρίση δέχθηκε το Εφετείο ότι η μεταγενέστερη διά συμβολαιογραφικού εγγράφου πληρεξουσιότητα προς τον αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο, με αφορμή άλλη αίτηση για την παροχή αδείας προς εγγραφή και νέας προσημειώσεως υποθήκης στο ίδιο ακίνητο, λειτούργησε σε κάθε περίπτωση και ως σιωπηρή έγκριση εκ των υστέρων της προηγούμενης ενέργειάς του.

Κατόπιν τούτου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. ...11-7-2000 συμβάσεως πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, δεδομένου ότι από εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού αυτού εγγράφου, και συγκεκριμένα των επτά (7) από τις οκτώ (8) σελίδες του, δέχθηκε ότι υπάρχουν σ’ αυτές πέντε (5) υπογραφές, ενώ υπάρχουν μόνο τρεις (3), δέχθηκε δηλαδή πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτό, ότι δηλαδή οι υπογραφές του ίδιου και του συνεγγυητή θείου του υπήρχαν σε όλες τις σελίδες της κρίσιμης συμβάσεως, ενώ αυτές υπήρχαν μόνο στην 8η σελίδα, όχι όμως και στις λοιπές.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, το δεύτερο μέρος του εβδόμου λόγου και με τον χαρακτηριζόμενο στην αίτηση αναιρέσεως ως Λ’ ενδέκατο λόγο επικαλείται ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της γνησιότητας αυτού του εγγράφου και του ακριβούς περιεχομένου της συμβάσεως, ενόψει των παραδοχών ότι αποτελεί κακής ποιότητας μηχανογραφημένη διαμόρφωση του βασικού και αρχικού δείγματος και λανθασμένη διπλή φωτοτύπηση της σελίδας 2 αυτού.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η υπ’ αριθμ. ...11-7-2000 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό της ... Τράπεζας ... μεταξύ των εκπροσώπων αυτής και της Α. Π. ... ως πιστούχου, αποτελεί το σύνθετο προϊόν μηχανογραφημένων εκτυπώσεων, προερχομένων από 4 διάφορες μεταξύ τους γραφομηχανές και περιέχει πλήθος στοιχείων συνθέσεως - κολάζ.

Οι συνθέσεις αυτές προσδίδουν κατ’ αρχήν μια εικόνα διασπασμένης χάραξης στο σύνολο της σύμβασης, και συγκεκριμένα έλλειψη νοηματικής και συντακτικής συνέχειας, παράλειψη όρων - παραγράφων ή και εσφαλμένη αρίθμηση αυτών. Η εν λόγω, όμως, σύνθεση, με τα αυτά ακριβώς στοιχεία και με την αυτή λανθασμένη σειρά των όρων της αναγραφόμενης εκάστοτε συμβάσεως, συναντάται σε όλες τις προς σύγκριση διατιθέμενες συμβάσεις της Τράπεζας, οι οποίες έχουν συσταθεί από το 1995 (οπότε δεν εντοπίζονται στοιχεία κολάζ) και εντεύθεν.

Από τη συνεκτίμηση δηλαδή των ως άνω ευρημάτων συνάγεται το συμπέρασμα ότι η κρίσιμη σύμβαση εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του τρόπου σύστασης και των λοιπών προς σύγκριση συμβάσεων, χωρίς καμιά διαφοροποίηση τόσο στον τρόπο, με τον οποίο έχει μηχανογραφηθεί το περιεχόμενο των σελίδων της, όσο και στην αριθμητική και νοηματική ανακολουθία των όρων της, η οποία οφείλεται στη λανθασμένη φωτοτύπηση εκ νέου της σελίδας 2 ως σελίδας 4 και στην παράλειψη ως εκ τούτου των όρων 7, 8, 9 και 10 αυτής, εξαιτίας της προχειρότητας των ενεργειών των εντεταλμένων υπαλλήλων της Τράπεζας.

Όσον αφορά δε το χρόνο που τέθηκε χειρόγραφα το πατρώνυμο του εγγυητή, αλλά και οι παραλείψεις τόσο του αριθμού της σύμβασης, όσο και των στοιχείων του πιστούχου στη "ΔΗΛΩΣΗ ΕΓΓΥΗΤΗ", αυτά έλαβαν χώρα κατά τη σύνταξη της κρίσιμης σύμβασης, η οποία είναι και η μοναδική που προσκομίστηκε ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, φέρει την πρωτότυπη σφραγίδα του ως άνω δικαστηρίου, βάσει αυτής (σύμβασης) εκδόθηκε η με αριθμ. 237/2001 διαταγή πληρωμής αυτού.

Επίσης η κρίσιμη σύμβαση διαπιστώθηκε ότι φέρει πρωτότυπα υπογραφές των συμβαλλομένων σε όλες τις σελίδες της και δεν έχει αντικατασταθεί καμία σελίδα αυτής. Ενόψει των ανωτέρω και ανεξαρτήτως του εάν η ως άνω υπ’ αριθμ. ...11-7-2000 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό της ... Τράπεζας με πιστούχο την Α.

Π., αποτελεί προϊόν σύνθεσης διαφόρων γραφομηχανών και έχει φωτοτυπηθεί εσφαλμένως, με συνέπεια να διασπάται η νοηματική και αριθμητική ακολουθία των όρων της, η σύνθεση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα με σκοπό τη νόθευση του περιεχομένου των αντιστοίχων συμβάσεων. Αντιθέτως, προέκυψε ότι αποτελεί κακής ποιότητας μηχανογραφημένη διαμόρφωση του βασικού και αρχικού της δείγματος και λανθασμένη διπλή φωτοτύπηση της σελίδας 2 αυτού, με συνέπεια το αυτό έγγραφο να αποτελέσει το πρότυπο σύστασης όλων των συμβάσεων που έλαβαν χώρα κατά το χρόνο αυτό, χωρίς όμως ο τρόπος σύνταξής τους να επηρεάσει την αυθεντικότητα του περιεχομένου τους. ...

Κατόπιν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των προστηθέντων της εναγομένης Τράπεζας τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας αναφορικά με την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως και εντεύθεν -με την προσκομιδή αυτής ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου- της απόπειρας εξαπάτησης αυτού με σκοπό την έκδοση της με αριθμό 237/2001 διαταγής πληρωμής ..." και κατόπιν αυτού απέρριψε ως αβάσιμο τον 5ο λόγο εφέσεως, που υποστήριζε τα αντίθετα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τη γνησιότητα ή μη της ένδικης σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 443, 445, 457, 458 και 460 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ανεξαρτήτως του εάν η ένδικη σύμβαση αποτελεί κακής ποιότητας μηχανογραφημένη διαμόρφωση του βασικού και αρχικού της δείγματος και λανθασμένη διπλή φωτοτύπηση της σελίδας 2 αυτού, είναι και η μοναδική που προσκομίστηκε ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και βάσει αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 237/2001 διαταγή πληρωμής, και περαιτέρω ότι φέρει πρωτότυπα τις υπογραφές των συμβαλλομένων σε όλες τις σελίδες της και δεν έχει αντικατασταθεί καμία σελίδα αυτής, και ότι συνεπώς δεν υπήρξε παραμόρφωση του εγγράφου αυτού με τη μορφή της εσφαλμένης αναγνώσεως, στο μέτρο δε που αφορά στην ένδικη υπόθεση είναι σαφές το περιεχόμενό του.

Και είναι μεν αληθές ότι από την ανάγνωση της ως άνω συμβάσεως προκύπτει ότι το κείμενο αυτής φέρει τρεις υπογραφές, αυτές των συμβαλλομένων, σε όλες τις σελίδες της, ενώ οι επιπλέον υπογραφές των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και αυτή του αναιρεσείοντος, έχουν τεθεί μόνο στην όγδοη σελίδα της συμβάσεως, στο τέλος του κειμένου της, πλην όμως η παράλειψη υπογραφής και των λοιπών σελίδων εκ μέρους του δεν έχει επίδραση ως προς τη γνησιότητα της εν λόγω συμβάσεως, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου είναι αυτή που υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων και επί τη βάσει του κειμένου της εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Κατόπιν αυτού είναι αβάσιμοι το μεν ο από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος ως προς αμφότερα τα μέρη, το δε οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έβδομος κατά το δεύτερο μέρος και ενδέκατος στο σύνολό του λόγοι αναιρέσεως.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η εναγομένη Τράπεζα είχε το συμβατικό δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού για οποιοδήποτε λόγο και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα:

α) το υπ’ αριθμ. ...11-7-2000 πρόσθετο σύμφωνο της ταυτάριθμης συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, β) έντεκα (11) εντάλματα πληρωμής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τη δεύτερη τούτων και γ) την ...23-11-2001 ένορκη βεβαίωση του διευθυντή και υποδιευθυντή του Υποκαταστήματός της στη ... Χ. Β. και Β. Π., στα πλαίσια άλλης δίκης, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι, κατά τροποποίηση όρου της βασικής συμβάσεως, το δικαίωμα για καταγγελία της συμβάσεως παρεχόταν στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, εφόσον υφίσταντο ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και μόνο κατά το μέρος αυτών, και ότι η σύμβαση αυτή ήταν ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτής θα μπορούσε να γίνει μόνο με την επίκληση και απόδειξη σπουδαίου λόγου, σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το περιεχόμενο του προσθέτου συμφώνου καθώς και δύο αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, που είχε υποβάλει η ίδια η Τράπεζα, στις οποίες γινόταν ρητή αναφορά του προσθέτου αυτού συμφώνου και του σχετικού όρου του, και έτσι προσέδωσε σ’ αυτά, διά της μη αναγνώσεώς τους, περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από εκείνο που πράγματι έχουν.

Περαιτέρω, με τον χαρακτηριζόμενο ως Κ’ στην αίτηση αναιρέσεως δέκατο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού καθιστούσαν ανενεργή τη δυνατότητα της πιστώτριας Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση, και σε κάθε περίπτωση καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της αυτού.

Εξάλλου, με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε, στην έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τα ζητήματα αυτά δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Μετά την εγγραφή στις 18-10-2001 της ... δεύτερης προσημείωσης στο ως άνω ακίνητο, η εναγομένη Τράπεζα κατήγγειλε την σύμβαση και με βάση το εκ ποσού 132.467.190 δρχ. κατάλοιπο πλέον τόκων, ανατοκισμών και εξόδων, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθμ. 237/2001 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος (δεύτερη εναγομένη) και οι εγγυητές, ήτοι ο ενάγων και ο θείος του Δ.

Π., να καταβάλουν στην εναγομένη Τράπεζα το προεκτεθέν ποσό ... Ο εκκαλών/ενάγων ισχυρίστηκε ... ότι η πρώτη εναγομένη/εφεσίβλητη πιστοδότρια Τράπεζα προέβη χωρίς σπουδαίο λόγο στην καταγγελία της κρίσιμης με αριθμ. ...11-7-2000 σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού στις 2-11-2001 και στην έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής και ...

στην ... επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως μόλις δεκατρείς ημέρες μετά τη χορήγηση της ως άνω δεύτερης προσημείωσης και επτά ημέρες μετά τις χρηματοδοτήσεις, που αναφέρονται στην αγωγή, και ενώ ουδεμία ληξιπρόθεσμη απαίτηση υφίστατο, όλες οι χρηματοδοτήσεις ήσαν απολύτως εμπραγμάτως εξασφαλισμένες και η δεύτερη εναγομένη/εφεσίβλητη ήταν κάτοχος επαρκούς ακίνητης περιουσίας.

Δυνάμει ρητού όρου της κρίσιμης ... σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού ... η πρώτη εναγομένη είχε δικαίωμα "... να κλείνει ή να αναστέλλει τη χρήση της ... πίστωσης ή και να περιορίζει για οποιοδήποτε λόγο ... την πίστωση ... χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου". Ο όρος αυτός της συμβάσεως δεν είναι a priori καταχρηστικός, ..., αλλά θα πρέπει να ελεγχθεί κατ’ ουσίαν αν το σχετικό δικαίωμα της Τράπεζας ασκήθηκε καταχρηστικά.

Αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι τον Οκτώβριο του 2001 εμφανίστηκαν σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις της δεύτερης εναγομένης με τον ενάγοντα σύζυγό της, εξαιτίας των οποίων τέθηκε σε κίνδυνο η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης, της οποίας ουσιαστικός διαχειριστής ήταν ο ενάγων. Ειδικότερα, στις 24-10-2001, μετά από σοβαρό επεισόδιο ξυλοδαρμού σε βάρος της φίλης του ενάγοντος Ε.

Β., η δεύτερη εναγομένη (σύζυγος του ενάγοντος) συνελήφθη και κρατήθηκε στην Ασφάλεια Κορίνθου. Τότε, προκειμένου να εξευρεθεί λύση για τη διασφάλιση του προϊόντος της επιχειρήσεως της δεύτερης εναγομένης (οίνος), οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης της πρότειναν να χορηγήσει στη δανείστρια Τράπεζα πλασματικό ενέχυρο για την υπάρχουσα στην επιχείρηση ποσότητα οίνου.

Με τον τρόπο αυτό θα ήταν δυνατός ο έλεγχος και η διαχείριση, με δεδομένο ότι οι εντονότατες αντιδικίες της δεύτερης εναγομένης με το σύζυγό της καθιστούσαν προβληματική τη λειτουργία του οινοποιείου και αβέβαιη την ικανοποίηση της απαίτησης της πρώτης εναγομένης. Η δεύτερη εναγομένη αρνήθηκε τελικά την ως άνω πρόταση.

Όμως, στις 27-10-2001, αφαιρέθηκαν από τις εγκαταστάσεις του οινοποιείου 28 παλέτες εμφιαλωμένου οίνου, συνολικής αξίας 111.510.000 δρχ., πράξη για την οποία η δεύτερη εναγομένη/εφεσίβλητη προέβη σε υποβολή εγκλήσεως κατά του συζύγου της. Ανεξαρτήτως δε του ότι ο τελευταίος, δυνάμει του με αριθμ. 225/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, απαλλάχθηκε των σε βάρος του κατηγοριών, και άλλοι πιστωτές της επιχείρησης κινήθηκαν δικαστικά εναντίον της, όπως η Εγνατία Τράπεζα, η οποία επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το κλείσιμο της πίστωσης του λογαριασμού δεν έλαβε χώρα υπό συνθήκες και κατά τρόπο που προσδίδουν στην άσκηση του δικαιώματος αυτού της πρώτης εφεσίβλητης, απορρέοντα από σχετικό συμβατικό όρο της σύμβασης, αλλά και από το νόμο, χαρακτήρα αντίθεσης και μάλιστα προφανούς, στα κριτήρια που υπαγορεύονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Το γεγονός ότι, μετά τα παραπάνω, η πιστοδότρια εταιρεία αποφάσισε, περιφρουρώντας τα περιουσιακά της στοιχεία, να κλείσει τη σύμβαση και να προχωρήσει στην έκδοση της κρίσιμης διαταγής πληρωμής, αποτελεί νόμιμο δικαίωμά της, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος ...".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο, ανεξαρτήτως της παραδοχής ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα από τη σύμβαση να κλείνει την πίστωση οποτεδήποτε χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου, ωστόσο στη συνέχεια έκρινε ότι τελικά η Τράπεζα έκλεισε την πίστωση αλληλόχρεου λογαριασμού όχι κάνοντας χρήση συμβατικού όρου, αλλά για σπουδαίο λόγο, όπως τα σχετικά περιστατικά εκτέθηκαν παραπάνω, και προκειμένου να περιφρουρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία, και ότι για το λόγο αυτό η άσκηση του ως άνω δικαιώματος δεν ήταν καταχρηστική.

Κατόπιν τούτου ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 11 και 20 πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ως προς αμφότερα τα μέρη του. Εξάλλου, η παραδοχή του Εφετείου ότι η εκ μέρους της πιστώτριας Τράπεζας καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και η εν συνεχεία έκδοση διαταγής πληρωμής δεν ήταν καταχρηστική, αλλά δικαιολογείτο, προκειμένου να περιφρουρήσει αυτή τα περιουσιακά της στοιχεία, καταδεικνύει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους αυτούς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, πλην όμως εμμέσως τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Κατά συνέπεια ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δέκατος λόγος ως προς το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, και οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεών της, ενόψει των περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ενόψει της έκρυθμης καταστάσεως στις σχέσεις μεταξύ εγγυητή και πιστούχου, της αφαιρέσεως σημαντικής ποσότητας εμπορευμάτων από την επιχείρηση και των δικαστικών ενεργειών εκ μέρους και άλλων πιστωτών σε βάρος τους, η πρώτη αναιρεσίβλητη, θέλοντας να περιφρουρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία, προχώρησε στο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας να ερευνήσει, αν η πιστώτρια Τράπεζα γνώριζε ότι ο αναιρεσίων ήταν ο πραγματικός διαχειριστής της επιχειρήσεως του οινοποιείου, αν ζήτησε και από τον ίδιο την παροχή πλασματικού ενεχύρου για την υπάρχουσα στην επιχείρηση ποσότητα οίνου ή την παροχή άλλης πρόσθετης εξασφαλίσεως, ούτε περαιτέρω, αν η επιχείρηση μπορούσε να λειτουργήσει με οποιοδήποτε τρόπο μετά την αντιδικία, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί για το ύψος και το είδος των χρεών της επιχειρήσεως προς τρίτους, ούτε τέλος ήταν υποχρεωμένη να επιδιώξει την εγγραφή πρόσθετης προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο της επιχειρήσεως ή να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της.

Τέλος, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι δεν προέκυψε επιγενόμενη αδυναμία της πιστούχου να ικανοποιήσει την πιστώτρια Τράπεζα, ως λόγου απορρίψεως της ενστάσεως ελευθερώσεως που είχε προτείνει ο αναιρεσείων και επανέφερε με λόγο εφέσεως, και της παραδοχής ότι οι εντονότατες αντιδικίες της δεύτερης εναγομένης με το σύζυγό της καθιστούσαν προβληματική τη λειτουργία του οινοποιείου και αβέβαιη την ικανοποίηση της απαίτησης της πρώτης εναγομένης, γεγονός που σε συνδυασμό με τις δικαστικές ενέργειες τρίτων κατά της επιχειρήσεως την οδήγησε στην απόφαση να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.

Κατόπιν τούτου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ όγδοος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Συναφώς προς τα ανωτέρω είναι αβάσιμος και ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το 225/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το να δεχθεί ότι το βούλευμα αυτό αποφάνθηκε για κλοπή εμπορευμάτων του οινοποιείου, κατόπιν εγκλήσεως της συζύγου του πριν την καταγγελία της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και ότι η αξία των εμπορευμάτων αυτών ανερχόταν στο ποσόν των 111.510.000 δρχ., ενώ το αληθές είναι ότι το βούλευμα αυτό δέχθηκε πως δεν υπήρξε κλοπή αλλά μεταφορά εμπορευμάτων, η αξία των οποίων ανερχόταν μεταξύ 21.492.000 δρχ.

και 44.775.000 δρχ., ενώ και η σχετική έγκληση της δεύτερης αναιρεσίβλητης υποβλήθηκε μετά την καταγγελία της συμβάσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι λόγοι που οδήγησαν την πρώτη αναιρεσίβλητη στην ως άνω καταγγελία ήσαν η αφαίρεση από τις εγκαταστάσεις του οινοποιείου 28 παλετών εμφιαλωμένου οίνου, για την οποία υπήρξε έγκληση εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, χωρίς να προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος υποβολής της, σε συνδυασμό με την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της επιχειρήσεως του οινοποιείου από την Εγνατία Τράπεζα και χωρίς να αποκρύπτεται το γεγονός ότι το βούλευμα αυτό ήταν απαλλακτικό για τον αναιρεσείοντα.

Κατά συνέπεια δεν υπήρξε παραμόρφωση του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, αλλά το περιεχόμενό του συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος αυτού ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4, 6 παρ. 1, 5 και 6, 7 παρ. 1 και 2 ν. 2251/1994 και κατ’ επέκταση του άρθρου 281 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών, που τις χρησιμοποιεί για επαγγελματική χρήση, αλλά και ο εγγυητής τραπεζικής πίστωσης και σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού δεν είναι καταναλωτής, και συνεπώς δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του ν. 2251/1994 και ότι η ρήτρα που περιέχεται στην ένδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού για αναιτιώδη και οποτεδήποτε καταγγελία τούτου είναι έγκυρη.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την αγωγή του επικαλέσθηκε, ως μία από τις βάσεις των αγωγικών του αξιώσεων, την ακυρότητα του όρου που περιέχεται στην ένδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού για αναιτιώδη και οποτεδήποτε καταγγελία τούτου εκ μέρους της πιστώτριας Τράπεζας, πλην όμως με την 368/2011 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, καθό μέρος ο ενάγων επικαλείτο παράβαση των διατάξεων του ν. 2251/1994, ως μη έχων την ιδιότητα του καταναλωτή.

Με την από 29-3-2013 έφεσή του ο αναιρεσείων στρεφόταν μόνο κατά της 17/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι όμως και κατά της εν μέρει οριστικής αποφάσεως που είχε απορρίψει την ως άνω νομική βάση, ούτε δε περιέλαβε λόγο εφέσεως για την απορριπτική αυτή διάταξη. Εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση είναι αλυσιτελής, εφόσον το Εφετείο, όπως εκτέθηκε παραπάνω, στήριξε την απορριπτική του κρίση όχι στην εγκυρότητα του σχετικού όρου της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά στην ύπαρξη σπουδαίου λόγου, για τον οποίο και κατάγγειλε τη σύμβαση η πρώτη αναιρεσίβλητη.

Με τον χαρακτηριζόμενο ως Ι’ στην αίτηση αναιρέσεως ένατο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως, για αυτόβουλη διόρθωση εκ μέρους του δικηγόρου της πρώτης αναιρεσίβλητης του αριθμού της αρχικής συμβάσεως στην 1499/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας των άρθρων 315 επ.

ΚΠολΔ, γεγονός που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού καθιστούσε άκυρη, λόγω πλαστότητας του τίτλου, την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης ποσού 70.000.000 δρχ. επί της ψιλής κυριότητας του ακινήτου, που ανήκε στο ανήλικο τέκνο του, παρά το ότι προσκόμισε αυτός και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού επικυρωμένο αντίγραφο από το πρωτότυπο της σχετικής αποφάσεως, το οποίο και δεν ελήφθη υπόψη.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, ... το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου εξέδωσε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την υπ’ αριθμ. 1499/8-11-2000 απόφασή του, με την οποία παρέσχε άδεια εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης για την μνησθείσα αιτία επί της ψιλής κυριότητας του εν λόγω ακινήτου του ανηλίκου μέχρι του ποσού των 70.000.000 δρχ.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής ανεγράφη εσφαλμένως ως αριθμός της αρχικής συμβάσεως ο αριθμός .../3-11-2000 αντί του ορθού ...11-7-2000. Η ως άνω εσφαλμένη αναγραφή οφείλεται σε προφανή παραδρομή, καθόσον, αφενός δεν καταρτίσθηκε κατά τον ανωτέρω χρόνο μεταξύ των συμβληθέντων τούτων άλλη σύμβαση με τον αριθμό αυτό (λανθασμένο), αφετέρου δε στην ως άνω σχετική αίτηση αναφερόταν ο ορθός, ως άνω, αριθμός της συμβάσεως (...11-7-2000), ενώ περαιτέρω και στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής γίνεται σαφής αναφορά περί καταρτίσεως της συμβάσεως αυτής την 11-7-2000, όπως έγινε δεκτό και από την υπ’ αριθμ. 367/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 6-10-2005 ...

έφεσης του Γ. Π. του Α., νομίμως εκπροσωπουμένου από τον νυν εκκαλούντα πατέρα του, κατά της υπ’ αριθμ. 37/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά της σε βάρος του επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως υπό της ... Τραπέζης με βάση την προεκτεθείσα διαταγή πληρωμής.

Εν συνεχεία δυνάμει αντιγράφου της ... αποφάσεως ... η ... πιστοδότρια Τράπεζα ενέγραψε στις 13-11-2000 ... στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου ... προσημείωση υποθήκης επί της ψιλής κυριότητας του ακινήτου τούτου του ανηλίκου για το ποσόν των 70.000.000 δρχ.". Η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εσφαλμένη αναγραφή του αριθμού της αρχικής συμβάσεως στο κείμενο της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με βάση την οποία έγινε εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για το ποσόν των 70.000.000 δρχ., οφείλεται σε προφανή παραδρομή, καταδεικνύει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αφενός μεν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί πλαστότητας της αποφάσεως ως προς αυτό το στοιχείο, τον οποίο ωστόσο εμμέσως απέρριψε ως αβάσιμο, αφετέρου δε το έγγραφο που προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού.

Κατόπιν τούτου ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα μέρη του.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον χαρακτηριζόμενο ως Κ’ στην αίτηση αναιρέσεως δέκατο λόγο κατά το πρώτο μέρος του ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. 367/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, με το να δεχθεί ότι και η απόφαση αυτή, όπως και η προσβαλλομένη, δέχθηκε ότι η ενέργεια της πιστώτριας Τράπεζας να κλείσει τη σύμβαση και να προχωρήσει στην έκδοση διαταγής πληρωμής αποτελούσε νόμιμο δικαίωμά της συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και δεν συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος, ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου γίνεται δεκτό ότι η πιστοδότρια Τράπεζα κατάγγειλε τη σύμβαση λόγω μη εκπληρώσεως από την πιστούχο, τέως σύζυγο του αναιρεσείοντος και μητέρα του ανακόπτοντος ανηλίκου, των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τη σύμβαση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον και οι δύο αποφάσεις δέχθηκαν ότι η πιστώτρια Τράπεζα νομίμως κατάγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, και συνεπώς δεν υπήρξε παραμόρφωση εγγράφου, απλώς η προσβαλλομένη έκρινε στη συνέχεια ότι η καταγγελία αυτή δεν ήταν καταχρηστική, προκειμένου να απορρίψει τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος.

Με τον χαρακτηριζόμενο ως Μ’ στην αίτηση αναιρέσεως δωδέκατο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, και σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη, διάφορα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα:

α) όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την κατάσχεση (περιλήψεις αναγκαστικής κατάσχεσης και επαναληπτικής κατασχετήριας έκθεσης) της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οινοποιείου, από τα οποία προέκυπτε η πλήρης εμπράγματη και ενοχική εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας Τράπεζας από την αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων, β) την 5079/2001 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το .../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μπέη - Λίρμαν και τον .../2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου ...

Π. Τ., από τα οποία προέκυπτε ότι η αξίωση της ... Τράπεζας δεν ήταν σε βάρος του αλλά σε βάρος της συζύγου του και ότι η αξίωσή της αυτή ήταν εξασφαλισμένη με υποθήκη σε ακίνητό της, ενώ στον πίνακα κατατάξεως των δανειστών της επιχειρήσεως εμφανίσθηκαν, πλην της πιστώτριας Τράπεζας, μόνο το Ι.Κ.Α. και ένας μικροπαραγωγός σταφυλιών, από τα οποία προέκυπτε η έλλειψη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού, και γ) έντεκα (11) εντάλματα πληρωμής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τη δεύτερη τούτων, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και μόνο για σπουδαίο λόγο θα μπορούσε να καταγγελθεί.

Ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγος κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, όπως αυτό εκτέθηκε παραπάνω κατά την έρευνα των προηγουμένων λόγων, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Με τον χαρακτηριζόμενο ως Ν’ στην αίτηση αναιρέσεως δέκατο τρίτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστο τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς τον τρόπο και τη διαδικασία δανειοδοτήσεως του Β.

Σ., προκειμένου να συμμετάσχει και να υπερθεματίσει αυτός στον πλειστηριασμό της επιχειρήσεως του οινοποιείου, και ο οποίος ισχυρισμός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τυχόν αποδοχή του θα καθιστούσε άκυρη την καταγγελία της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού. Περαιτέρω, επικαλείται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η συμπεριφορά της πιστώτριας Τράπεζας προς αυτόν μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, σε σύγκριση με αυτήν που επέδειξε προς το Β.

Σ., τον οποίο προέτρεψε και χρηματοδότησε, ενώ δεν είχε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να συμμετάσχει και να υπερθεματίσει στη διαδικασία πλειστηριασμού της επιχειρήσεώς του, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 919 ΑΚ. Τέλος, με τον χαρακτηριζόμενο ως Ξ’ στην αίτηση αναιρέσεως δέκατο τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι σε κάθε περίπτωση το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, αφού με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν αποφάνθηκε για το ποια ήσαν τα κίνητρα των τραπεζικών υπαλλήλων και εκπροσώπων τη πιστώτριας Τράπεζας στο ζήτημα της καταγγελίας της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και αν υπήρχαν άλλες εναλλακτικές λύσεις για τη διαχείριση του χρέους, ούτε αν τέτοιου είδους συμπεριφορές συμβιβάζονται με το κοινό περί δικαίου αίσθημα και την κοινωνική ηθική.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τα ζητήματα αυτά δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Η πιστοδότρια Τράπεζα ... μόλις διαφάνηκαν δυσχέρειες στη λειτουργία της επιχείρησης ... προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως, σε αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής και ακολούθως σε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης. ...

Στη συνέχεια κατέσχεσε αναγκαστικά την επικαρπία του ανωτέρω ακινήτου, η οποία μετά από αναγκαστικό πλειστηριασμό περιήλθε στην ίδια που υπερθεμάτισε, ενώ ... κατασχέθηκε και η ψιλή κυριότητα επί του ακινήτου ... και τα κινητά πράγματα που αποτελούν τον μηχανολογικό εξοπλισμό του οινοποιείου. Μεσεγγυούχος αυτών ορίστηκε αρχικά η οφειλέτιδα Α.

Π., ακολούθως ο Δ. Π. και τελικά ... μετά από αίτηση της πρώτης εναγομένης ο Β. Σ.. Ο πλειστηριασμός της ψιλής κυριότητας του ως άνω ακινήτου είχε ορισθεί να γίνει στις 9-4-2008 ... Ενόψει του γεγονότος αυτού, υπάλληλοι του καταστήματος της πρώτης εναγομένης προέτρεψαν τον Β. Σ. να δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα, να συμμετάσχει στους πλειστηριασμούς και να αποκτήσει έτσι έτοιμο οινοποιείο, το οποίο μπορούσε αμέσως να λειτουργήσει, ενώ η πρώτη εναγομένη είχε αποκτήσει προηγουμένως την επικαρπία του ακινήτου.

Για το σκοπό αυτό ο Β. Σ. και η πρώτη εναγομένη κατάρτισαν την με αριθμ. .../14-2-2002 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ύψους 10.000 ευρώ και με την με αριθμό .../1/19-4-2008 πράξη μεταβολής ύψους πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό συμφώνησαν σε αύξηση της πίστωσης ... από 10.000 σε 700.000 ευρώ. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες με τον Β.

Σ., ο οποίος άσκησε αγωγές κατ’ αυτής για αναγνώριση της ακυρότητας της συναφθείσης υπ’ αριθμ. .../14-2-2002 συμβάσεως πιστώσεως και των προσθέτων αυτής πράξεων, λόγω νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων, με τα οποία βαρυνόταν το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του γνώριζε η εναγομένη, οι οποίες απορρίφθηκαν τελεσιδίκως ...

Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι η πιστοδότρια Τράπεζα έκλεισε τον αλληλόχρεο λογαριασμό για τους προεκτεθέντες λόγους ... δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά ούτε και αυτήν του άρθρου 914 ΑΚ, και επομένως δεν γεννά αξίωση αποζημίωσης κατά (ενν. υπέρ) του ενάγοντος εγγυητή της σύμβασης.

Όμως, ούτε το ότι εκείνη χορήγησε δάνειο στο Β. Σ. για να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό του ακινήτου του υιού του ενάγοντος αντίκειται στα χρηστά ήθη, αφού η χορήγηση ή μη δανείου απόκειται στη διακριτική ευχέρεια κάθε πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο για να προβεί στη χορήγηση αυτού ερευνά την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη, η δε θετική στάση του δεν αντανακλάται αρνητικώς στα συμφέροντα του τρίτου και εν προκειμένω του ενάγοντος, μεταξύ της σύμβασης του οποίου και αυτής του Β.

Σ. δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, ούτως ώστε να θεμελιώνεται αξίωση του τρίτου, που θεωρεί ότι εμμέσως ζημιώνεται από την επιλογή του δανειστή, για αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ ...". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, με τον οποίο εξέφραζε τα παράπονά του για τη σιωπηρή απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ισχυρισμού του για κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ή της αναλογικότητας.

Από τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω καθίσταται προφανές ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε στο σύνολό του, δεν άφησε δε αδίκαστο αίτημά του, εφόσον τα ίδια περιστατικά επικαλέσθηκε αυτός για την παραβίαση της αρχής τόσο της αναλογικότητας όσο και της ίσης μεταχειρίσεως.

Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο σχετικά με το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού του αναιρεσείοντος και τον τρόπο δανειοδοτήσεως του Β. Σ., προκειμένου να συμμετάσχει αυτός στον πλειστηριασμό του ακινήτου του ανηλίκου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 919 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έκρινε ότι δεν ήσαν εφαρμοστέες, ενόψει των περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, εφόσον η χορήγηση ή μη δανείου απόκειται στη διακριτική ευχέρεια κάθε πιστωτικού ιδρύματος και δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο χορηγήσεων, στον αναιρεσείοντα και στο Β. Σ., δεν τίθεται συνακόλουθα ζήτημα ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και αυτές των άρθρων 20, 21 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν. 3671/2008.

Κατόπιν τούτου ο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ ως προς το πρώτο μέρος και από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ως προς το δεύτερο μέρος δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του, ενώ για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν κατά την έρευνα του ογδόου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δέκατος τέταρτος λόγος.

Τέλος, με τον προγενέστερο (δωδέκατο) λόγο κατά το τελευταίο μέρος του ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη σειρά όλη εγγράφων, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε και αφορούν αφενός μεν τη δανειοδότηση τρίτου, του Β. Σ., από την πιστώτρια Τράπεζα κατά την ημέρα πλειστηριασμού του ακινήτου του οινοποιείου, έτσι ώστε να περιέλθει σ’ αυτόν η επιχείρηση, αφετέρου δε τη ρύθμιση των χρεών του κατά σκανδαλώδη τρόπο, και από τα οποία προέκυπτε η εκ μέρους της πιστώτριας Τράπεζας κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας.

Ο ως άνω λόγος και κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, όπως αυτό εκτέθηκε παραπάνω κατά την έρευνα του δέκατου τρίτου λόγου, στο οποίο μάλιστα γίνεται ρητή μνεία της υπ’ αριθμ. .../2003 αυξητικής συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού υπέρ Β.

Σ., δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Κατόπιν τούτου ο δωδέκατος λόγος και ως προς το μέρος αυτό είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Α. Δ. Π. για αναίρεση της 2916/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ