Legislator Case Law & Legislation
648/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal for improper collegial composition of the bench.

Case Number 648/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The Court of Appeal had incorrectly tried the case under a three-judge panel instead of the required five-judge panel, violating the specific jurisdictional rules for construction disputes. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's rulings and remanded the case for retrial under the correct five-judge composition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A judgment rendered by a collegial body composed contrary to the law is voidable, and the appeal must be allowed to correct the defect in collegial composition.

Keywords

AI generated
improper collegial composition construction contract dispute Code of Civil Procedure annulment of judgment remand for retrial jurisdictional defect five-judge panel

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 13, Section 2 of Law 1418/1984
Article 561, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189, Section 1, 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 648 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 648/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Παναγιώτα Παπαναστασοπούλου.

Της αναιρεσιβλήτου: Κοινοπραξίας "ΠΥΛΩΝ Α.Ε - Π. ΒΑΡΕΛΑΣ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αφροδίτη Γούγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Οκτωβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού 5223/2007 μη οριστική υπό πενταμελή σύνθεση και 2916/2008 οριστική υπό τριμελή σύνθεση. Την αναίρεση των δύο ως άνω απόφασεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2916/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 16.687,63 ευρώ. Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2916/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπό τριμελή σύνθεση, που δέχθηκε εν μέρει την από 7.10.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 16.687,63 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλόμενης αμοιβής της από την εκτέλεση του έργου που εκτέλεσε για λογαριασμό της αντιδίκου της, και επίσης να της αποδώσει την εγγυητική επιστολή που της είχε καταθέσει προς εξασφάλιση της προκαταβολής που έλαβε απ' αυτή έναντι της αμοιβής της.

Με τη αίτηση αναίρεσης ρητά συμπροσβάλλεται και η υπ' αριθ. 5223/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπό πενταμελή σύνθεση, με την οποία διατάχθηκε ως προς την άνω αγωγή η επανάληψη της συζήτησής της προκειμένου αυτή, η οποία εσφαλμένα κατά την εν λόγω απόφαση είχε εισαχθεί στην πενταμελή σύνθεση του Εφετείου, να εισαγόταν πλέον στην τριμελή σύνθεση του ίδιου Δικαστηρίου, ώστε να μην υπήρχε κακή συγκρότησή του.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Με τις διατάξεις των άρθρ. 8§1 και 94§2 του Συντάγματος ορίζεται αντίστοιχα ότι "κανείς δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος" και ότι "στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει".

Περαιτέρω ορίζεται με την παράγραφο 1 του άρθρ. 43 του Συντάγματος ότι "ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων...", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της", ενώ "εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό".

Με τις διατάξεις αυτές του άρθρ.43§2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ' αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της , εφόσον το περιεχόμενό της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης.

Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2815/2004? ΟλΣτΕ 125/2009? ΟλΣτΕ 1210/2010? ΟλΣτΕ 1892/2010). Εξ άλλου με την παράγραφο 7 του άρθρ. 5 ν.2408/1996 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα εταιρεία, καθορίστηκε ο σκοπός της και ρυθμίστηκαν διάφορα θέματα της οργάνωσης και λειτουργίας της.

Ειδικότερα στο εδάφιο α' της παραγράφου αυτής, όπως το εδάφιο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρ. 21 § 5 εδ.α' ν. 2521/1997, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ιδρύεται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε., η οποία διέπεται από τον παρόντα νόμο και συμπληρωματικά από τον κ.ν.2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει. Η εταιρεία εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (ήδη από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατά το άρθρ. 7§1 του π.δ.189/2009) και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Επ' αυτής έχουν εφαρμογής οι διατάξεις των παραγράφων 8,9,12,13,14,15,17 και 19 του άρθρ. 5 ν.2229/1994.... Μέχρις εκδόσεως των κατά το άρθρ. 5§8 ν.2229/1994 κανονισμών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1418/1984, όπως ισχύει...". Με παραπομπή έτσι στο άρθρ. 13§2 του ν.1418/1984, αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές από τις συμβάσεις κατασκευής έργων, που εκτελούν τρίτοι για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, ορίσθηκε το Εφετείο της περιφέρειας, όπου εκτελείται το έργο και μάλιστα υπό πενταμελή σύνθεση, όπως αυτό προκύπτει από την παράγραφο 4 του άρθρ. 64 του ΕισΝΚΠολΔ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 111§1εδ.στ' ν.1756/1988.

Ωστόσο στη συνέχεια εκδόθηκε ο Κανονισμός Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (Κ.Α.Ε.Ε.) της αναιρεσείουσας, με το άρθρ. 46 του οποίου ορίσθηκε ότι κάθε διαφορά που ανακύπτει μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου επιλύεται από το Εφετείο Αθηνών κατά τους ορισμούς του ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την πόλη, νομό ή περιφέρεια που εκτελείται το έργο, κατά δε της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρ. 13 § 6 ν. 1418/1984.

Ο κανονισμός αυτός εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 117460 οικ/22.10.1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 970/31.10.1997) και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 24599/6.2.1998 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 114/12.2.1998). Απέκτησε έτσι ισχύ ουσιαστικού νόμου στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που κατά τα ανωτέρω παρασχέθηκε με το άρθρ. 5 § 7 εδ.α' ν. 2408/1996 σε συνδυασμό με την παράγραφο 8 του άρθρ. 5 ν. 2229/1994, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή.

Κατά τα οριζόμενα στην τελευταία αυτή παράγραφο, η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιρειών (πρόκειται για τις εταιρείες εκτέλεσης δημόσιων έργων), καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, σχετική με την ανάθεση μελετών, την εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών, εκτός εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα πλαίσια δε των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες Υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Όπως είναι σαφές, οι κανονισμοί αυτοί, στους οποίους παραπέμπει και το άρθρ. 5 § 7 εδ. α' ν. 2408/1996, μπορούν να ρυθμίζουν μόνον ειδικότερα θέματα σχετικά με τις διαδικασίες εκπόνησης των μελετών και εκτέλεσης των αναλαμβανόμενων έργων, όχι όμως και τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των σχετικών διαφορών, αφού είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική και δεν καλύπτεται ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα των παραπάνω διατάξεων.

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται τόσο από την προσθήκη νέου εδαφίου στην παράγραφο 8 του άρθρ. 5 ν. 2229/1994, που έγινε με το άρθρ. 7 § 1 ν. 2576/1999, σύμφωνα με το οποίο εδάφιο "με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών", όσο και από την προσθήκη νέου εδαφίου στο εδάφιο (ι') του άρθρ. 5 § 7 ν. 2408/1996, σύμφωνα με το οποίο νέο εδάφιο "με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 7 του άρθρ. 5 ν.2408/1996".

Για τη ρύθμιση δηλαδή της διαδικασίας δικαστικής επίλυσης των διαφορών από την εκτέλεση έργων της αναιρεσείουσας δεν αρκεί η έκδοση κανονισμού εγκρινόμενου με υπουργική απόφαση, αλλά απαιτείται η ρύθμιση να γίνεται με διάταξη νόμου, προεδρικό διάταγμα ή κανονισμό, εγκρινόμενο όμως με προεδρικό διάταγμα.

Συνεπώς η σχετική ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρ. 46 του Κ.Α.Ε.Ε. της αναιρεσείουσας, είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και ως εκ τούτου ανίσχυρη, ισχύει δε αντί γι' αυτή η αρχική ρύθμιση του άρθρ. 5§7εδ.α' ν.2408/1996, δηλαδή αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών είναι κατά το άρθρ. 13§2 ν.1418/1984 το Εφετείο του τόπου του εκτελούμενου έργου υπό πενταμελή σύνθεση και όχι αποκλειστικά το Εφετείο Αθηνών και μάλιστα υπό τριμελή σύνθεση, όπως θα ήταν αν η ρύθμιση του άρθρ. 46 του Κ.Α.Ε.Ε.

της αναιρεσείουσας καλυπτόταν από έγκυρη νομοθετική εξουσιοδότηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο υπό πενταμελή σύνθεση εισήχθη αρχικά να δικασθεί η ένδικη από 7.10.2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης, έκρινε με την υπ' αριθ. 5223/2007 απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ.561 § 2 ΚΠολΔ), ότι με βάσει το άρθρ. 46 του Κ.Α.Ε.Ε.

της αναιρεσείουσας δεν είχε συγκροτηθεί νομίμως και ότι αντίθετα θα έπρεπε να συγκροτηθεί υπό τριμελή σύνθεση, γι' αυτό και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο, υπό τριμελή πλέον σύνθεση, εξέδωσε την υπ' αριθ. 2916/ 2008 οριστική απόφασή του, αποδεχόμενο έμμεσα την κρίση της προηγηθείσας απόφασής του υπό πενταμελή σύνθεση, που όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, είναι εσφαλμένη.

Πρόκειται για σφάλμα κακής σύνθεσης και όχι έλλειψης καθ' ύλην αρμοδιότητας του Εφετείου να δικάσει την ένδικη αγωγή, δηλαδή για πλημμέλεια από τον αριθμό 2 και όχι 5 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα και προβάλλει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Όμως η κακή συγκρότηση του δικαστηρίου δεν σημαίνει και έλλειψη αρμοδιότητάς του να δικάσει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση υπό τη νόμιμη βέβαια σύνθεσή του και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενος ορθά ως λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του αυτού άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου λόγου πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες οριστική και μη οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο υπό πενταμελή όμως σύνθεση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2916/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπό τριμελή σύνθεση και την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5223/2007 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου υπό πενταμελή σύνθεση.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών υπό πενταμελή σύνθεση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν τις ως άνω αναιρούμενες αποφάσεις.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ