Legislator Case Law & Legislation
648/2010 AI generated

Supreme Court quashes appeal court decision for unclear fee calculation reasoning under Greek Civil Code and Decree 496/1974.

Case Number 648/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision regarding a technical engineer's fee calculation due to insufficient reasoning. The engineer argued that the lower court failed to apply the specific percentage formulas in Decree 496/1974 based on the project's budget and stages. The court ruled that the lower court's failure to explain how the statutory coefficients were applied to the approved budget rendered the decision legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681, 694 of the Civil Code; Decree 496/1974; Articles 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure: A judgment is voidable if the court fails to provide clear and sufficient reasoning for applying statutory fee calculation formulas, particularly when the basis (project budget) and method (coefficients) are not explicitly linked in the decision.

Keywords

AI generated
technical engineer fees Decree 496/1974 Civil Code contract insufficient reasoning remittal to lower court legal cost allocation project budget calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the Civil Code
Article 694 of the Civil Code
Decree 496/1974
Decree 515/1989
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 648 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 648/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Βαζάκα. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3733/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης κατά το μέρος που αναφέρονται σε πλημμέλειες ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρ. 681 του ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρ. 694 του ΑΚ) ή αν δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την τελευταία όπως αυτή καθορίζεται από το Π.Δ. 696/1974.

Με το τελευταίο αυτό διάταγμα, όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 59 του ΝΔ της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ", καθορίζονται τα κατώτατα όρια αμοιβών για την εκπόνηση μελετών και επιβλέψεων, μεταξύ άλλων και των συγκοινωνιακών έργων, στα οποία πραγματοποιούνται και τα έργα οδών και των τεχνικών έργων αυτών (άρθρ. 1§2 βα), σε ποσοστό επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των έργων, με βάση προβλεπόμενο τύπο.

Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, δηλαδή των εργασιών του, όπως εγκρίνεται από τον εργοδότη και με βάση την αναλυτική προσμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων στον χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.

Στο άρθρο 30 αναγράφονται οι κατηγορίες των τεχνικών έργων οδού και για τον καθορισμό της αμοιβής του μελετητή τα πάσης φύσεως τεχνικά έργα της οδού κατατάσσονται σε πέντε κατηγορίες. Κατά το άρθρο 32 η αμοιβή για τις εργασίες του μελετητή τεχνικών έργων οδού ορίζεται βάσει ποσοστών προϋπολογισμού σύμφωνα με τα άρθρ. 2, 3 και 4, κατά τα προεκτεθέντα, με μαθηματικό τύπο, οι συντελεστές του οποίου συναρτώνται και με την κατηγορία κάθε έργου.

Η κατανομή της αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 34, γίνεται κατά στάδια μελετητή τεχνικών έργων οδού και αυτά είναι α) η προκαταρκτική επεξεργασία και πραγμάτωση αναγκαιουσών έργων, β) η προμελέτη και γ) η οριστική μελέτη, η δε ολική αμοιβή μελέτης κατανέμεται κατά στάδια: για την προκαταρκτική εργασία 10%, για την προμελέτη 30% και για την οριστική μελέτη 60%.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Ο δε από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως που καταρτίσθηκε στην ... την 27-4-1995 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία είναι τεχνική εταιρεία που αναλαμβάνει την εκτέλεση δημοσίων έργων, η τελευταία ανέλαβε την εντός προθεσμίας 18 μηνών κατασκευή του έργου "ΚΟ 23/94 Οδός ...

μετά των κόμβων συνδέσεως με ... και ...". Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ανέλαβε την κατασκευή α) του τμήματος της Λ. ... που παρακάμπτει τους προαναφερθέντες οικισμούς, β) δύο κόμβων της εν λόγω Λεωφόρου και γ) των απαραίτητων έργων υποδομής. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως (άρθρ. 3 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων), η αναιρεσείουσα, στην οποία ως ανάδοχο του έργου παραδόθηκαν οι εγκεκριμένες οριστικές μελέτες οδοποιΐας και η προμελέτη των κόμβων, έπρεπε μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την υπογραφή, να συντάξει και να υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ, τις οριστικές μελέτες των κόμβων, τα κατασκευαστικά σχέδια και κάθε απαραίτητο συμπλήρωμα της μελέτης οδοποιίας με διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων κ.

λ. π. Επίσης η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να εκπονήσει χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή όλες τις μελέτες που χρειάζονται για να ολοκληρωθεί η κατασκευή του έργου έντεχνα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 8 της ανωτέρω Ε. Σ. Υ). Στα πλαίσια της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας εργολήπτριας εταιρείας για σύνταξη και υποβολή προς έγκριση των μελετών, αυτή έπρεπε να συμπράξει με μελετητή που συγκέντρωνε απαραίτητα προσόντα, γι' αυτό και απευθύνθηκε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός με μελετητικό πτυχίο Β' τάξης για την κατηγορία -8- των στατικών μελετών, και εμπειρία στη σύνταξη μελετών γεφυρών.

Με προφορική συμφωνία που συνήφθη τον Μάιο 1995 δια του νόμιμου εκπροσώπου της Ξ, του ανέθεσε να εκπονήσει τη μελέτη των τεχνικών (γεφυρών) Τ2, Τ3 και Τ4 στο πλαίσιο κατασκευής από την αναιρεσείουσα του τμήματος της Λεωφόρου ... και τον Σεπτέμβριο 1997 του ανέθεσε τη σύνταξη οριστικής μελέτης ενός οχετού 3,00χ 3,00 πλησίον του τεχνικού Τ4.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνηθέντων, ο αναιρεσίβλητος συνέταξε και υπέγραψε τις εν λόγω μελέτες οι οποίες αποτελούσαν νέες στατικές μελέτες που εκπονήθηκαν εξαρχής σύμφωνα με το Π.Δ. 696/1974. Για την εκπόνηση των μελετών αυτών, ο αναιρεσίβλητος αξιοποίησε και τα τεχνικά στοιχεία που του παρείχε το τμήμα των προμετρητών και επιμετρητών της αναιρεσείουσας και συνεργάσθηκε με τα μέλη του τμήματος αυτού που αποτελείτο από τους αγρονόμους τοπογράφους - μηχανικούς Φ, Θ, την πολιτικό μηχανικό Ζ και τη σχεδιάστρια - εργοδηγό ..., για την ταχύτερη υλοποίηση των διαδικασιών έγκρισης και εφαρμογής των στατικών μελετών.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, συνεχίζει το Εφετείο, ότι οι ανωτέρω στατικές μελέτες συντάχθηκαν από το τμήμα μελετών που αυτή διαθέτει με μόνιμο προσωπικό που αποτελείται από τους ανωτέρω αναφερθέντες και υπογράφηκαν μόνο από τον αναιρεσίβλητο κατά παράκλησή του προκειμένου να αναβαθμίσει το πτυχίο του ως μελετητής.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η αναιρεσείουσα είναι εργοληπτική εταιρεία με πτυχίο εργολήπτη Δημοσίων Έργων και δεν διάθετε μελετητικό πτυχίο, διότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (αρθρ. 3 Ν. 716/1977) την ιδιότητα του μελετητή Δημοσίων Έργων δεν μπορούν να αποκτήσουν οι κάτοχοι πτυχίου εργολήπτη Δημοσίων Έργων και οι καθ' οιονδήποτε τρόπο παρέχοντες τις υπηρεσίες τους σε αυτούς.

Για τον λόγο αυτό απευθύνθηκε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος διαθέτει το ανάλογο μελετητικό πτυχίο για τη σύνταξη των στατικών μελετών. Η αναιρεσείουσα ουδέποτε υπέβαλε στο ΥΠΕΧΩΔΕ έγγραφο που να αναφέρει ότι διαθέτει τμήμα μελετών ούτε εξάλλου ήταν υποχρεωμένη σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Από τους φερομένους ως μέλη του τμήματος μελετών της η μεν Ζ, πολιτικός - μηχανικός, δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία για την εκπόνησή τους, διότι μόλις είχε λάβει το πτυχίο της και περιοριζόταν σε σύνταξη και υπογραφή μελετών μικρών τεχνικών, οι δε Φ και Θ ορίσθηκαν και απασχολήθηκαν ως τεχνικός Δ/ντής του έργου ο πρώτος και ως επιβλέπων επί τόπου μηχανικός ο δεύτερος. 'Αλλωστε στους ανωτέρω, οι οποίοι είναι αγρονόμοι - τοπογράφοι μηχανικοί, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν. 716/1977, δεν μπορεί να χορηγηθεί πτυχίο μελετητικό για την κατηγορία - 8- των στατικών μελετών, διότι η βασική τους επιστημονική ειδικότητα δεν προσιδιάζει στην κατηγορία αυτή.

Ακόμη, από το υπ αριθ. πρωτ. 4866/1 9-1 -2001 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ προκύπτει με σαφήνεια α) ότι ο αναιρεσίβλητος είναι αυτός που συνέταξε και υπέγραψε τις στατικές μελέτες των τεχνικών Τ2, Τ3, Τ4 και του κιβωτοειδούς οχετού 3,00 χ 3,00, οι οποίες υποβλήθηκαν και εγκρίθηκαν με αποφάσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και β) ότι η συντάξασα και υπογράφουσα τη στατική μελέτη εφαρμογής πάσσαλο τοίχων ράμπας εξόδου τεχνικού Τ2 είναι η Ζ και συνεπώς, εφόσον αυτός δεν συνέταξε την τελευταία στατική μελέτη, δεν δικαιούται αμοιβή για τη σύνταξη αυτής.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 681 του ΑΚ, αφού με συνοπτική αλλά πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία έκρινε ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία τον Μάιο του 1995 προήλθε σε προφορική συμφωνία και "ανέθεσε (στον αναιρεσίβλητο) να εκπονήσει τις μελέτες των τεχνικών (γεφυρών) Τ2, Τ3, και Τ4 και τον Σεπτέμβριο 1997 του ανέθεσε τη σύνταξη της οριστικής μελέτης ενός οχετού 3,00Χ3,00 πλησίον του Τεχνικού Τ4".

Δέχθηκε δηλαδή σαφώς το Δικαστήριο της ουσίας, ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση μισθώσεως έργου με αντικείμενο την εκπόνηση των κατά τα άνω μελετών που ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει και στο οποίο απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, δεν είναι βάσιμος.

Κατά το μέρος δε που με τον αυτό λόγο αναιρέσεως αποδίδονται οι αιτιάσεις, α) υπό στοιχ. 2, ότι δεν εκπονήθηκε στατική μελέτη, αφού η μοναδική στατική μελέτη είχε παραδοθεί από τον κύριο του έργου (Ελληνικό Δημόσιο) στην αναιρεσείουσα ως ανάδοχο του έργου, β) υπό στοιχ. 3 και 4, ότι δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου αλλά η μεταξύ τους συνεργασία έφερε τον χαρακτήρα συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών και ο αναιρεσίβλητος μηχανικός δεν δικαιούται αμοιβής, αφού δεν πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ελεύθερος επαγγελματίας και ακόμη δεν είναι δικαιούχος της αμοιβής και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις και διορθώσεις της βασικής μελέτης έγιναν από τους μηχανικούς του γραφείου της αναιρεσείουσας, της οποίες αυτές απλώς υπέγραφε και γ) υπό στοιχ. 5, ότι δεν υπήρχε κώλυμα, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κτήσεως της ιδιότητας του μελετητή από το άρθρ. 7 του Π.Δ. 472/1985 για τους αγρονόμους τοπογράφους του γραφείου της αναιρεσείουσας Φ και Θ, διότι αυτοί δεν συνδέονταν με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (όπως όμως επισημαίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το προσήκον εν προκειμένω άρθρ. 3 του Π.Δ. 716/1977 αναφέρεται στους καθ' οιονδήποτε τρόπο παρέχοντες τις υπηρεσίες τους σε εργολήπτη Δημοσίων έργων) και πάντως δεν ίσχυε ο εν λόγω περιορισμός, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε ανάγκη σύνταξης νέας μελέτης, αφού αυτή είχε παραδοθεί έτοιμη από τον κύριο του έργου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων αποδίδονται πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων κι έτσι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, το Εφετείο κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι οι μελέτες που ανέλαβε την υποχρέωση σύμφωνα με τη σύμβαση και συνέταξε ο αναιρεσίβλητος, αποτελούν νέες στατικές μελέτες που εκπονήθηκαν εξ αρχής και ότι αυτές ήταν οι στατικές μελέτες των τεχνικών Τ2, Τ3 και Τ4 και το κιβωτοειδούς οχετού 3,00Χ3,00 πλησίον του Τεχνικού Τ4 (ουδαμού στη απόφαση αναφέρεται ότι το αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε με τους πασσαλότοιχους) οι οποίες υποβλήθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες και εγκρίθηκαν.

Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτό (υπό στοιχ. γ'-η') αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι περιέχει ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αναφέρεται ποιες μελέτες εκπόνησε, ποιά στάδια μελέτης εκτέλεσε και παρέδωσε, ποίο ήταν το αντικείμενο της μελέτης, αν ενήργησε ο ίδιος "εργαστηριακές μελέτες" σε δικό του μελετητικό γραφείο ως ελεύθερος επαγγελματίας, είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για ελλείψεις που αφορούν στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και ανάγονται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται περαιτέρω η αναιρετική πλημμέλεια, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών αφενός ότι η αναιρεσείουσα απευθύνθηκε στον αναιρεσίβλητο για την εκπόνηση των πιο πάνω μελετών, διότι είχε σχετική εμπειρία και γνώση, ενώ η απασχολούμενη στο γραφείο της πολιτικός μηχανικός Ζ εστερείτο τέτοιας εμπειρίας, διότι είχε μόλις λάβει το πτυχίο της και αφετέρου ότι η τελευταία συνέταξε και υπέγραψε τη μελέτη εφαρμογής πασσαλοτοίχου ράμπας εξόδου Τεχνικού Τ2 (που ο αναιρεσίβλητος είχε ισχυρισθεί με την αγωγή ότι αυτός εκπόνησε και τη μελέτη αυτή και ζητούσε την αντίστοιχη αμοιβή), ως εκ τούτου δε το γραφείο της αναιρεσείουσας και αν ακόμη, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι απασχολούμενοι σε αυτήν Φ και Θ δεν μπορούσαν λόγω των καθηκόντων τους (Τεχνικός Δ/ντης του έργου ο πρώτος και επιβλέπων επί τόπου μηχανικός ο δεύτερος) και της ειδικότητάς τους (τοπογράφοι μηχανικοί) να αποκτήσουν πτυχίο μελετητή για την κατηγορία -8- των στατικών μελετών, διέθετε πολιτικό μηχανικό μελετητή, δεν είναι βάσιμος, διότι, όπως διαλαμβάνεται στην απόφαση, η Ζ, λόγω της μικρής εμπειρίας της, αφού μόλις είχε λάβει το πτυχίο της, περιοριζόταν σε σύνταξη και υπογραφή μικρών τεχνικών.

Από τη διάταξη δε του άρθρ. 4 του Ν. 4663/1930 "περί ασκήσεως του επαγγέλματος του πολιτικού μηχανικού, αρχιτέκτονος και τοπογράφου", προκύπτει ότι η άσκηση του επαγγέλματος του τοπογράφου περιορίζεται σε καθαρώς τοπογραφικές εργασίες και μόνο περιορισμένα επί απλών οικοδομικών μελετών επιτρέπεται, κατά τη διάταξη του άρθρ. 7 του ίδιου νόμου, η άσκηση του επαγγέλματος του πολιτικού μηχανικού και στους τοπογράφους μηχανικούς.

Ούτε συνιστά αντιφατική αιτιολογία η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος εκπόνησε και συνέταξε της πιο πάνω στατικές μελέτες αξιοποιώντας και τα τεχνικά στοιχεία που παρείχε το τμήμα προμετρητών και επιμετρητών της αναιρεσείουσας και συνεργάσθηκε με τα μέλη του τμήματος αυτού για την ταχύτερη υλοποίηση των διαδικασιών έγκρισης και εφαρμογής των στατικών μελετών.

Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., υπό στοιχ. 2 α', β' , γ' και δ', λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω πλημμέλειες, δεν είναι βάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωρίς την αξιολόγηση του καθενός από αυτά ούτε να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Το δικαστήριο της ουσίας δεν αποκλείεται να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από το συγκεκριμένο αποδεικτικό αυτό μέσο και το αποδεικτικό του περιεχόμενο, καθώς και ο ισχυρισμός που θα αποδεικνυόταν από αυτό και ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό.

Εξάλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο πλήττεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ένα έγγραφο και με τον άλλο ότι παραμόρφωσε το ίδιο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, υπό στοιχ. Β', λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα, τα οποία αν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, δηλαδή ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται την αμοιβή που ζητούσε και του επιδικάσθηκε, διότι δεν συνήψε μαζί της σύμβαση έργου ούτε εκπόνησε και παρέδωσε τη μελέτη, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη, 1) την από 27-11-1995 σύμβασή της με το Ελληνικό Δημόσιο, 2) την ειδική συγγραφή υποχρεώσεων για το έργο, σύμφωνα με την οποία ήταν υποχρεωμένη να εκπονήσει χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, όλες τις μελέτες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του έργου, 3) αντίγραφο της εγκεκριμένης από τον Δεκέμβριο του 1994 τεχνικής περιγραφής του έργου, 4) την προκαταρκτική μελέτη τεχνικών έργων, 5) τη μελέτη εφαρμογής πασσαλοτοίχου ράμπας εξόδου Τεχνικού Τ2 της Ζ, 6) τις από 8-2-1996 τροποποιήσεις της μελέτης για τα τεχνικά Τ2, Τ3, και Τ4, 7) τους ιδιόχειρους συγκριτικούς προϋπολογισμούς των γεφυρών Τ2, Τ3, και Τ4 της Ζ, 8) τις αναφερόμενες αποδείξεις διαφόρων ποσών παροχής υπηρεσιών της Ζ, που στην αιτιολογία τους αναγράφουν "για επιμέτρηση μικρών τεχνικών" και "για μελέτες μικρών τεχνικών" και αφορούν τις επίδικες μελέτες, 9) την 95/28-11-1997 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου ποσού 970.000 δρχ.

συν ΦΠΑ με την αιτιολογία "συμμετοχή στη σύνταξη στατικών μελετών τεχνικών του έργου ΚΟ-23/94", γεγονός που σημαίνει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε εκπονήσει στο σύνολό της τη συγκεκριμένη μελέτη, 10) το 95/28-11-1997 δελτίο παροχής υπηρεσιών του ιδίου με την αυτή αιτιολογία, που επίσης οδηγεί στο προαναφερθέν συμπέρασμα, 11) τα αναφερόμενα αναλυτικά έγγραφα της αρμόδιας υπηρεσίας για το πιο πάνω έργο, στα οποία ουδαμού εμφανίζεται ο αναιρεσίβλητος ως μελετητής, 12) την από 20-12-1988 σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών της Ζ, 13) την από 20-12-1998 αίτηση του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα για την αναβάθμιση του πτυχίου του, από την οποία αποδεικνύεται ότι αυτός υπέγραψε τις επίδικες μελέτες, πλην εκείνης του πασσαλοτοίχου, κατόπιν δικών του παρακλήσεων για την αναβάθμιση του πτυχίου του, 14) τις αναφερόμενες αποδείξεις και δελτία παροχής υπηρεσιών, από τα οποία προκύπτει ότι έλαβε την αμοιβή του για τη "συμμετοχή" του στις επίδικες μελέτες, 15) τα 5296/2-12-1998 και 5642/12-1-1999 έγγραφα του ΥΠΕΧΩΔΕ, 16) τα 558/1996 και 4698/1997 έγγραφα της αναιρεσείουσας προς το ΥΠΕΧΩΔΕ, με τα οποία υποβλήθηκαν οι μελέτες των τεχνικών Τ2, Τ3 και Τ4 με αναλυτικά στοιχεία για κάθε μελέτη, 17) τον προϋπολογισμό της προσφοράς της αναιρεσείουσας προς το ΥΠΕΧΩΔΕ για το σύνολο του έργου, ύψους χωρίς γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος, 786.151.800 δρχ., 18) τους πίνακες ΥΠΕΧΩΔΕ με τιμές ΑΤΕΟ 2ου τριμήνου 1995, 19) την από 7-12-1998 αίτηση του αναιρεσιβλήτου προς το ΥΠΕΧΩΔΕ για τη χορήγηση βεβαίωσης συντάξεως μελετών, η οποία ουδέποτε του χορηγήθηκε, 20) τις 4866/19-1-2001 και 4684/5-12-2000 αιτήσεις του αναιρεσιβλήτου προς το ΥΠΕΧΩΔΕ μαζί με τα απαντητικά έγγραφα της υπηρεσίας, 21) τους προϋπολογισμούς Τεχνικών Τ2, Τ3 και Τ4, Κ.Ο.

πλησίον Τ4 και πασσαλότοιχου ράμπας εισόδου Τ2 με τις απόψεις του αναιρεσιβλήτου και τις τιμές της εργολαβίας, 22) τη 1934/30-5-2005 απάντηση της Γεν. Γραμ. Δημοσίων Έργων, Δ.Κ.Ε.Ο., σε αίτηση του επιβλέποντος της υπηρεσίας για το επίμαχο έργο ..., με θέμα διευκρινίσεις στο 4866 π.ε./19-1-2001 έγγραφο της αναιρεσείουσας μαζί με την ως άνω απάντηση, 23) όλες τις σελίδες της μελέτης του Κ.Ο.

από την 5η σελίδα και εξής μέχρι το τέλος, στις οποίες αναγράφεται στο πάνω μέρος η ένδειξη "EGNATIA 2", γεγονός που υποδηλώνει ότι η μελέτη αφορούσε σε άλλο έργο "EGNATIA 2", το οποίο προφανώς είχε ο αναιρεσίβλητος στον υπολογιστή του και αποδεικνύει πλήρως τον επιβοηθητικό χαρακτήρα των εργασιών του αναιρεσιβλήτου και 25) την 4180/2007 αθωωτική απόφαση του Τριμ.

Εφετείου Κακουργημάτων για τα μέλη της διοικήσεώς της και των στελεχών της Ξ, ... και Φ για τις πράξεις της απάτης και της ψευδορκίας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου σχετικά με την ένδικη διαφορά. Επίσης με τον υπό στοιχ. Γ' τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου προβάλλεται παραμόρφωση του περιεχομένου των πιο πάνω υπό στοιχ. 9 και 10 εγγράφων, δηλαδή της 95/28-11-1997 απόδειξης παροχής υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου και του 95/28-11-1997 δελτίου παροχής υπηρεσιών του ιδίου.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που αφορά τα δύο τελευταία έγγραφα (υπό στοιχ. 9 και 10), καθώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση των αυτών ως άνω εγγράφων, είναι απαράδεκτοι, διότι οι λόγοι αυτοί είναι αντιφατικοί μεταξύ τους.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (από τον αρ. 11 γ'), κατά το μέρος που αναφέρεται στο υπό στοιχ. 1, 3, 15 και 22 έγγραφα, είναι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται το αποδεικτικό τους περιεχόμενο και ο ισχυρισμός που θα αποδεικνυόταν από αυτά, ως προς τα λοιπά δε ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.

Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 19 της ανωτέρω Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, οι μελέτες αμείβονται, αφού οι αμοιβές τους περιλαμβάνονται στις τιμές μονάδος που πρόσφερε η ανάδοχος για την εκτέλεση του έργου, η δε εκπόνηση των μελετών πρέπει να γίνει από μελετητές ανάλογων προσόντων.

Κατά δε το άρθρο 3 του ΠΔ 696/74, όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/89, σύμφωνα με το οποίο εκπονήθηκαν οι ανωτέρω μελέτες, η νόμιμη αμοιβή των μελετών υπολογίζεται βάσει του προϋπολογισμού του έργου που εξάγεται από την εγκεκριμένη μελέτη. Σύμφωνα δε με τους προϋπολογισμούς των τεχνικών Τ2, Τ3, Τ4 και του οχετού 3,00 χ 3,00 που περιέχονται στα τεύχη των εγκεκριμένων μελετών, η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τα πινάκια αμοιβών ανέρχεται: 1) για το τεχνικό Τ2 σε 10.437.723 δρχ., 2) για το τεχνικό Τ3 σε 8.769.129 δρχ., 3) για το τεχνικό Τ4 σε 9.311.249 δρχ.

και 4) για τον οχετό 3,00 χ 3,00 πλησίον τεχνικού Τ4 σε 695.513 δρχ. και συνολικά σε 20.859.494 δρχ. (10.437.723 + 8.769.129 + 9.311.249 + 695.513). Από το παραπάνω ποσό η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 7.770.000 δρχ. και επομένως δικαιούται το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του, που ανέρχεται σε 13.089.494 δρχ. ή 38.413,78 ευρώ (20.859.494 - 7.770.000 δρχ. = 13.089.494 δρχ.

ή 38.413,78 ευρώ). Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκαμε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του καταβάλει το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Την κρίση του αυτή το Εφετείο στήριξε σε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 1§2β, 2§1, 3§1, 4, 30, 32 και 34 του Π.Δ. 496/1974 , όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989, που ρυθμίζουν τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής των μελετών τεχνικών έργων.

Ειδικότερα, αν και αναφέρεται στην απόφαση ότι η αμοιβή υπολογίζεται με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, στη συνέχει καθορίζει την αμοιβή για κάθε μελέτη χωρίς οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία, αφού ουδεμία μνεία γίνεται στην κατηγορία του έργου, με την οποία συναρτώνται οι συντελεστές του προβλεπόμενου από τις πιο πάνω διατάξεις μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό της αμοιβής ούτε στον νομίμως διαμορφωθέντα προϋπολογισμό δαπάνης του έργου κάθε μελέτης, σε ποσοστό του οποίου καθορίζεται η αμοιβή, ούτε και στην αμοιβή που αντιστοιχεί σε κάθε στάδιο μελέτης, ενόψει της παραδοχής ότι ο κύριος του έργου είχε παραδώσει στον ανάδοχο και την προμελέτη των κόμβων και δεν προκύπτει σαφώς αν ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε όλα τα στάδια της μελέτης ή μερικά μόνο από αυτά και αν η αμοιβή που επιδικάσθηκε αφορά όλα τα στάδια.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς προσάπτεται η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου για το έργο που εκτέλεσε είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί ως προς το μέρος αυτό, προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατ' άρθρ. 176, 178 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3733/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ