Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on adverse possession and legal interest requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the plaintiff's claim for ownership of abandoned property. The plaintiff argued that the state's possession since 1982 constituted adverse possession, while the state contended the claim was time-barred and lacked legal interest. The court rejected the appeal, ruling that the lower court correctly found the property was never state-owned and that the plaintiff had not lost possession, thereby invalidating the state's arguments on adverse possession and legal interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1048, 1049, 1033 of the Civil Code; Article 34 of Law 1539/1938; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: The court must independently verify legal interest, and an appeal based on the lower court's failure to dismiss a claim as inadmissible due to prescription is unfounded if the factual premises regarding possession and ownership status are correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 648/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ξανθή Μπασάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Έ. χήρας Π. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο-Δημήτριο Κρεμμύδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4298/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 741/2014 του Εφετείου Πειραιά.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον, με την από 14-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 29-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1045 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη, δηλονότι όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, και με νόμιμο ή έστω και νομιζόμενο τίτλο, εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του, πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία) και αφετέρου ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).
Η χρησικτησία διακόπτεται είτε με την απώλεια της νομής (άρθρο 1048 ΑΚ), είτε με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου (άρθρο 1049 ΑΚ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 του ίδιου Κώδικα, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η συμφωνία δε αυτή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Εξάλλου, στο άρθρο 34 του α.ν. 1539/1938 ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής: "1...2.Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ’ αυτών ουδέ δι’ αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ’ αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου συντασσομένου υφ’ ενός δημοσίου υπαλλήλου λαμβάνοντος προς τούτο ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διεύθυνσις δημοσίων κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.
Εφ’ όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου επιμελεία της Διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.
Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται κατ’ αίτησιν αυτού κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου... 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου το δικαίωμα κυριότητος αποσβένυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον".
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη νήσο Ύδρα, εντός του παραδοσιακού οικισμού, στην ειδικότερη θέση "...", έχει εμβαδόν 337,46 τ.μ,... αποτελεί δε το νότιο τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου συνολικού εμβαδού 871 τ.μ (και κατά νεότερη καταμέτρηση 912,39 τ.μ), το οποίο η ενάγουσα αγόρασε από τον Κ.
Γ. το έτος 1981 δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1981 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογραφούντος Γραμματέα της Ελληνικής Πρεσβείας στη Βέρνη Ελβετίας, Ι. Θ. του Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα... Ο ως άνω πωλητής είχε αγοράσει το ανωτέρω οικόπεδο από την Ε. συζ. Θ. Κ., το γένος Δ. Κ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1962 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαγιάννη, νομίμως μεταγεγραμμένου...
Η προαναφερόμενη πωλήτρια Ε. Κ. είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο από τον Ν. Α. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1927 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τσέλιου, νομίμως μεταγεγραμμένου ... Ο ρηθείς Ν. Α. είχε αποκτήσει το ακίνητο από κληρονομιά του αδελφού του Δ. στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1898 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγ.
Γενοβέλη μετά από κληρονομιά των γονέων τους Γ. Α. και Κ. Α. το γένος Θ., στην οποία είχε περιέλθει με το .../1890 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Πέππα κατόπιν αγοράς από τον αδελφό της Θ. Θ.. Στο εν λόγω μείζον ακίνητο και περί το μέσον αυτού υπήρχε παλαιά ερειπωμένη οικία, η οποία προϊόντος του χρόνου κατεδαφίστηκε, με αποτέλεσμα το ακίνητο ήδη από το έτος 1962 που μεταβιβάσθηκε στον Κ.
Γ. να παρουσιάζει μορφή ακάλυπτου οικοπέδου μέσα στο οποίο υπάρχουν λιγοστά ερείπια, όπως πέτρινα σκαλοπάτια εισόδου και πέτρινη καμάρα που προφανώς αποτελούσε την είσοδο της παλαιάς οικίας. Ο προαναφερόμενος Κ. Γ., μετά την αγορά του όλου ακινήτου το έτος 1962, παρέλαβε αυτό στην κατοχή του έχοντας νόμιμο τίτλο και καλή πίστη καθόσον όχι από βαριά αμέλεια πίστευε ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού και έκτοτε έως την πώλησή του στην ενάγουσα άσκησε επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως αστικού ακινήτου πράξεις νομής.
Ειδικότερα, επισκεπτόταν και επέβλεπε αυτό, προσέλαβε τον κάτοικο της περιοχής Β. Ρ. για να το επιβλέπει και να το καθαρίζει από αυτοφυή φυτά και απορρίμματα που πετούσαν σε αυτό οι περίοικοι, επισκεύασε τμήμα παλαιού μανδρότοιχου στο νότιο τμήμα αυτού προς την εκεί υπάρχουσα κλιμακωτή οδό και κατασκεύασε τοιχείο αντιστήριξης χωμάτων καθέτως προς τον προαναφερόμενο μανδρότοιχο, το οποίο ξεκινούσε από το νότιο τμήμα και είχε κατεύθυνση από νότο προς βορά, δηλαδή παράλληλα προς την ανατολική πλευρά του ακινήτου.
Επίσης, προέβη σε επιμετρήσεις αυτού, ανέθεσε στον μεσίτη Σ. Κ. την πώλησή του και διαπραγματεύτηκε με τρίτους την πώλησή του. Μεταξύ των υποψήφιων αγοραστών ήταν και ο κάτοικος γειτονικού ακινήτου Θ. Κ., συνταξιούχος ταγματάρχης της Χωροφυλακής (βλ. την από 12-5-1981 επιστολή του προς τον Γ.), ο οποίος μετά την πώληση του ακινήτου στην ενάγουσα, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς την από 24-8-1981 αναφορά του ισχυριζόμενος ότι στο συμβόλαιο μεταβιβάσεως από τον Κ.
Γ. προς την Ε. Γ. αναγράφονται όρια και έκταση διαφορετικά από αυτά της προκατόχου Ε. Κ., ότι τμήμα του ακινήτου φέρεται να έχει μεταβιβασθεί με πωλητήριο συμβόλαιο από I. Κ. Γ. Γ. και ότι φοβάται πως ο οποιοσδήποτε αγοραστής, εάν οικοδομήσει, θα του κλείσει τη θέα προς το λιμάνι της Ύδρας. Κατόπιν τούτων διενεργήθηκε με εισαγγελική παραγγελία προανάκριση από το Α.Τ.
Ύδρας και έρευνα από τον επιθωρητή δημοσίων κτημάτων Γ. Κ.. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", το υπ’ αριθ. .../5-7-1982 Πρωτόκολλο Καταλήψεως θεωρώντας το επίδικο ως αδέσποτο ακίνητο της σχολάζουσας κληρονομιάς του φερόμενου αρχικού ιδιοκτήτη αυτού Τ.
Β. (ή Θ., όπως αναγράφεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια), που είχε από ετών αποβιώσει χωρίς να αφήσει κληρονόμους. Το ακίνητο στο οποίο αφορά το ρηθέν πρωτόκολλο καταλήψεως ταυτίζεται με το ήδη επίδικο και περιγράφεται στο εν λόγω πρωτόκολλο ως έχον έκταση 406,74 τμ και συνορεύον ανατολικώς με ιδιοκτησία Δ.
Δ., δυτικώς με ιδιοκτησία Ε. Δ., αρκτικώς με ιδιοκτησία Α. Θ. (δηλαδή την μετέπειτα ιδιοκτησία Γ.) και μεσημβρινώς με Ιερό Ναό .... Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα και στο βόρειο τμήμα του όλου ακινήτου, εμβαδού 164,48 τμ, με ..., θεωρώντας ότι και αυτό αποτελούσε σχολάζουσα κληρονομιά του Α. Λ.. Η ενάγουσα, που κατά τους θερινούς μήνες κατοικεί σε οικία παρακείμενη του επιδίκου, με την από 14-5-1983 αίτησή της προς τη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ζήτησε κατ’ άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938, την απόδοση σε αυτή των ανωτέρω δύο τμημάτων (βόρειου και νότιου).
Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων με την υπ’ αριθ. …/21-4-1984 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της απορρίψεως της ανωτέρω αιτήσεως με την αιτιολογία ότι η Ε. Κ. με το ρηθέν συμβόλαιο πώλησε στον Κ. Γ., κατά τα όριά του, μόνο το μεσαίο τμήμα του όλου ακινήτου, αυτό δηλαδή που κατελάμβανε η κατεδαφισθείσα οικία και που είχε εμβαδόν περίπου 300 τ.μ. , ενώ με το ίδιο συμβόλαιο πώλησε κατά τα μέτρα του το όλο ακίνητο δηλαδή και τα αμφισβητούμενα βόρειο και νότιο (ήδη επίδικο) τμήματα αυτού.
Η γνωμοδότηση αυτή έγινε δεκτή με την .../15-5-1984 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών. Η ενάγουσα με την από 31-7-1984 αίτησή της προς την Επιθεώρηση Δημοσίων Κτημάτων ζήτησε την επανεξέταση του ζητήματος. Η αίτηση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το βόρειο τμήμα του ακινήτου, το οποίο στο μεταξύ είχε καταλάβει ο όμορος προς βορρά ιδιοκτήτης Κ., κατά του οποίου η ενάγουσα είχε ασκήσει διεκδικητική αγωγή.
Με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../18-12-1987 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αναγνωρίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο στερείται δικαιωμάτων επί του βορείου και του μεσαίου τμήματος του εν λόγω ακινήτου σε αντίθεση με το (ήδη επίδικο) νότιο τμήμα, το οποίο κρίθηκε ότι ορθώς έχει καταχωρισθεί ως δημόσιο κτήμα. Παραλλήλως, όπως προαναφέρεται, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30-6-1983 διεκδικητική αγωγή κατά του ρηθέντος Κ.
Ν. με αίτημα να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του ως άνω βορείου τμήματος του όλου ακινήτου και να της αποδοθεί αυτό, αγωγή που έγινε δεκτή με την 361/1991 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η κατά της οποίας έφεση απερρίφθη με την 99/1992 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Επίσης, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως του ρηθέντος πρωτοκόλλου καταλήψεως αναφορικά με το επίδικο, η ενάγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αίγινας την από 23-7-1981 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των Γ.
και Σ. Γ. και πέτυχε την έκδοση προσωρινής διαταγής. Οι προαναφερόμενοι άσκησαν κατά της ήδη ενάγουσας την από 17-6-1985 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αίτημα να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του ως άνω νότιου τμήματος (εμβαδού 406,74 τ.μ.) του όλου οικοπέδου, το οποίο (τμήμα), αποτελεί το ήδη επίδικο, επικαλούμενοι το .../1981 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ανδρέα Χρονόπουλου άλλως τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Η αγωγή αυτή απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την 1566/1995 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η κατά της οποίας ασκηθείσα έφεση απερρίφθη κατ’ ουσίαν με την 529/1996 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Στη συνέχεια, το έτος 1997, η ενάγουσα με νέα αίτησή της προς τη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε τμήμα 75,46 τ.μ.
του επιδίκου, το οποίο αποτελούσε την είσοδο προς την ερειπωμένη οικία. Η εισήγηση επί της ανωτέρω αιτήσεως ήταν αρνητική. Τέλος, το έτος 2007 η ενάγουσα υπέβαλε προς την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς αίτηση θεραπείας με αίτημα να αναγνωρισθεί κυρία του ήδη επιδίκου και μετά τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, τεχνικής εκθέσεως και εκθέσεως ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πλήρως αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Κ. Γ., αγόρασε το έτος 1962 με το ρηθέν .../1962 συμβόλαιο, το όλο ακίνητο εμβαδού 871 τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση, που έγινε το έτος 1997, 912,39 τ.μ., καθόσον, όπως προαναφέρεται, στο συμβόλαιο αυτό το πωληθέν ακίνητο καλύπτει σε έκταση το όλο ως άνω ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ήδη επίδικο (βλ.
ειδικότερα την από 10-5-1982 έκθεση του Επιθεωρητή δημοσίων κτημάτων Γ. Κ., τη ρηθείσα υπ’ αριθ. ...1987 γνωμοδότηση του συμβουλίου δημοσίων κτημάτων και το από 9-9-2009 υπόμνημα του Θ. Κ. προς την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά). Ο Κ. Γ. κατέχοντας νόμιμο τίτλο (το ρηθέν συμβόλαιο νομίμως μεταγεγραμμένο) νεμήθηκε το όλο ακίνητο με καλή πίστη, πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια, καθόσον ουδείς τον ενόχλησε περί του αντιθέτου, ότι έγινε κύριος του όλου, ως άνω, ακινήτου.
Ειδικότερα, άσκησε επ’ αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, με συνέπεια μετά πάροδο δεκαετίας, ήτοι το έτος 1972, να καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (άρθρα 974, 1041, 1042, 1043 ΑΚ). Ακολούθως, συνέχισε να νέμεται αυτό με τα ίδια προσόντα αδιαλείπτως έως το έτος 1981 που το πώλησε στην ενάγουσα.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από το έτος 1981 που αγόρασε το όλο ακίνητο, με το ρηθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο, νεμήθηκε αυτό με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έγινε κυρία αυτού και ασκώντας επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως αστικού ακινήτου πράξεις νομής.
Ειδικότερα, άσκησε τα προαναφερόμενα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών αρχών για να προστατεύσει την ιδιοκτησία της από καταπατήσεις τρίτων, απευθύνθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο επικαλούμενη τον τίτλο κτήσεώς της ώστε να της αποδοθούν τα φερόμενα ως καταληφθέντα με τα ρηθέντα πρωτόκολλα τμήματα του όλου ακινήτου της, στα οποία περιλαμβάνεται το ήδη επίδικο, υπέβαλε ενώπιον των αρμοδίων αρχών αιτήσεις περιτοιχίσεως του ακινήτου της και ειδικότερα, το έτος 1981 αιτήθηκε σχετική άδεια από την 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και την Πολεοδομία Πειραιώς, την οποία και έλαβε (βλ.
το υπ’ αριθ. πρωτ. .../1981 έγγραφο της 1ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και την .../1981 άδεια της Πολεοδομίας Πειραιώς), το έτος 1982 αιτήθηκε όμοια άδεια , την οποία και έλαβε (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. ...1982 έγγραφο της ως άνω Εφορίας) και το έτος 1993 ζήτησε και έλαβε άδεια από την Πολεοδομία Πειραιώς για καθαρισμό του οικοπέδου της (βλ.
το υπ’ αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας). Ουδέποτε εγκατέλειψε το ακίνητό της αλλ’ απέκρουσε με κάθε νόμιμο μέσο κάθε πράξη αμφισβητήσεως της επ’ αυτού κυριότητάς της, απευθυνόμενη στις ως άνω αρμόδιες αρχές για να της αποδοθεί το αναφερόμενο στο ... πρωτόκολλο ως καταληφθέν, καθαιρώντας την ενδεικτική πινακίδα που το εναγόμενο τοποθέτησε επ’ αυτού μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου και ασκώντας κατά τρίτων καταπατητών τις προαναφερόμενες αγωγές και αιτήσεις, οι δε πράξεις αυτές ασκήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και έτσι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ήδη από το έτος 1982 προσμετρώντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου της.
Η έκδοση του ως άνω πρωτοκόλλου, μεταγραφή του οποίου, εξάλλου, στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Ύδρας δεν αποδεικνύεται, δεν συνιστά από μόνη της υλική και εμφανή πράξη καταλήψεως του επιδίκου εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ώστε να συμπληρωθεί έκτοτε και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής η εικοσαετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας, καθόσον το εναγόμενο πέραν της εκδόσεως του ρηθέντος πρωτοκόλλου και της καταγραφής του επιδίκου στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων δεν άσκησε επ’ αυτού καμία διακατοχική πράξη.
Αντιθέτως η ενάγουσα δεν έπαψε να εμφανίζεται ως κυρία αυτού ενώπιον των αρμοδίων αρχών ασκώντας, με τους προαναφερόμενους τρόπους, όλα τα δικαιώματά της για την προστασία της κυριότητάς της. Επομένως, απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κρίνεται η από το εναγόμενο προταθείσα στον πρώτο βαθμό και απορριφθείσα ένσταση παραγραφής εκ του άρθρου 249 ΑΚ που νομίμως επαναφέρει το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο εφέσεως.
Όσα περαιτέρω ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον ίδιο λόγο εφέσεως περί του ότι η χρησικτησία έπρεπε να έχει συμπληρωθεί έως την 11-9-1915 επικαλούμενο το άρθρο 4 του Ν. 1539/1938 αλυσιτελώς προβάλλονται διότι το επίδικο δεν ήταν εξαρχής δημόσιο κτήμα ώστε να εφαρμοστεί η ανωτέρω διάταξη αλλά ιδιωτικό που το εναγόμενο θεώρησε αδέσποτο ως ανήκον σε σχολάζουσα κληρονομία.
Σημειώνεται εδώ ότι ουδέποτε βεβαιώθηκε δικαστικώς ότι το επίδικο ανήκε σε σχολάζουσα κληρονομία και ότι δεν υπήρχε άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις όσον αφορά τον πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, αλλά και τον χαρακτηρισμό του ως εγκαταλελειμμένου παρά του ιδιοκτήτη του ακινήτου, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή προσδίδοντας σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος καθόσον αφορά την αιτίαση παραβίασης τόσο της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, η οποία αφορά την δυνατότητα απόκτησης κυριότητας και επί δημοσίου κτήματος με χρησικτησία, όσο και τις διατάξεις των άρθρων 984, 987 και 989 ΑΚ είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι, ως προς μεν την πρώτη, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επίδικη έκταση ήταν ιδιωτική και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, ως προς δε τις λοιπές, διότι αυτές αναφέρονται αντίστοιχα σε προσβολή της νομής και σε δικαίωμα του νομέα που παράνομα αποβλήθηκε από τη νομή του ή διαταράχθηκε, να αξιώσει την απόδοσή της σ’ εκείνον ή την παύση της διατάραξης και την παράλειψή της στο μέλλον και δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, όπως εν προκειμένω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 532 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψή του δε συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (ΑΠ 1326/2008). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους ανωτέρω άρθρο και αριθμό αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκησή της, λόγω της επελθούσας παραγραφής της αξίωσής της κατ’ άρθρο 1094 ΑΚ, η οποία άρχισε με την από το αναιρεσείον κατάληψη του επιδίκου (1982) και τη συμπλήρωση εικοσαετίας (2002) πολύ πριν από την άσκηση της από 17-7-2008 αγωγής της. Σύμφωνα όμως με τις αναιρετικά ανέλεγκτες εκτενείς παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ουδέποτε απώλεσε τη νομή της επί του επιδίκου και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-1-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 741/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ