Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding Article 505 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decisions regarding a donation recall. The appellant argued the lower court erred in applying Article 505 of the Civil Code by failing to recognize ingratitude based on the donee's indifference to the donor's needs. The court rejected this claim because the appeal petition failed to specify the exact legal error in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505 and 559 of the Civil Procedure Code; An appeal ground is inadmissible if it fails to clearly and concisely state the specific legal error regarding the interpretation or application of the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 648/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τσίφρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....... και 2. ........ ως εκ διαθήκης κληρονόμων της αποβιώσασας αρχικής ενάγουσας Ψ, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χατζηϊωάννου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. καταθ. 1712/1996 αγωγή της Ψ, αρχικής ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:25152/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2828/1998 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες επί της οποίας εκδόθηκε η 1043/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1414/2001 προδικαστική και 1353/2006 οριστική αποφάσεις των οποίων την αναίρεση ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 16-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου, γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη για περίθαλψη, στην οποία περιλαμβάνεται και η διατροφή του. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση (ΑΠ 1982/2006, ΑΠ 982/2004, ΑΠ 1275/1994 ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά. Τέτοιος τρόπος ή όρος μπορεί να είναι και η παροχή διατροφής στον δωρητή από το δωρεοδόχο ή και άλλης φροντίδας και περιποίησης και εν γένει περίθαλψης (ΑΠ 1275/1994 ).
Η κατά τα ανωτέρω ανάκληση της δωρεάς γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, με δήλωση προς το δωρεοδόχο, η οποία δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο, δυνάμενη να γίνει και προφορικώς. Επί ανακλήσεως λόγω αχαριστίας πρέπει η δήλωση να αναφέρει και τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν το παράπτωμα του δωρεοδόχου, προς διαμόρφωση σαφούς καταστάσεως μεταξύ δωρητού και δωρεοδόχου (βλ.
Φραγκίστα στην ΕρμΑΚ στο άρθρο 509). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταδεικνύουσας την αχαριστία συμπεριφοράς και εν γένει διαγωγής της αναιρεσείουσας - εναγομένης, δέχθηκε τα εξής : Η αρχική ενάγουσα, Ψ, ηλικίας κατά το έτος 1984, 82 ετών, στερούμενη συζύγου και τέκνων, διέμενε μόνη της σε διαμέρισμα, κυριότητας της, στον 2° όροφο της διώροφης οικοδομής της οδού ....
αριθ. ...., στη ...., εμβαδού 112,51 τ.μ.. Αρχές του έτους 1984, πρότεινε στην εναγομένη, εγγονή του συζύγου της από τον πρώτο του γάμο, η οποία διέμενε με το σύζυγο και τα δύο ανήλικα παιδιά της, στο κάτω από αυτήν διαμέρισμα του 1ου ορόφου της ίδιας οικοδομής, να εγκατασταθούν στο δικό της διαμέρισμα και να συγκατοικήσουν σε αυτό, το οποίο προτίθεται να της δωρήσει, με τον όρο να την περιποιείται και να την φροντίζει εφ' όρου ζωής της, ενόψει του ότι, λόγω της ηλικίας της, είχε ανάγκη περίθαλψης.
Η εναγομένη συμφώνησε, και έτσι άρχισε η συγκατοίκησή τους, που τους πρώτους μήνες ήταν ομαλή. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η ενάγουσα, συνεπής στην άνω υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης, μετέβη μαζί της στο γραφείο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κουτσανίδη και ζήτησαν τη σύνταξη του υπ αριθ. ......
συμβολαίου, με το οποίο εφέρετο η πρώτη να μεταβιβάζει, λόγω πωλήσεως, στη δεύτερη της ψιλή κυριότητα του προπεριγραφομένου διαμερίσματος της. Η πώληση όμως αυτή ήταν εικονική και οι περιεχόμενες στο συμβόλαιο δηλώσεις περί αγοραπωλησίας του διαμερίσματος τόσο της ενάγουσας, όσο και της εναγομένης, δεν έγιναν σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, καθαρά για φορολογικούς λόγους, ενώ στην πραγματικότητα αυτές ήθελαν η ως άνω σύμβαση να ισχύσει ως δωρεά υπό τρόπο, δηλαδή με τον όρο περιποίησης και φροντίδας της δωρήτριας ενάγουσας, εφ' όρου ζωής της, από την εναγομένη.
Την ίδια μέρα σύναψης του ανωτέρω συμβολαίου, η ενάγουσα με το υπ' αριθ. ..... πληρεξούσιο του ίδιου συμβολαιογράφου, παρέσχε στην εναγομένη την πληρεξουσιότητα να εισπράττει, για λογαριασμό της, τη σύνταξη της καθώς και τα συναφή βοηθήματα. Μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, και αφού η εναγομένη είχε εξασφαλίσει την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω διαμερίσματος, άρχισε να δυσφορεί με τη συγκατοίκηση της με την ενάγουσα, τελικά δε αρχές Ιανουαρίου 1985 την εγκατέλειψε και μαζί με την οικογένεια της εγκαταστάθηκε στην επί της οδού .....
κατοικία του πατέρα της, αδιαφορώντας παντελώς για την τύχη της ανωτέρω. Μετά από αυτά, η ενάγουσα με την από 7/2/1985 εξώδικη πρόσκληση την οποία επέδωσε στην εναγομένη, παραπονούμενη για την αχάριστη συμπεριφορά της, συνισταμένη στην αθέτηση της υποχρέωσης να τη φροντίζει και περιθάλπει, εφ' όρου ζωής, που είχε αναλάβει κατά τη μεταβίβαση σε εκείνη της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματός της, την καλούσε να συμπράξει στην ακύρωση του εν λόγω συμβολαίου, προκειμένου αυτή να αποκτούσε πάλι πλήρως την κυριότητα αυτού.
Σε απάντηση των ανωτέρω, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 12/2/1985 εξώδικο, με την οποία αφού υποστήριζε ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε σε αυτήν λόγω πωλήσεως, με την καταβολή τιμήματος, και όχι λόγω δωρεάς, δήλωσε ότι δεν συμπράττει στην ακύρωση του ανωτέρω συμβολαίου, καθόσον επιθυμία της ίδιας και του συζύγου της είναι να έχουν αυτοί μόνοι την κυριότητα ολόκληρης της διώροφης οικίας της οδού ......
Ενόψει της εξέλιξης αυτής, μετά από αγωγή την οποία η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2439/1992 απόφαση αυτού με την οποία αναγνωρίστηκε η εικονικότητα της σύμβασης πώλησης της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος και η από αυτήν καλυπτόμενη έγκυρη σύμβαση δωρεάς υπ' τρόπον, δηλαδή της περιποίησης και φροντίδας εφ' όρου ζωής της ενάγουσας.
Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη ύστερα από απόρριψη της έφεσης που άσκησε κατ' αυτής η εναγομένη, με την υπ' αριθ. 2503/1994 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, προκύπτει με σαφήνεια η ηθικά και κοινωνικά κατακριτέα αχάριστη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία όχι μόνο, υπαίτια, παρέβαινε εξακολουθητικά, τον όρο της δωρεάς για περίθαλψη και φροντίδα της ενάγουσας, για την εκτέλεση και μόνο του οποίου η τελευταία της είχε μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματός της, αλλά συγχρόνως επιδόθηκε και σε ένα μακροχρόνιο και άδικο για την ενάγουσα δικαστικό αγώνα με μοναδικό στόχο, την παράνομη απόκτηση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της υπερήλικης αντιδίκου της, με συνακόλουθη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση της τελευταίας.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης εμπίπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση κατ' αντικειμενική κρίση στην έννοια της αχαριστίας. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα.
Ειδικότερα, δεν ήταν απαραίτητοτο Εφετείο να διαλάβει στην απόφαση του για την επάρκεια της αιτιολογίας ποια συγκεκριμένα φροντίδα και περίθαλψη αμέλησε η εναγομένη, αφού με την παραδοχή ότι η εναγομένης αρχές Ιανουαρίου 1985 εγκατέλειψε την ενάγουσα, αδιαφορώντας παντελώς για την τύχη της εξακολουθητικά μέχρι την 11-12-1995, αναφέρεται στο σύνολο των φροντίδων και περίθαλψης που είχε έναντι αυτής αναλάβει.
Επομένως, ο πρώτος, πέμπτος και έκτος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ΑΚ, η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη της ανάκλησης της δωρεάς, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 982/2004, ΑΠ 1043/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, πλέον των προαναφερομένων, δέχθηκε ότι η αχάριστη συμπεριφορά της εναγομένης, που άρχισε τον Ιανουάριο του 1985, εξακολούθησε μέχρι και την 11-12-1995, όταν η ενάγουσα επέδωσε στην ανωτέρω την ταυτόχρονη δήλωση ανάκλησης δωρεάς για την ανωτέρω αιτία και στη συνέχεια κατέθεσε την ένδικη αγωγή της.
Και περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι η ένσταση της εναγομένης περί αποσβέσεως του δικαιώματος ανάκλησης, λόγω της παρόδου της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας (510 ΑΚ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η παράβαση του όρου της περιποίησης και της περίθαλψης της ενάγουσας, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της εναγομένης, συνεχίστηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου του μοναδικού λόγου έφεσης της αρχικής ενάγουσας, εξαφάνισε την με αριθμ. 25152/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή λόγω παρόδου της κατ' άρθρο 510 του ΑΚ ενιαυσίας αποσβεστικής προθεσμίας από τη γνώση της ενάγουσας του επικαλουμένου λόγου ανάκλησης και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ότι με την από 11-12-1995 εξώδικη δήλωση ανακλήθηκε η δωρεά του δικαιώματος ψιλής κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τα γεγονότα που συνιστούσαν από την αναιρεσίβλητη δωρεοδόχο παράβαση του τρόπου υπό τον οποίο έγινε η δωρεά (παραβίαση φροντίδας και περιποίησης εν γένει της υπερήλικης δωρήτριας εφ' όρου ζωής) ήταν εξακολουθητικά και συνεχίστηκαν μέχρι και τη δήλωση ανάκλησης της δωρεάς και να απορρίψει στη συνέχεια την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ ένσταση της εναγομένης περί αποσβέσεως του δικαιώματος της δωρήτριας ανακλήσεως της δωρεάς, λόγω παρόδου έτους από την 7-2-1985, αφότου αυτή αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του λόγου της ανάκλησης, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης.
Ούτε εξάλλου περιέλαβε η προσβαλλόμενη στο σκεπτικό της αντιφατικά δύο χρόνους ανάκλησης της ίδιας δωρεάς, ήτοι την 7-2-1985 και την 11-2-1995, όπως αβασίμως προβάλλει η αναιρεσείουσα, αφού, κατά τις παραδοχές της, την 7-2-1985 η αρχικώς ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την αχαριστία της εναγομένης και της ζήτησε την ακύρωση του (εικονικού) αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, χωρίς να προβεί σε δήλωση ανάκλησης της δωρεάς, η οποία έλαβε χώρα μόνο κατά την 11-12-1995.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δε στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι τ Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα πρωτοδίκως και παραδεκτώς επαναφερθείσα στο Εφετείο προς υπεράσπισή της κατά της έφεσης ισχυρισμό της περί καταχρηστικής εκ μέρους της αρχικής ενάγουσας άσκησης του δικαιώματός της προς ανάκληση της δωρεάς. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Συνεπώς απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την εκδοθείσα με αριθμό 1414/2001 προδικαστική απόφασή του δεν έταξε θέμα απόδειξης και επί της ανωτέρω εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένστασης και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος αφού το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διατάξεις αποδείξεις επί ισχυρισμού κριθέντος μη νομίμου.
Επειδή, με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, διότι η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή των πραγματικών γεγονότων, βάσει των οποίων το δικαστήριο δημιούργησε την δικανική του κρίση και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στηνπροσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένσταση εκ του άρθρου 281 Α.Κ. είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός δεν αρκεί να μνημονεύονται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών και οι παραδοχές της απόφασης, αλλά πρέπει να εκτίθεται και σε τι συνίσταται το .σφάλμα της απόφαση περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 57/1990). Διαφορετικά, ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δε δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή των προτάσεων του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει, με την αναφερόμενη αιτιολογία τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα προκάλεσε την άδικη συμπεριφορά της και υφίσταται συντρέχον πταίσμα αυτής, συνεπαγόμενο τον αποκλεισμό της αχαριστίας, παραβίασε ευθέως το άρθρο 505 ΑΚ, είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο και παραδεκτό, του λόγου αυτού, σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση των 1414/2001 και 1353/2006, μη οριστικής και οριστικής αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλοίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείoysa στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ