Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the first-instance judgment was absorbed into the appellate decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the second-instance judgment of the Plurality Court of Chalkidiki. The appellants argued that the Plurality Court erred in rejecting their claims regarding property ownership and prescription, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that since the first-instance decision was fully absorbed into the final appellate judgment, the appellants could only appeal the latter, making their attempt to appeal the earlier decision procedurally impossible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 of the Code of Civil Procedure; If an appeal against a first-instance judgment is rejected on the merits, only the appellate decision is subject to cassation, as the first-instance decision is incorporated into it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 648/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Ε. Σ. του Γ.,2)Ε. συζύγου Ε. Σ., το γένος Ε. Π. και 3)Χ. Σ. του Ε., κατοίκων … που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσελίκα.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Θ. Π. του Π. και 2)Σ. συζύγου Κ. Κ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1988 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Μαρίας χήρας Πέτρου Πεσλόγλου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν.Μουδανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 24-1-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά πρωτόδικης αποφάσεως, που πλήττει αυτήν ως προς όλα τα κεφάλαιά της, και απορριφθεί η έφεση κατ'ουσία, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην εφετειακή. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 128/1999 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μουδανιών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η απόφαση αυτή, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως, ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλ-λομένη υπ' αριθ. 124/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
2.- Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του διεκδικουμένου ακινήτου από τον ενάγοντα, επί κληρονομικής διαδοχής, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της:
α) ο χρόνος του θανάτου του κληρονομουμένου, β) η κυριότητα αυτού (κληρονομουμένου) επί του επιδίκου ακινήτου, γ) η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δηλώσεώς του, δ) η κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο και ε) η ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Αν ο ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, τότε ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως να καθορίσει, αν δεν τον καθόριζε με την αγωγή του καθ'υποφορά και τον τρόπο κτήσεως από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου μέχρις εκείνου που απέκτησε το δικαίωμα κατά τρόπο πρωτότυπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, κατ'ορθή εκτίμησή της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από κληρονομία του πατέρα της, που πέθανε στις 8.11.1976, και δυνάμει της υπ' αριθ. 3454/16.1.1965 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μουδανιών Χρήστου Τσάτσαρη και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 67/13.4.1977 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, την οποία κληρονομία και αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. 20521/1988 δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν.
Μουδανιών Όλγα Καμπούρη - Καρυωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε την κυριότητά του σ' αυτήν την αγωγή με πληρότητα κατ' είδος, θέση, έκταση και όρια περιγραφόμενου ακινήτου (κληροτεμαχίου), το οποίο ο αποβιώσας πατέρας της είχε αποκτήσει κατά τρόπο πρωτότυπο και συγκεκριμένα με παραχώρηση τούτου από το Ελληνικό Δημόσιο για αγροτική αποκατάσταση δυνάμει του υπ' αριθ. 58561/1957 τίτλου κυριότητος του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι το έτος 1977 κατέλαβαν παράνομα και έκτοτε κατέχουν τμήματα του παραπάνω ακινήτου, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί των καταληφθέντων τμημάτων του ακινήτου της και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) να της τα αποδώσουν.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και τις προμνημονευθείσες διατάξεις του ΑΚ, για το ορισμένο αυτής. Ενόψει τούτων το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή δεν απαίτησε για τη θεμελίωσή της στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο και συνεπώς ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
3.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 557 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 ανάλογα, ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, πλην άλλων, εφόσον το δικαστήριο αποφάσισε επί της ουσίας της υποθέσεως, να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που εκείνο δέχθηκε ότι προκύπτουν από τις αποδείξεις, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (Ολ.
ΑΠ 57/1990, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται, προβάλλουν ότι το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει τις ενστάσεις παραγραφής και ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, που προβλήθηκαν απ' αυτούς, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις περί παραγραφής και αποκτήσεως κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ. 'Ομως, στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας τους. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο χωρίς αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 559 αριθ.19 του ίδιου Κώδικα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατ'αποφάσεων ειρηνοδικείων.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2004 αίτηση των Ε. Σ. κλπ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 124/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, την οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ