Supreme Court dismisses appeals against second-instance judgment on robbery and sentencing, finding no grounds for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed three concurrent appeals filed by defendants against a second-instance judgment regarding robbery and sentencing. The defendants argued for a retrial based on alleged procedural errors and misinterpretation of mitigating circumstances under Article 84 of the Penal Code. The court rejected these claims, affirming that the lower court's reasoning was sufficient, the facts were correctly established, and the application of the law was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 129, 510, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals against a second-instance judgment must be rejected if the lower court provided adequate reasoning, correctly applied the law, and established facts without logical gaps, thereby precluding retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 647 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 647/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Κ. Σ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. Θ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά και 3. Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1827/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις τρείς (3) από 13-6-2024, 17-6-2024 και 17-6-2024 αιτήσεις των Κ. Σ. του Π., Θ. Μ. του Θ. και Δ. Α. του Α., αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/2024.
Αφού άκουσε Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) για την από 13.06.2024 κρινόμενη αίτηση του Κ. Σ. του Π., πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, β) για την από 17.06.2024 κρινόμενη αίτηση του Θ. Μ. του Θ., πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και δη ως προς τις, περί απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ και ως προς την περί ποινής, διατάξεις της και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και γ)για την από 17.06.2024 κρινόμενη αίτηση του Δ. Α. του Α., πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παραστάντων αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι τρεις (3) κρινόμενες από 13-6-2024, 17-6-2024 και 17-6-2024 αιτήσεις του Κ. Σ. του Π., του Θ. Μ. του Θ. και του Δ. Α. του Α., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1827/2023 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 129 ΚΠΔ, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
Η (πρώτη) κρινόμενη από 13-6-2024 αίτηση αναίρεσης του Κ. Σ. του Π., κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1827/15-12-2023 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία στις 28-5-2024 καταχωρήσθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου, με την οποίαν αυτός (ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων Κ.
Σ. του Π.) καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της συμμορίας, της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, της ληστείας από κοινού και της συνέργειας σε ληστεία (άρθρα 47, 187 παρ. 3, 372 παρ. 1, περ. β' και 380 παρ. 1 ΠΚ) και επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, για την δεύτερη πράξη ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή εκατό (100) ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε σε δέκα ευρώ (10,00 €), για την τρίτη πράξη ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε σε δέκα ευρώ (10,00 €) και για την τέταρτη πράξη ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, ενώ στην συνέχεια καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και συνολική χρηματική ποινή διακοσίων πενήντα ημερησίων μονάδων, το ύψος της οποίας καθορίσθηκε σε δέκα ευρώ (10,00 €) - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετική προς τούτο δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 14-6-2024 (αριθμός πρωτοκόλλου: 4377/14-6-2024), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2 Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ.
α' ΚΠΔ. Επί πλέον, η κρινομένη (πρώτη) αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενο στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του υποβληθέντος εκ μέρους του (πρώτου) αναιρεσείοντος αυτοτελούς ισχυρισμού (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, όπως ισχύει από 1-7-2019 μετά την κύρωση του νΚΠΔ με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019), ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ κατά το άρθρο 514 ΚΠΔ "Άν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ.
Κατά της απορριπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) Παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά την δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση, ήτοι δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανισθεί προσηκόντως με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα 155-162 ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως, α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σ' αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, τον νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τους νόμιμους τύπους και περιέχεται ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης.
Η ανωτέρω (πρώτη) κρινομένη αίτηση αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς να συζητηθεί στις 6-11-2024 και ο (πρώτος) αναιρεσείων Κ. Σ. είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί στη συζήτηση, ενώ στην σχετική κλήση καταχωρήσθηκε και η προς αυτόν υπόμνηση ότι αν δεν παραστεί στην δίκη μετά ή δια συνηγόρου, η αναίρεσή του θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη (βλ.
το από 8-7-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Χ. Π. που υπηρετεί στο ΑΤ Βεροίας, που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα και το από 19-7-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητού της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., που αφορά τον ορισθέντα εκ μέρους του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος αντίκλητο Δικηγόρο Αθηνών Σ.
Π.). Κατά τη προαναφερθείσα όμως δικάσιμο (6-11-2024), κατόπιν σχετικού προς τούτο αιτήματος που υποβλήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Ό. Μ. για λογαριασμό του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θ. Σ., συνηγόρου υπεράσπισης του εν λόγω (πρώτου) αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του ως άνω συνηγόρου υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (19-2-2025), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1329/6-11-2024 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αλλά ο πρώτος αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου στην ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση (πρώτη) αίτηση αναίρεσής του, ενόψει του ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτό λόγο αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα και εφ' όσον δεν ανακύπτει εν προκειμένω θέμα αυτεπάγγελτης εφαρμογής επιεικέστερου νόμου (άρθρο 514 εδ. γ', περ. β' ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο (πρώτος) αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ.
α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης. Περαιτέρω, η (δεύτερη) από 17-6-2024 αίτηση αναίρεσης του Θ. Μ. του Θ., κατά της αυτής ως άνω υπ' αριθμ. 1827/15-12-2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - με την οποία ο ως άνω όγδοος εκκαλών - ένατος κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της συμμορίας, της ληστείας από κοινού και της βίας κατά υπαλλήλων (αντίστασης) και επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, για την δεύτερη πράξη ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και για την τρίτη πράξη ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και οχτώ (8) μηνών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωση του ιδίου του (δευτέρου) αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-6-2024 (αριθμός πρωτοκόλλου: 4397/17-6-2024), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ.
α' ΚΠΔ, ενώ περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και, συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών λόγων της.
Η (τρίτη) από 17-6-2024 αίτηση αναίρεσης του Δ. Α. του Α., κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 1827/15-12-2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών - με την οποίαν ο ως άνω ένατος εκκαλών - δέκατος κατηγορούμενος και ήδη τρίτος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος επίσης για τις αξιόποινες πράξεις της συμμορίας, της ληστείας από κοινού και της βίας κατά υπαλλήλων (αντίστασης) και επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, για την δεύτερη πράξη ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή εκατό ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε σε δέκα ευρώ (10,00 €) και για την τρίτη πράξη ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και οχτώ (8) μηνών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 17-6-2024, με δήλωση του ιδίου του (τρίτου) αναιρεσείοντος, στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Διαβατών Θεσσαλονίκης, όπου κρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 εδ.
β', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ, ενώ περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει του Σύνταγμα και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3, εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη σύσταση συμμορίας για την τέλεση κακουργήματος, δεν αρκεί απλή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά απαιτείται σύσταση οργάνωσης, με στοιχειώδη έστω δομή, ενώ απαιτείται και η ύπαρξη συμφωνίας για την από κοινού τέλεση των σχετικών αξιοποίνων πράξεων (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020).
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τότε που ενώθηκαν δύο ή περισσότεροι με τον παραπάνω σκοπό (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 405/2018), ενώ το εν λόγω έγκλημα της συμμορίας διαρκεί όσο διαρκεί και η εγκληματική πράξη για την οποία αυτή (συμμορία) συνεστήθη (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 105/2023, ΑΠ 93/2020).
Εξάλλου, με έναρξη ισχύος την 1η Ιουλίου 2019 κυρώθηκε με τον προαναφερθέντα Ν. 4619/2019, ο νέος Ποινικός Κώδικας, σύμφωνα με το άρθρο 380 του οποίου, "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή".
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, το οποίο είναι σύνθετο με τη στενή του όρου έννοια (stricto sensu) έγκλημα και προσβάλλει τα έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και προεχόντως της ιδιοκτησίας, απαιτούνται αντικειμενικώς, η αφαίρεση ή ο εξαναγκασμός σε παράδοση από άλλον με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο για τη ζωή ή το σώμα κίνδυνο, ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος, και υποκειμενικώς, δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητας του πράγματος ως ξένου ολικά ή εν μέρει και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να το αφαιρέσει ή να εξαναγκάσει τον άλλον να του το παραδώσει, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 906/2024).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 253/2021). Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της ληστείας της παρ. 1 του άρθρου 380 ΠΚ μπορεί να συνίσταται στο ότι ο ένας από τους συναυτουργούς χρησιμοποιεί τη σωματική βία ή τις απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής κατά του θύματος και ο άλλος, αφαιρεί από την κατοχή του το ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 41/2020).
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει και διακρίνει την αυτουργία ή συναυτουργία από τη συνέργεια (απλή ή άμεση) είναι ότι ο αυτουργός ή συναυτουργός κάνει πράξη που ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, ενώ ο συνεργός (απλός ή άμεσος) εκτελεί πράξεις βοηθητικές της πράξης, η οποία πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον περιέχει αρχή εκτελέσεως αυτής, δηλαδή πράξεις, οι οποίες είτε προπαρασκευάζουν (καθιστούν δηλαδή δυνατή ή διευκολύνουν), είτε υποστηρίζουν την κυρία πράξη (ΑΠ 1512/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1289/2022, ΑΠ 1974/2018).
Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 167 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019), "Όποιος με βία ή απειλή βίας επιχειρεί να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί εναντίον του ή κατά προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της νόμιμης ενέργειάς του (αντίσταση), τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται εντός του κύκλου της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτήν, περαιτέρω δε προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική, όσο και η ψυχολογική, αλλά και η κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση υπηρεσιακής πράξης.
Συνεπώς, στην έννοια της βίας εμπίπτει και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος άσκησης σωματικής βίας (ΑΠ 558/2024, ΑΠ 46/2018, ΑΠ 2/2017), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά την ανωτέρω δε έννοια υπάλληλοι είναι και τα αστυνομικά όργανα (ΑΠ 558/2024).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.
Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, με παράθεση των σχετικών αυτών περιστατικών.
Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.
Το δικαστήριο της ουσίας όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 217/2025, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).
Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς - μεταξύ των άλλων - αυτοτελείς ισχυρισμούς (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 217/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 600/2024, ΑΠ 930/2022).
Στην κρινόμενη υπόθεση, το ανωτέρω Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος και ειδικότερα, ως προς τους προαναφερθέντες δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων (Θ.
Μ. του Θ. και Δ. Α. του Α. αντιστοίχως), τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως,) αποδείχθηκε ότι:
Το καλοκαίρι του 2019, παρατηρήθηκε έξαρση κλοπών και ληστειών στην περιοχή της Δυτικής Αττικής, που γίνονταν με τον ίδιο τρόπο, συγκεκριμένα, οι δράστες, αφού εντόπιζαν στην τράπεζα άτομα που έκαναν αναλήψεις, τα παρακολουθούσαν και με βία ή και χωρίς βία τους αφαιρούσαν τα χρήματα. Η ταυτοποίηση των ατόμων που συμμετείχαν σ' αυτές τις πράξεις ξεκίνησε από την περίπτωση της παθούσας Π.
Λ., (αναλυτικά κατωτέρω), η οποία είχε πάει με το σύζυγό της στην Εθνική Τράπεζα στο Ίλιον, απ' όπου έκανε ανάληψη μεγάλου χρηματικού ποσού, και αφού οι δράστες την ακολούθησαν, όταν βρήκαν την ευκαιρία, την προσέγγισαν και της αφαίρεσαν την τσάντα που αυτή κρατούσε και έφυγαν. Η Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Δυτικής Αττικής, που επιλήφθηκε της περίπτωσης, διαπίστωσε από τις κάμερες από διαφορετικά σημεία της διαδρομής που είχε ακολουθήσει η παθούσα, από το Ίλιον ως το Περιστέρι, ότι πίσω από το όχημα αυτής, ακολουθούσε μία μηχανή, μάρκας Piagio Beverly, με δύο άτομα και πίσω από τη μηχανή ακολουθούσε ένα αυτοκίνητο toyota yaris, με αριθμό κυκλοφορίας ..., χρώματος ασημί, που ανήκε στην ιδιοκτησία της μητέρας του πρώτου κατηγορούμενου, Σ.
Κ., ο οποίος, όπως φαίνεται και από τα βίντεο, ήταν συνοδηγός στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα που ακολουθούσε το όχημα της παθούσας και της αφαίρεσε την τσάντα. Με τον ίδιο τρόπο, με βία ή χωρίς την άσκηση βίας, διαπράχθηκαν εκτός από την ως άνω και οι κατωτέρω αναφερόμενες κλοπές (διακεκριμένες και απλές) και ληστείες από τους κατηγορούμενους Κ.
Σ., Σ. Σ., Β. Ν., Σ. Μ., Δ. Ρ., Α. Ρ., Τ. Σ., Θ. Μ. και Δ. Α., υπό τις κατωτέρω διακρίσεις. Οι παραπάνω κατηγορούμενοι διέμεναν στη Βόρεια Ελλάδα, συνδέονταν μεταξύ τους, άλλοι με συγγενική και άλλοι με φιλική σχέση, και κατά το χρονικό διάστημα από 9/7/2019 μέχρι τις 9/1/2020, στην ευρύτερη περιοχή κυρίως, της Αττικής, είτε από κοινού ενεργώντας και με άλλα άγνωστα άτομα, είτε σε συνέργεια, είτε κατά μόνας, κατά περίπτωση, όπως αναφέρεται αναλυτικά κατωτέρω, κατά τη μετάβασή τους στην Αθήνα, από τον κύριο τόπο διαμονής τους στη Βόρεια Ελλάδα με ΙΧΕ αυτοκίνητο, ένας εξ αυτών, συνήθως ο τρίτος κατηγορούμενος, επισκεπτόταν χρηματοπιστωτικά καταστήματα για να εντοπίσει κάποιον πελάτη που πραγματοποίησε συναλλαγή που αφορούσε την ανάληψη μεγάλου ποσού, στη συνέχεια, ενημέρωνε σχετικά τους εκάστοτε συγκατηγορούμενούς του, οι οποίοι, επιβαίνοντας σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα ή άλλο όχημα, ακολουθούσαν το υποδειχθέν άτομο και αφαιρούσαν με ή χωρίς σωματική βία ή απειλές το χρηματικό ποσό, το οποίο είχε αναλάβει από την τράπεζα, ενώ, εν τω μεταξύ, ο παρακολουθών στην τράπεζα, με άλλον συγκατηγορούμενο ή άγνωστο τρίτο ακολουθούσαν, κατά τα συμφωνηθέντα, και αυτοί στον τόπο εκτέλεσης της πράξης, όπου και παρέμεναν έως την ολοκλήρωσή της και συμμετείχαν ενεργά σε αυτήν.
Σε άλλες περιπτώσεις, μετά από συναπόφαση, αφαιρούσαν από τους παθόντες, με ή χωρίς σωματική βία και απειλές, χρηματικά ποσά, που αντιλαμβάνονταν με άλλο τρόπο (όπως παρακολούθηση), την ύπαρξη αυτών, όπως ειδικότερα στις κατωτέρω επιμέρους πράξεις και για κάθε κατηγορούμενο αναφέρεται. Από τα παραπάνω και τα κατωτέρω αναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε, χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι οι κατηγορούμενοι συνέπηξαν ομάδα και είχαν οργανωθεί μεταξύ τους και με άλλους για να διαπράξουν από κοινού κακουργήματα και πλημμελήματα κατ' εξακολούθηση, με τα οποία επιδίωκαν οικονομικό όφελος, τις οποίες και πράγματι διέπραξαν, κατά το χρονικό διάστημα από τις 23-08-2019 μέχρι τις 09-01-2020, με διακριτούς ο καθένας ρόλους, με τη σύμπραξη ή τη συνέργεια, κατά περίπτωση, με τις συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις αυτών ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Η ομάδα αυτή των κατηγορουμένων είχε στοιχειώδη δομή και οργάνωση και συνιστά την πράξη της συμμορίας της παραγράφου 3 του άρθρου 187 του νέου ΠΚ που ισχύει από 1/7/2019 (ν. 4619/2019). Στο πλαίσιο αυτής της οργάνωσης τέλεσαν τις κατωτέρω πράξεις από τις 23-08-2019 μέχρι τις 09-01-2020, ενεργώντας από κοινού, κατά περίπτωση, με εξαίρεση τις πράξεις που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό, καθώς και τις λοιπές κλοπές και ληστείες που τέλεσαν από κοινού ή και με άλλους άγνωστες δράστες ή και, σε μία περίπτωση κατά μόνας που επίσης, αναφέρονται αναλυτικά κατωτέρω και στο διατακτικό: 1.
Στις 13:50 της 09-10-2019, στο Περιστέρι Αττικής, επί της οδού ..., οι 1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι, Κ. Σ., Σ. Σ. και Β. Ν., από κοινού, με κοινό δόλο, μόλις η Κ. Ι. στάθμευσε στον παραπάνω τόπο, αφού άνοιξαν την πόρτα του συνοδηγού, αφαίρεσαν την τσάντα της περιέχουσα το χρηματικό ποσό των 2.615 ευρώ, το οποίο, προηγουμένως, αυτή είχε επιχειρήσει να καταθέσει στο υποκατάστημα της ...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, το οποίο βρίσκεται στο Περιστέρι Αττικής, επί της οδού ..., χωρίς να το καταφέρει. Η πράξη αυτή συνιστά κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. 2. Στις 12:45 της 23-10-2019, στη Δραπετσώνα, επί της οδού ..., από κοινού, με κοινό δόλο, οι 1ος, 2ος και 4ος των κατηγορουμένων Κ. Σ., Σ. Σ. και Σ. Μ. και άγνωστος τρίτος, αφού έθραυσαν τον υαλοπίνακα του παραθύρου του συνοδηγού του με αριθμ.
κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας DAIHATSOU CORE, ιδιοκτησίας της Κ. Μ. του Α., υπεύθυνης του υποκαταστήματος της εταιρείας courier "... ΑΕΕ", αφαίρεσαν, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, μια τσάντα περιέχουσα το χρηματικό ποσό των 32.084 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η πράξη αυτή, (λόγω του χρόνου τέλεσης), συνιστά κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. 3.
Στις 11:10 της 29-10-2019, στον Κολωνό Αττικής, επί της οδού ..., από κοινού, με κοινό δόλο, οι 1ος, 3ος και 4ος των κατηγορουμένων Κ. Σ., Β. Ν. και Σ. Μ., αφαίρεσαν από την κατοχή των Θ. Ν. και Α. Α., με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, το χρηματικό ποσό των 30.000 €, καθώς και μία (1) επιταγή 70.000 €, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα οποία νωρίτερα εντός της ίδιας ημέρας οι άνω παθόντες είχαν αναλάβει από το υποκατάστημα της ...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα, επί της .... Η πράξη αυτή, λόγω του χρόνου τέλεσης αυτής, συνιστά κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. 4α. Κατά το χρονικό διάστημα από την 18:10 έως 18.55 της 05.01.2020, στο 369ο χλμ της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο ΣΕΑ Αλμυρού Βόλου Μαγνησίας, από κοινού, με κοινό δόλο, οι 3ος, 6ος και 7ος κατηγορούμενοι, Β.
Ν., Τ. Σ. και Δ. Ρ. Ρ., αφού έθραυσαν το φινιστρίνι του πίσω αριστερού παραθύρου του με αριθμ. κυκλοφ. ... αυτοκινήτου μάρκας TOYOTA COROLLA, χρώματος ασήμι, ιδιοκτησίας του Τ. Ν.-Χ. του Μ., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, μια (1) γυναικεία τσάντα πλάτης της συζύγου Μ. Μ. του Ι., περιέχουσα ένα (1) πορτοφόλι κίτρινου χρώματος, ένα (1) ζευγάρι παιδικών γυαλιών ήλιου, μια κάρτα τράπεζας σπέρματος με την ένδειξη "...", το υπ' αριθμ.
Χ4 72744 ΔΑΤ αυτής, την άδεια ικανότητας οδήγησης νέου τύπου, δύο βιβλιάρια υγείας και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενα και έγγραφα. 4β. οι ίδιοι κατηγορούμενοι, κατά τις απογευματινές ώρες της 05-01-2020, στο 369° χλμ της Εθνικής Οδού Αθήνας - Θεσσαλονίκης στο ΣΕΑ Αλμυρού Βόλου Μαγνησίας, από κοινού, με κοινό δόλο, ο 3ος, 6ος και 7ος κατηγορούμενοι, Β.
Ν., Τ. Σ. και Δ. Ρ. Ρ., αφού έθραυσαν το εμπρόσθιο παράθυρο και φινιστρίνι της δεξιάς πόρτας του με αριθμ. κυκλοφ. ... αυτοκινήτου - μάρκας RENAULT LAGUNA, ιδιοκτησίας του Κ. Β., το οποίο οδηγούσε η Σ. Ν. του Α., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, μια (1) τσάντα μάρκας VANESSA BRUNO, χρώματος γκρι, περιέχουσα ένα (1) πορτοφόλι με το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE i-PHONE 6S και διάφορα προσωπικά αντικείμενα και έγγραφα. 4γ.
Οι ίδιοι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από την 17:00 έως την 17:05 της 08-01-2020, στο Κολωνάκι επί της οδού ..., από κοινού, με κοινό δόλο, αφού έθραυσαν το φινιστρίνι της δεξιάς πλευράς του με αριθμ. κυκλοφ. ... αυτοκινήτου μάρκας RENAULT, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας του Π. Π. του Ι., το οποίο κατά τον ως άνω χρόνο είχε οδηγό τον Σ.
Α., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ένα (1) πορτοφόλι με το χρηματικό ποσό των 120 ευρώ καθώς και ένα πλαστικό σκεύος με το χρηματικό ποσό των 180 ευρώ σε κέρματα και ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας ΧΙΑΟΜΙ REDMI 5 PLUS.To πορτοφόλι κίτρινου χρώματος και τα κινητά τηλέφωνα των ως άνω κλοπών βρέθηκαν και κατασχέθηκαν με τις σχετικές εκθέσεις κατασχέσεως στο δωμάτιο 112, όπου διέμεναν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, άλλωστε, αποδέχθηκαν την τέλεση των ανωτέρω πράξεων. 5.
Κατά το χρονικό διάστημα από την 23:30 έως την 23:40 της 05-01-2020, στο 40° χλμ της Εθνικής Οδού Αθηνών - Κορίνθου στο ΣΕΑ Μεγάρων, ο 3ος κατηγορούμενος, όπως εμφαίνεται στο σχετικό βιντεοληπτικό υλικό, με άλλους άγνωστους δράστες, αφού έθραυσαν το παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού του με αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES, χρώματος μπορντό, ιδιοκτησίας του (επ) F. (ον) V.
του F., αφαίρεσαν από το εσωτερικό του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, μια (1) τσάντα περιέχουσα πλήθος ταξιδιωτικών εγγράφων, ένα τραπεζικό βιβλιάριο και το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000 €) ευρώ. Οι πράξεις αυτές 4α, β, γ και 5 συνιστούν την περίπτωση δ' διακεκριμένης κλοπής του άρθρου 374 νέου ΠΚ, τελεσθείσες από δράστες που είχαν οργανωθεί για την τέλεση κλοπών. 6.
Περί ώρα 11:45 της 07-10-2019, στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, επί της οδού ..., από κοινού, με κοινό δόλο, οι 1ος 2ος, 3ος και 7ος των κατηγορουμένων Κ. Σ., Σ. Σ., Β. Ν. και Δ. Ρ. Ρ., με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, αφαίρεσαν από την κατοχή του Θ. Θ., το χρηματικό ποσό των 4.720 ευρώ, το οποίο αυτός είχε προηγουμένως αναλάβει από το υποκατάστημα της Τράπεζας ..., που βρίσκεται στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής επί της Λεωφόρου ....
Η πράξη αυτή συνιστά κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας λόγω του χρόνου τέλεσης αυτής. 7. Στις 12:30 της 30-10-2019, στην Μεταμόρφωση Αττικής, επί της οδού ..., από κοινού, με κοινό δόλο, οι 2ος και 3ος των κατηγορουμένων Σ. Σ. και Β. Ν., στις 02:39 ώρα της 23-08-2019, στην Αγία Βαρβάρα Αττικής, επί της οδού Ελ. Βενιζέλου αριθμ. 13, επιβαίνοντας στη με αριθμ.
κυκλοφ. ... μοτοσυκλέτα, μπλε χρώματος, μάρκας ΡΙΑGGΙΟ BEVERLY, αφαίρεσαν από τον Β. Ξ. του Θ., υπάλληλο του εκεί ευρισκόμενου περιπτέρου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ένα τσαντάκι περιέχον το χρηματικό ποσό των 45 ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΧΙΑΟΜΙ μαύρου χρώματος αξίας 440 ευρώ και διάφορα προσωπικά του αντικείμενα. 8.
Στις 12:30 της 30-10-2019, στην Μεταμόρφωση Αττικής, επί της οδού ..., οι 1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι Κ. Σ., Σ. Σ. και Β. Ν., με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, αφαίρεσαν, χωρίς ν' ασκήσουν βία, από την κατοχή της A. Α. του Ι., η οποία κινούνταν πεζή επί της ως άνω οδού, την τσάντα της που περιείχε το χρηματικό ποσό των 2.800 €, το οποίο, νωρίτερα την ίδια ημέρα, η άνω παθούσα είχε αναλάβει από το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που βρίσκεται στη Μεταμόρφωση Αττικής επί της οδού ..., καθώς επίσης το πορτοφόλι της που περιείχε το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ. 9.
Στις 11:30 ώρα της 30-08-2019, στο Περιστέρι Αττικής, επί της συμβολής των οδών ..., από κοινού, οι 1ος, 2ος, 3ος και 7ος των κατηγορουμένων Κ. Σ., Σ. Σ., Β. Ν. και Δ. Ρ. Ρ., ενεργώντας με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, αφαίρεσαν από την κατοχή της Λ. Π. (περίπτωση που αναφέρεται και ανωτέρω) μια τσάντα, περιέχουσα το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο είχε αναλάβει νωρίτερα την ίδια ημέρα, από το υποκατάστημα της ...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που βρίσκεται στο Ίλιον Αττικής, επί της συμβολής των οδών ..., καθώς και ένα πορτοφόλι περιέχον το χρηματικό ποσό των 150 ευρώ. Η παραπάνω πράξη συνιστά κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και όχι ληστεία, όπως φέρεται, αφού, στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την άσκηση βίας ή απειλής κατά της παθούσης. 10.
Στις 10:30 της 15-10-2019, στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., ο 7ος κατηγορούμενος Α. Ρ. Ρ., ενεργώντας κατά μόνας, αφαίρεσε από την κατοχή του Τ. Σ. του Κ., ξένα ολικά κινητά πράγματα και συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος την ολιγόλεπτη απουσία του παθόντος, ενεργώντας μέ πρόθεση, αφαίρεσε από το εσωτερικό του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. μάρκας MERCEDES, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, ένα (1) τσαντάκι ώμου γκρι χρώματος μάρκας ADIDAS περιέχον το υπ' αριθμ. ... Δ.Τ., την άδεια ικανότητα οδήγησης νέου τύπου επαγγελματική, μία (1) στρατιωτική ταυτότητα έφεδρου αξιωματικού, μία (1) βεβαίωση σίτισης λέσχης, διάφορες φωτογραφίες, το χρηματικό ποσό των εκατόν δέκα (110 €) ευρώ, δύο (2) πιστωτικές κάρτες ...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ και ..., διάφορες κάρτες καταστημάτων, ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG μοντέλο s9 plus, κλειδιά αυτοκινήτου από το υπ' αριθμ. ... μάρκας BMW μαζί με συναγερμό και ένα (1) πορτοφόλι με το χρηματικό ποσό των τριακοσίων ενενήντα (390 €) ευρώ. Την πράξη αυτή ομολόγησε ο ως άνω κατηγορούμενος, ενώ βρέθηκε πάνω του και κατασχέθηκε το ως άνω τηλέφωνο.
Γ. Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, από κοινού οι κατωτέρω αναφερόμενοι κατηγορούμενοι και με άγνωστους δράστες τέλεσαν τις ακόλουθες ληστείες, ήτοι με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσαν από άλλους ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα για να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Και συγκεκριμένα: 1. Περί ώρα 12:00 της 09-07-2019, στις Αχαρνές Αττικής, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος αναγνωρίστηκε από τον παθόντα, από κοινού, με κοινό δόλο, με άγνωστους δράστες, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, αφού προσέγγισαν τον Μ.
Δ. του Π., υπάλληλο της εταιρείας με την επωνυμία "VFS LOGISTICS SUPORT", ο οποίος κινούνταν πεζός επί της οδού ..., κατευθυνόμενος προς το ευρισκόμενο στην ίδια οδό υποκατάστημα της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, με σκοπό να καταθέσει χρήματα για λογαριασμό της εταιρείας που εργάζεται, τον προσέγγισαν και, κάνοντας χρήση σωματικής βίας, ήτοι ρίχνοντάς τον και σύροντάς τον στο έδαφος και λακτίζοντάς τον στο πρόσωπο, αφαίρεσαν από αυτόν το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, την άδεια κυκλοφορίας της υπ' αριθ. ...
μοτοσυκλέτας ιδιοκτησίας του και μια πινακίδα κυκλοφορίας της υπ' αριθ. IΥΙ-0312 μοτ/τας, ιδιοκτησίας της εταιρείας "Ε-SHOP GR ΑΝΩΝΥΜΟΣ" και στη συνέχεια, διέφυγαν επιβιβαζόμενοι σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας PIAGGIO BEVERLY σκούρου χρώματος και σε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAI, θαλασσί χρώματος. 2. Στις 12:45 ώρα της 01-11-2019, στο Αιγάλεω Αττικής, επί της συμβολής των οδών Δημοκρατίας και ..., οι 2ος και 3ος Σ.
Σ. και Β. Ν., που ενεργούσαν από κοινού, με κοινό δόλο σε συνέργεια με τον 1ο των κατηγορουμένων, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των παρακάτω αναφερόμενων ξένων κινητών πραγμάτων, αφαίρεσαν από την Φ. Μ. του Ε., με τη χρήση σωματικής βίας, ήτοι ρίχνοντάς την στο έδαφος, σύροντάς την επί μερικά μέτρα και γρονθοκοπώντας την στο κεφάλι, αφαίρεσαν από αυτήν μία (1) τσάντα, που περιείχε το χρηματικό ποσό των 220 €, το οποίο αποτελούσε μέρος του χρηματικού ποσού των 5.000 ευρώ, που νωρίτερα την ίδια ημέρα η παθούσα είχε αναλάβει από το υποκατάστημα της ...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που βρίσκεται στο Αιγάλεω Αττικής, στην πλατεία ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE iPHONE, έγγραφα και προσωπικά αντικείμενα. Στον τόπο τέλεσης της ληστείας αυτής, έπεσε το πορτοφόλι του 2ου κατηγορούμενου, που περιείχε την ταυτότητά του, από την οποία ταυτοποιήθηκε, την πράξη δε, αυτή ομολόγησαν, οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι, απολογούμενοι στο ακροατήριο.
Η πράξη αυτή ως προς τον 1ο κατηγορούμενο είναι απλή συνέργεια, λόγω της μη παρουσίας του στον τόπο τέλεσης της πράξης (αναμονή σε άλλο σημείο χωρίς οπτική επαφή και άλλου τρόπου ενεργούς συμμετοχής του
σε αυτή). 3. Στις 13:50 ώρα της 09-01-2020, στο Αιγάλεω Αττικής, επί της ...-98, από κοινού, με κοινό δόλο, οι 2ος, 8ος, 9ος και 10ος των κατηγορουμένων Σ. Σ., Α.. Ρ.. Ρ.., Θ. Μ. και Δ. Α., ενεργώντας με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των παρακάτω αναφερόμενων ξένων κινητών πραγμάτων, έχοντας προηγουμένως παρακολουθήσει την Α. Π. του Ε.
και την Κ. Δ. -Ε. του Λ., με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το και την υπ' αριθ. ... μοτ/τα μάρκας BEVERLY, με τη χρήση σωματικής βίας, αφαίρεσαν από την κατοχή αυτής (Α. Π.) την τσάντα της Κ. Δ., εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των 7.300 €, καθώς επίσης, τραπεζικές κάρτες, προσωπικά έγγραφα και αντικείμενα και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE iΡΗΟΝΕ7.
Την πράξη αυτή ομολόγησαν οι κατηγορούμενοι, απολογούμενοι στο ακροατήριο. 3. Στις 11:15 της 09-01-2020, στις Αχαρνές Αττικής, επί της οδού ..., από κοινού, με κοινό δόλο, οι 3ος, 6ος και 7ος των κατηγορουμένων Β. Ν., Τ. Σ. και Δ. Ρ. Ρ., ενεργώντας με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των παρακάτω αναφερόμενων ξένων κινητών πραγμάτων, αφαίρεσαν από την κατοχή της Τ.
Α., κάνοντας χρήση σωματικής βίας, ήτοι ρίχνοντάς την στο έδαφος, προκαλώντάς της μάλιστα τραύματα στο δεξί γόνατο και στον αριστερό της αγκώνα, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή ή βαριά σωματική της βλάβη, την τσάντα που έφερε στον ώμο της, η οποία περιείχε, το χρηματικό ποσό των 1.450 € σε χαρτονομίσματα των 50 €, μέρος του οποίου είχε αναλάβει νωρίτερα την ίδια ημέρα η παθούσα από το υποκατάστημα της ...
ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που βρίσκεται επί της συμβολής της ... στη Νέα Φιλαδέλφεια, ένα κινητό τηλέφωνο, τραπεζικά βιβλιάρια και προσωπικά της έγγραφα. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό βρέθηκε και κατασχέθηκε στο πορτοφόλι του 6ου κατηγορούμενου, κατά την σύλληψή του την ίδια ημέρα και αποδόθηκε στην παθούσα. Την πράξη αυτή οι κατηγορούμενοι, απολογούμενοι, ομολόγησαν στο ακροατήριο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική βλάβη με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη και συγκεκριμένα, κατά τη διάπραξη της ληστείας στις 12:45 της 01-11- 2019, στο Αιγάλεω, επί της συμβολής των οδών Δημοκρατίας και ..., σε βάρος της Φ.
Μ., την έριξε στο έδαφος, σύροντάς την επί μερικά μέτρα, προκαλώντας της τραύμα στο αριστερό μεσαίο δάχτυλο, συνεπεία του οποίου υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση και γρονθοκοπώντας την στο κεφάλι, ήτοι με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη. Επίσης, ο 6ος κατηγορούμενος με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική βλάβη με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη κατά τη διάπραξη της ληστείας στις 11:15 της 09-01-2020, στις Αχαρνές, επί της οδού ..., σε βάρος της Τ.
Α., συγκεκριμένα την έριξε στο έδαφος, προκαλώντας της τραύματα στο δεξί γόνατο και στον αριστερό της αγκώνα, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή ή βαριά σωματική της βλάβη. Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην Αθήνα επί της ... εντός του εστιατορίου του ξενοδοχείου ... στις 09-01-2020, κατά τις μεσημεριανές ώρες, οι 8ος και 9ος κατηγορούμενοι με βία επιχείρησαν να εξαναγκάσουν υπαλλήλους να παραλείψουν νόμιμη πράξη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, προέβαλαν αντίσταση στους Αστυνομικούς που επιχείρησαν να τους ακινητοποιήσουν, ώστε να τους εξαναγκάσουν να παραλείψουν τη νόμιμη πράξη της συλλήψεώς τους, που ανάγεται στο υπηρεσιακό καθήκον τους και συγκεκριμένα, τους απώθησαν βίαια επιφέροντας τους γροθιές και λακτίσματα.
Οι πράξεις τους αυτές αποδεικνύονται από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, συνδυαστικά, τις ομολογίες των κατηγορουμένων, τις εκάστοτε αναγνωρίσεις από τα θύματα, την με ημερομηνία 5/1/2012 έκθεση μελέτης ανάλυσης βιντεοληπτικού υλικού, όπου στο σχετικό βιντεοληπτικό υλικό αποτυπώνεται και ο τρόπος δράσης των κατηγορουμένων, ήτοι εντοπισμός του θύματος στην τράπεζα από έναν εξ αυτών, ειδοποίηση των εκάστοτε συγκατηγορουμένων του, παρακολούθηση του θύματος από αυτούς με δύο οχήματα, συνήθως ένα δίκυκλο και ένα ΙΧΕ με ή χωρίς πινακίδες, αιφνιδιασμός του θύματος και αφαίρεση του χρηματικού ποσού με ή χωρίς βία.
Οι κατηγορούμενοι, όπως προσδιορίζονται στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, ουδέποτε αρκέσθηκαν στο να παρέχουν απλή συνδρομή κατά την διάπραξη των κλοπών και ληστειών, αφού μαζί αποφάσιζαν και εκτελούσαν την κάθε επιχείρηση, όλοι οι εκάστοτε συμμετέχοντες ήταν παρόντες κατά την διάρκεια των κλοπών και των ληστειών, με γνώση της πρόθεσης του άλλου προς τέλεση της ίδιας πράξης και βούλησή της, από κοινού, σύμπραξης, δυνάμενης να περιοριστεί στην εκτέλεση μερικότερων πράξεων με κατανεμημένους ρόλους.
Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση των κατηγορουμένων που παρακολουθούσαν τα θύματα στην τράπεζα (συνήθως, ήταν ο 3ος κατηγορούμενος [περιπτώσεις Κ. Ι., Κ. Μ., Θ.. Ν.. και Α.. Α.., Α. Α., Λ. Π., Φ. Μ. και Τ. Α.] και ο 2ος στην περίπτωση της ληστείας σε βάρος των Α. Π. και Κ. Δ.), των οποίων η δράση ήταν καθοριστική και καθοδηγητική, αφού αυτοί, μέσω κινητού τηλεφώνου ή δια ζώσης, υποδείκνυαν τους παθόντες στους εκάστοτε συγκατηγορούμενούς τους, ακολουθούσαν και αυτοί τα θύματα με άλλο όχημα μαζί με άλλο δράστη, ήταν παρόντες πάντα κατά την τέλεση αυτών με ενεργό συμμετοχή, θέτοντας το όχημά τους με τέτοιο τρόπο για να εμποδίσουν τη διαφυγή των θυμάτων όπως, επί παραδείγματι, στην περίπτωση της κλοπής σε βάρος των Θ.
Ν. και Α. Α., κατά την οποία ο τρίτος κατηγορούμενος, κατά την ώρα της κλοπής, έθεσε το αυτοκίνητο που οδηγούσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείσει την διαφυγή των παθόντων με το όχημα που οδηγούσαν αυτοί. Οι πράξεις τους αυτές, ήταν στο πλαίσιο της, εκ των προτέρων, συμφωνημένης αυτής δράσης με τους κατανεμημένους ρόλους στο εγκληματικό έργο, ώστε ο κάθε συναυτουργός περιοριζόταν σε μερικότερες συγκλίνουσες πράξεις με σύμπτωση, όμως δήλωσης και αποδοχής των δραστών και γνώση ότι ο καθένας θα ενεργήσει κατά τα συμφωνημένα.
Επομένως, η δράση αυτή των κατηγορουμένων, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν συνιστά συνδρομή, ήτοι σύμπραξη σε αλλότρια πράξη, αλλά τέλεση ίδιας πράξης. Τα παραπάνω ισχύουν, δηλαδή υπάρχει συναυτουργική δράση, τόσο στις ληστείες όσο και στις κλοπές, των εποχούμενων σε δίκυκλο ή αυτοκίνητο κατηγορουμένων, που ο ένας οδηγεί και άλλος κατερχόμενος αρπάζει την τσάντα, η δράση αυτή των κατηγορουμένων, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν συνιστά συνδρομή, ήτοι σύμπραξη σε αλλότρια πράξη, αλλά τέλεση ίδιας πράξης.
Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων για έλλειψη δόλου για τις πράξεις των ληστειών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, το υποκειμενικό στοιχείο της συναυτουργίας υπάρχει, όταν ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, η δε τυχόν υπέρβαση του ορίου της συναπόφασης, υπό τις συνήθεις συνθήκες ήταν προβλέψιμη, με τον συγκεκριμένο τρόπο δράσης των κατηγορουμένων που, στην προκειμένη περίπτωση, η αφαίρεση της κατοχής των ξένων κινητών πραγμάτων από τα θύματα, γινόταν με σωματική επαφή με αυτά, πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να ασκηθεί βία για την επίτευξη του σκοπού τους.
Πρέπει, επομένως, αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που περιγράφονται αναλυτικά ανωτέρω και στο διατακτικό".
Ακολούθως, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους ανωτέρω κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες με το ακόλουθο επί λέξει, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 8ο κατηγορούμενο Θ. Μ. ένοχο: Α. Της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 του νέου ΠΚ (πρώην "συμμορίας") που ισχύει από 01.07.2019 (ν. 4619/2019) πράξης, του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 05-01-2020 μέχρι τις 09-01-2020, οργανώθηκε, με τους αναφερόμενους κατωτέρω στις επιμέρους πράξεις με στοιχεία Β' και Γ' συγκατηγορουμένους του, για να διαπράξει κακουργήματα ληστειών από κοινού και κλοπών απλές και διακεκριμένες από κοινού τελεσθείσας από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών κατ' εξακολούθηση.
Β. Στον παρακάτω μνημονευόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού με τους αναφερόμενους κατωτέρω συγκατηγορούμενούς του και κατόπιν συναπόφασης με κοινό δόλο τέλεσαν ληστεία, ήτοι με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσαν από άλλους ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα για να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Και συγκεκριμένα, στις 13:50 ώρα της 09-01- 2020, στο Αιγάλεω Αττικής, επί της ...-98, από κοινού, με κοινό δόλο, με τους 2ο, 8ο και 10ο των κατηγορουμένων Σ.
Σ., Α. Ρ. Ρ. και Δ. Α. αντιστοίχως, ενεργώντας με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των παρακάτω αναφερόμενων ξένων κινητών πραγμάτων, έχοντας προηγουμένως παρακολουθήσει την Α. Π. του Ε. και την Κ. Δ.-Ε. του Λ., με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το και την υπ' αριθ. ... μοτ/τα μάρκας BEVERLY και ενώ κινούνταν πεζές έξωθεν του καταστήματος με την επωνυμία "...", τις προσέγγισαν και με τη χρήση σωματικής βίας, ήτοι ρίχνοντας την πρώτη εξ αυτών στο έδαφος και σύροντάς την επί μερικά μέτρα, αφαίρεσαν από την κατοχή αυτής (Α.
Π.) την τσάντα της Κ. Δ., εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των 7.300 €, το οποίο νωρίτερα εντός της ιδίας ημέρας η δεύτερη παθούσα (Κ. Δ.) είχε αναλάβει από υποκατάστημα της τράπεζας "...", που βρίσκεται επί της ..., στη Νέα Σμύρνη Αττικής, τραπεζικές κάρτες, προσωπικά έγγραφα και αντικείμενα και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE i-PHONE 7, διαφεύγοντας επιβιβαζόμενοι στα ως άνω οχήματα.
Γ. Στην Αθήνα επί της ... εντός του εστιατορίου του ξενοδοχείου ..., στις 09-01-2020, κατά τις μεσημεριανές ώρες, με βία επιχείρησε να εξαναγκάσει υπαλλήλους να παραλείψουν νόμιμη πράξη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, προέβαλε αντίσταση στους Αστυνομικούς που επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν ώστε να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν τη νόμιμη πράξη της συλλήψεώς του, που ανάγεται στο υπηρεσιακό καθήκον τους και συγκεκριμένα τους απώθησε βίαια επιφέροντας τους γροθιές και λακτίσματα.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 9ο κατηγορούμενο Δ. Α. ένοχο: Α. Της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 του νέου ΠΚ (πρώην "συμμορίας") που ισχύει από 01.07.2019 (ν. 4619/2019) πράξης, του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 05-01-2020 μέχρι τις 09-01-2020, οργανώθηκε, με τους αναφερόμενους κατωτέρω στις επιμέρους πράξεις με στοιχεία Β' και Γ' συγκατηγορουμένους του, για να διαπράξει κακουργήματα ληστειών από κοινού και κλοπών απλές και διακεκριμένες από κοινού τελεσθείσας από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών κατ' εξακολούθηση.
Β. Στον παρακάτω μνημονευόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού με τους αναφερόμενους κατωτέρω συγκατηγορούμενούς του και κατόπιν συναπόφασης με κοινό δόλο τέλεσαν ληστεία, ήτοι με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσαν από άλλους ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα για να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Και συγκεκριμένα, στις 13:50 ώρα της 09- 01-2020, στο Αιγάλεω Αττικής, επί της ...-98, από κοινού, με κοινό δόλο, με τους 2ο, 8ο και 9ο των κατηγορουμένων Σ.
Σ., Α. Ρ. Ρ. και Θ. Μ. αντιστοίχως, ενεργώντας με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης των παρακάτω αναφερόμενων ξένων κινητών αραγμάτων, έχοντας προηγουμένως παρακολουθήσει την Α. Π. του Ε. και την Κ. Δ.-Ε. του Λ., με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το και την υπ' αριθ. ... μοτ/τα μάρκας BEVERLY, και ενώ κινούνταν πεζές έξωθεν του καταστήματος με την επωνυμία "...", τις προσέγγισαν και με τη χρήση σωματικής βίας, ήτοι ρίχνοντας την πρώτη εξ αυτών στο έδαφος και σύροντάς την επί μερικά μέτρα, αφαίρεσαν από την κατοχή αυτής (Α.
Π.) την τσάντα της Κ. Δ., εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των 7.300 €, το οποίο νωρίτερα εντός της ιδίας ημέρας η δεύτερη παθούσα (Κ. Δ.) είχε αναλάβει από υποκατάστημα της τράπεζας "...", που βρίσκεται επί της ..., στη Νέα Σμύρνη Αττικής, τραπεζικές κάρτες, προσωπικά έγγραφα και αντικείμενα και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας APPLE i-PHONE 7, διαφεύγοντας επιβιβαζόμενοι στα ως άνω οχήματα.
Γ. Στην Αθήνα επί της ... εντός του εστιατορίου του ξενοδοχείου ... στις 09-01-2020, κατά τις μεσημεριανές ώρες, με βία επιχείρησε να εξαναγκάσει υπαλλήλους να παραλείψουν νόμιμη πράξη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, προέβαλε αντίσταση στους Αστυνομικούς που επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν, ώστε να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν τη νόμιμη πράξη της συλλήψεώς του, που ανάγεται στο υπηρεσιακό καθήκον τους και συγκεκριμένα τους απώθησε βίαια επιφέροντας τους γροθιές και λακτίσματα".
Ο προαναφερθείς δεύτερος αναιρεσείων Θ. Μ. του Θ., με τους συνεξεταζόμενους δύο πρώτους λόγους της (δεύτερης) αναίρεσής του - κατά την σωστή αρίθμησή τους και κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την περί της ενοχής του κρίση της για τις ως άνω (τρεις) αξιόποινες πράξεις του και επί πλέον, ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις εν λόγω (αξιόποινες) πράξεις, ενώ αιτιάται ακόμη την απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω των αντιφατικών παραδοχών της και προσάπτει σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) τις απορρέουσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικές πλημμέλειες, ήτοι της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Εξάλλου, ο τρίτος αναιρεσείων Δ. Α. του Α., με τα δύο σκέλη του (μοναδικού) αναιρετικού λόγου της κρινομένης αίτησής του, που συνεξετάζεται με τους προαναφερθέντες λόγους της δεύτερης αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, αιτιάται επίσης την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την κρίση της περί της ενοχής του για τις προαναφερθείσες δύο αξιόποινες πράξεις του και ειδικότερα, της συμμορίας και της ληστείας κατά συναυτουργία και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Ε' ΚΠΔ, πλημμέλεια, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Με αυτά όμως που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού επιτρεπτώς συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων και συγκεκριμένα, της συμμορίας, της ληστείας από κοινού και της βίας κατά υπαλλήλων (αντίσταση), τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 167 παρ. 1, 187 παρ. 3 και 380 παρ. 1 νΠΚ, που σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (δηλαδή, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που έλαβαν χώρα δημοσίως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και οι απολογίες των εμφανισθέντων α', β', γ', ε' και στ' των εκκαλούντων - κατηγορουμένων), από τα οποία το άνω Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά νόμο, να εκτίθεται τί ακριβώς προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, αλλά και όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των προαναφερθέντων τριών εγκλημάτων και παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη δημόσια στο ακροατήριο αποδεικτική διαδικασία και συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά των εν λόγω δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων.
Συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογούνται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις παραπάνω σχετικές νομικές σκέψεις, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε τόσον ο δεύτερος αναιρεσείων Θ.
Μ. του Θ., όσον και ο τρίτος αναιρεσείων Δ. Α. του Α., χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αμφότεροι οι αμέσως προηγουμένως αναφερόμενοι αναιρεσείοντες (δηλαδή ο Θ. Μ. του Θ., και ο Δ. Α. του Α.), ενεργώντας μαζί με τους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους τους Σ. Σ. και Α. Ρ. Ρ., ύστερα από την συμφωνία τους αλλά και την θέλησή τους να ενωθούν μεταξύ τους με σκοπό να οργανωθούν για την διάπραξη κακουργημάτων, στις 9-1-2020, στο Αιγάλεω Αττικής, χρησιμοποιώντας σωματική βία εις βάρος της Π.
Α. του Ε., την οποία έρριξαν στο έδαφος και στην συνέχεια την έσυραν σε απόσταση μερικών μέτρων, κατάφεραν (με τον τρόπο αυτό) να της αποσπάσουν τα παραπάνω αναλυτικώς αναφερόμενα κινητά πράγματα, που ακολούθως ιδιοποιήθηκαν από κοινού παρανόμως με τους άνω συνεργούς τους. Επί πλέον, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 9-1-2020, ο τρίτος, αλλά και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων απώθησαν βιαίως τους αστυνομικούς που επιχείρησαν να τους συλλάβουν για τις παραπάνω πράξεις τους, χτυπώντας τους με γροθιές και λακτίσματα, με σκοπό να αποφύγουν την (νόμιμη) σύλληψή τους.
Κατόπιν αυτών, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα εκ του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή του δευτέρου αλλά και του τρίτου των αναιρεσειόντων για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις τους, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω σχετικών ποινικών ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι που υπέβαλε ο καθένας από αυτούς.
Ο ισχυρισμός εξάλλου του δευτέρου αναιρεσείοντος Θ. Μ. του Θ., περί απλής συνέργειάς του στην αξιόποινη πράξη της κλοπής σε βάρος της παθούσας Π. Α. και όχι της συναυτουργίας του στην τέλεση της ληστείας σε βάρος της, όπως έγινε δεκτό από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τυγχάνει απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της ως άνω πράξης που αποδόθηκε σ' αυτόν, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό για να υπάρξει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σχετικώς αλλά άρνηση κατηγορίας (ΑΠ 1203/2023, ΑΠ 313/2023, ΑΠ 765/2017, ΑΠ 407/2014) και συνεπώς, η σχετική αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
Για τον ως άνω όμως υποβληθέντα ισχυρισμό πρέπει να αναφερθεί ακόμη ότι τόσο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 60), όσο και στο διατακτικό (σελ. 92 και 93), η εν λόγω πράξη της ληστείας αναφέρεται ότι τελέσθηκε από κοινού εκ μέρους των αναφερομένων σ' αυτήν (απόφαση) προσώπων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι δύο προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, στο σχετικό όμως διατακτικό που αφορά την επιβολή ποινής στον δεύτερο αναιρεσείοντα (σελ. 127 της προσβαλλόμενης απόφασης), από προφανή παραδρομή αναφέρεται ότι καθορίζεται μεταξύ των άλλων εις βάρος του "...ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, για την πράξη της απλής συνέργειας σε ληστεία...".
Επί πλέον, πρέπει να σημειωθεί για τον ίδιο ισχυρισμό ότι κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "οι κατηγορούμενοι ουδέποτε αρκέσθηκαν στο να παρέχουν απλή συνδρομή κατά την διάπραξη των κλοπών και ληστειών, αφού μαζί αποφάσιζαν και εκτελούσαν την κάθε επιχείρηση, όλοι οι εκάστοτε συμμετέχοντες ήταν παρόντες κατά την διάρκεια των κλοπών και των ληστειών, με γνώση της πρόθεσης του άλλου προς τέλεση της ίδιας πράξης και βούλησή της, από κοινού, σύμπραξης, δυνάμενης να περιοριστεί στην εκτέλεση μερικότερων πράξεων με κατανεμημένους ρόλους".
Περαιτέρω, οι υπόλοιπες αιτιάσεις των ως άνω δύο αναιρεσειόντων που περιέχονται στους αμέσως προηγουμένως αναφερομένους αναιρετικούς λόγους, περί διαφορετικής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 217/2025). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τον οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 932/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ, για την αναγνώριση στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, δεν αρκεί μόνον η ρηματική μεταμέλεια κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, αλλά απαιτείται να είναι αυτή εκούσια και έμπρακτη, συνοδευόμενη από πράξεις ή ενέργειες που να μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις (οικονομικές ή άλλες) συνέπειες της πράξης του (ΑΠ 217/2025), δηλαδή πρέπει να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς του (ΑΠ 217/2025, ΑΠ 188/2022).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο της (δεύτερης) αίτησής του ο δεύτερος αναιρεσείων Θ. Μ. του Θ., εκθέτει ότι απορρίφθηκε ο υποβληθείς για λογαριασμό του εκ μέρους της συνηγόρου υπεράσπισής του αυτοτελής ισχυρισμός, να του αναγνωρισθεί δηλαδή η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ και ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη προς τούτο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. δ' ΠΚ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις απορρέουσες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικές πλημμέλειες.
Στην προκειμένη περίπτωση για το προαναφερθέν θέμα, δηλαδή της μη αναγνώρισης στον δεύτερο αναιρεσείοντα της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι η συνήγορος υπεράσπισης του εν λόγω ογδόου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, μετά την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή του για τις παραπάνω πράξεις, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στον εντολέα της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2, στοιχ.
δ' ΠΚ, όπως αναφέρεται στην απόφαση και ακολούθως το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τον προαναφερθέντα υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας τα εξής: "Όλοι οι κατηγορούμενοι ζήτησαν την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, το οποίο, όμως, πρέπει να απορριφθεί, διότι, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε ότι ναι μεν, παραδέχθηκαν την εκ μέρους τους, τέλεση των περισσότερων αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν, πλην όμως, δεν επέδειξαν την απαιτούμενη ειλικρίνεια για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού, αφού η εκ μέρους τους, παραδοχή, αφενός μεν, δεν αφορούσε το σύνολο των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτών, αφετέρου δε, για τις πράξεις που παραδέχθηκαν υπήρχαν επαρκή στοιχεία σε βάρος τους, όπως βιντεοληπτικό υλικό κλπ, που αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό και η ομολογία τους, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ήταν αποτέλεσμα ειλικρινούς μεταμέλειας, αλλά, διότι γνώριζαν ότι τα στοιχεία αυτά οδήγησαν στην αδιαμφισβήτητη ταυτοποίησή τους.
Εξάλλου, για την χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού δεν αρκεί η έκφραση συγνώμης και η μετά τη σύλληψη ομολογία των πράξεών τους, επιπλέον οι ομολογίες των κατηγορουμένων δεν συνέβαλαν στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη για την μείωση της ποινής, αφού ήδη, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν επαρκή σε βάρος τους στοιχεία.
Επομένως, αποκλείεται η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, για τη χορήγηση της οποίας απαιτείται ειλικρινής στάση και συμπεριφορά ως στοιχείο εκδηλωτικό και θεμελιωτικό ειλικρινούς ψυχοβουλητικής μεταστροφής των κατηγορουμένων. Περαιτέρω δεν ήραν ούτε μείωσαν τη ζημία που προκάλεσαν στους παθόντες με τις πράξεις τους αυτές.
Το γεγονός δε, ότι οι 2ος, 7ος, 8ος και 9ος των κατηγορουμένων αποζημίωσαν τις παθούσες Δ. Ε.-Κ. και Π. Α. δια της καταβολής του αφαιρεθέντος ποσού και της αξίας του αφαιρεθέντος κινητού τηλεφώνου κατά τις ληστείες που τέλεσαν σε βάρος τους, δεν αρκεί για τη θεμελίωση του εν λόγω ελαφρυντικού, διότι η πράξη τους αυτή έλαβε χώρα μετά τη σύλληψή τους και ενόψει της άσκησης σε βάρος τους της ποινικής δίωξης, ενώ είχαν ήδη διαπράξει και άλλες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες διώχθηκαν και ήδη καταδικάστηκαν, συνεπώς, υπό αυτές τις περιστάσεις το γεγονός αυτό δεν έλαβε χώρα με βούληση ειλικρινούς μεταμέλειας αλλά προσχηματικά...".
Με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και επί πλέον, απέδωσε στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.
δ' ΠΚ, την έννοια που πραγματικά έχουν, χωρίς να τις παρερμηνεύσει, ενώ υπήγαγε ορθά και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ανωτέρω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η εκ μέρους του εν λόγω δευτέρου αναιρεσείοντος τέλεση της ως άνω πράξης της ληστείας από κοινού, έγινε "στις 13.50 ώρα της 09-01-2020" και ακολούθως αυτός συνελήφθη "στις 09-01-2020 κατά τις μεσημεριανές ώρες", δηλαδή σε σύντομο χρονικό διάστημα από την σύλληψή του, που μάλιστα έλαβε χώρα ύστερα από αντίστασή του κατά τα προαναφερθέντα, χωρίς να αναφέρονται εν προκειμένω συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο εν λόγω όγδοος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων μεταμελήθηκε και ζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της ως άνω αξιόποινης συμπεριφοράς του.
Κατά συνέπειαν, αμφότεροι οι προαναφερθέντες σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόρριψης του ως άνω προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του δευτέρου αναιρεσείοντος, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά και ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.
δ' ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, που να συμπεριλαμβάνεται στις ως άνω συνεκδικασθείσες δεύτερη και τρίτη των αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί τόσον η (δεύτερη) από 17-6-2024 αίτηση του Θ. Μ. του Θ., όσον και η (τρίτη) από 17-6-2024 αίτηση του Δ.
Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1827/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί καθένας από τους προαναφερθέντες δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (πρώτη) από 13-6-2024 αίτηση του Κ. Σ. του Π., την (δεύτερη) από 17-6-2024 αίτηση του Θ. Μ. του Θ. και την (τρίτη) από 17-6-2024 αίτηση του Δ. Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1827/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν από τους τρεις ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ